Σάββατο, Αυγούστου 25, 2012

Πληθυντικός αριθμός



are shadows words/ do words become games?― Eugen Gomringer


Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 1999
Την είχα κρατήσει επίτηδες κενή την Τρίτη. Για εφορίες, τράπεζες, ψώνια, απρόοπτα. Έχω και το σπίτι. Μονήρης δε σημαίνει αυτεπάγγελτα παραιτημένος. Μου έχει όμως χαλάσει το μυαλό αυτή η συνεδρία. Ήταν πολύ πρωί, οπότε είπα «θα τη βολέψω». Στην ατζέντα μου ναι, στο κεφάλι μου όμως; Την άφησα να τραβήξει μια ολόκληρη ώρα. Στρογγυλή-στρογγυλή. Κατά παράβαση. Κι όταν ξεκινάς έτσι—
Την παρατηρούσα στο ντιβάνι: ξαπλωμένη, αλλά ούτε μια στιγμή χαλαρή, με το φως να διαχέεται ανάμεσα από τα στόρια και να την κόβει σε εγκάρσιες τομές—σαν έργο του Hirst. Ίσως είχα μια ελάχιστη ερωτική παραδρομή. Μια μικρή επανάσταση των βασικών μου ενστίκτων. Χωρίς να είμαι τυφλή ακόλουθος του φροϋδισμού, η λίμπιντό μου ήταν οδηγός στη συνεδρία. Την πήρα (μήπως την τράβηξα βίαια;) από το χέρι και την έφερα εκεί. Στα χνάρια μιας αναμνησιακής λίμπιντο.


Τρίτη, 1 Μαρτίου 1999
Φορές-φορές μου θυμίζει εμένα. (Ταύτιση εξ επαγωγής; Ελπίζω όχι.) Νομίζω πως αν παίξω τις ηχογραφήσεις με τον δικό μου ψυχαναλυτή, από τις συνεδρίες προ αμνημονεύτων στη Ρώμη, δεν θα χρειαστεί ν’ αρθρώσω λέξη. Βλέπω τί τη φέρνει εδώ. Η μητέρα της. Εκτός βέβαια του ότι όλοι κάνουν συνδερίες στη Λούκα—όλοι όσοι είναι κάποιοι δηλαδή.
Στέλνει την κόρη της σε συνεδρίες μαζί μου για να νιώθει η ίδια ψυχαναλυόμενη. Ικανοποιεί την ανάγκη της πληρώνοντας για κάποιον άλλο—αποφεύγεις τις βυθίσεις στα πηγάδια του εαυτού κατ’ αυτό τον τρόπο. Αν δεν ήταν αθέμιτο θα πρότεινα στην κόρη αποχή από τη δικηγορία και τη μητέρα συνεδρίες ολοταχώς. Τη φορτώνει με μια όψιμη αγάπη, μ’ ένα προσποιητό ενδιαφέρον κι εκείνη το καταπίνει μονορούφι μη τυχόν και τη στεναχωρήσει. Ανέκαθεν απούσα, εξ αιτίας της ανάγκης για κοινωνική εδραίωση, έγινε ανεπαρκής· κι όταν το συνειδητοποίησε, κληροδότησε την ενοχή στη θυγατέρα της. Τις ερινύες σας κι έξω απ’ το παιδικό δωμάτιο παρακαλώ! Εκεί μέσα τριγυρνούν πολύ μοχθηρότερα φαντάσματα.


Τρίτη, 8 Μαρτίου 1999
Είμαι απ’ το πρωί μ’ ένα ποτό στο χέρι. Έχω να πιώ πρωί απ’ όταν έκανα τις πρώτες μου συνεδρίες. Λίγη χημεία να αραιώσει το άγχος. Αλλά μου το προκαλεί αυτό η προσμονή. Τα έχει όλα στο κεφάλι της μπερδεμένα η μικρή: το άγχος της ικανοποίησης των άλλων, η πίεση της σχέσης της, η τεχνητή ανάγκη για χρήματα (κι άλλα χρήματα κι άλλα, κι άλλα…) σαν το μπαμπά της, η αδρεναλίνη του λάθους. Μια δίνη· κι ό,τι ρουφήξει.
            Σήμερα, μπήκε στο ιατρείο. Χαμογέλασε τυπικά. Χαμογέλασα. Ανταλλάξαμε καλημέρες στον πληθυντικό—αυτό το έχω κρατήσει (αν και μάλλον εν προκειμένω γεφυρώνει, παρά διαγράφει όρια). Ξεκίνησε μόνη της να μιλά. Μου αφηγήθηκε ένα όνειρο, όπου πλήρωσε διόδια σε ένα φαρδύ δρόμο και οδηγούσε μια μηχανή πηγαίνοντας σαν τρελή—μέχρι που ένιωσε το σώμα της να στεγνώνει, να συρρικνώνεται. Και ξύπνησε. Της πρότεινα να τα επαναπροσδιρίσει όλα αυτά με μια βόλτα με το ποδήλατο στα τείχη της πόλης. Ψυχραιμία αντί για φρενίτιδα, απόλαυση αντί για φλουταρισμένα τοπία, ησυχία αντί για βοή. Θα είναι υπέροχη πάνω σε ποδήλατο με καλάθι, φορώντας ένα κοντό φόρεμα και λευκά πέδιλα που δένουν ψηλά στους αστραγάλους. Το ποτό δε διώχνει τον ερεθισμό μου.


Τρίτη, 15 Μαρτίου 1999
Επί σαράντα οκτώ λεπτά μου αφηγούνταν τη βόλτα στα τείχη της Λούκα. Με δανεικό ποδήλατο, πάνω στο πλακόστρωτο μέχρι τη λίμνη. Κι εκεί, σ’ ένα παγκάκι στην ανατολική άκρη, με ανοικτά χέρια και πόδια στον ήλιο, με κλειστά μάτια «και τη ζέστη να φτάνει ως την ψυχή» σκεφτόταν πόσο «θα ‘θελε να ήταν γυμνή»—γυμνή από τα πάντα, της είπα για να μη χάσω τον ειρμό μου στις πιέτες του ξεκούμπωτου φουστανιού της. Μουρμούριζε «να καταλάβω, να καταλάβω· να καταλάβω. Να κα-τα-λά-βω».
Ξαφνικά σηκώθηκε, δυο λεπτά πριν τα πενήντα, πλησίασε το γραφείο  κι έσκυψε στ’ αυτί μου.
«Τι λες να γίνει;», με ρώτησε.
«Δεν έχουμε άλλο χρόνο σήμερα», της είπα.
«Ψέμματα», είπε σιγά, «έχουμε ακόμα δύο λεπτά. Δύο ολόκληρα λεπτά. Και το ότι μου λες ψέμματα σημαίνει πολλά. Δεν ήταν το πρώτο-πρώτο πράγμα που μου είπες για τη σχέση μας εδώ μέσα;»
«Ήταν», της απάντησα. Είχα βρεθεί σε απολογητική θέση. Είχε χαθεί η απόσταση κι η ισορροπία. Ή μήπως είχε αποκατασταθεί; Ήταν ο πρώτος μας ενικός.
«Τώρα δεν έχουμε άλλο χρόνο», είπε. Κι έφυγε.


Τρίτη, 22 Μαρτίου 1999
Τίποτα. Σαν μην είπε ούτε κουβέντα επί πενήντα λεπτά. Μια συνεδρία νερόβραστη. Κλειστή, απόμακρη, σαν να ντρεπόταν. Δεν είχα κι εγώ τι να πω. Ήμουν σε άβολη θέση—ξανά ερεθισμένη. Απλά τίποτα. Ήμασταν μητέρα και κόρη, μπλεγμένες στο σύνδρομο της Ηλέκτρας. Κι ο ενικός ξεχασμένος, δήθεν.


Tρίτη, 29 Mαρτίου 1999
Σήμερα ήταν αλλιώς τα πενήντα μας λεπτά. Πίνω. Πενήντα λεπτά χωρίς ερωτοαποκρίσεις. Χωρίς όνειρα. Χωρίς εξομολογήσεις. Μια ώρα παρά δέκα λεπτά: ίχνη σάρκινα, σημάδια, ιδρώτας, πνιχτά ναι και όχι. Δεν το περίμενα έτσι. Να ανέβει στο γραφείο μπροστά μου και να μου μιλήσει για το τί θέλει—όχι εκείνη, το δέρμα της—, για το τί σημαίνει γδύνομαι, για, για, για. Ηδονική φλυαρία, απολαυστική. Χωρίς την παραμικρή ενοχή. Εγώ κι εκείνη. Το μόνο που έμεινε ίδιο ήταν ο χρόνος. Πενήντα λεπτά όλο πληθυντικοί. Απαρέκκλιτα.


Τετάρτη, 30 Μαρτίου 1999
Δεν υπάρχει κάτι ν’ αναλύσουμε πλέον. Ίσως μόνο τα σχήματα της φαντασίας. Εγώ δε χωράω στην καρέκλα του γραφείου μου, εκείνη δε χωρά στο ντιβάνι. Κανείς μας δεν αντέχει να κατηγορηθεί. Δύο άγνωστοι που γνώρισαν ο ένας τον άλλο δια της αφής. Δεν το επιδίωξε κανείς.

Πίνω πάλι. Τώρα από την αμηχανία της χαράς.


Πέμπτη, 31 Μαρτίου 1999
Μια υπόσχεση είναι μια υπόσχεση. Προς τον εαυτό μας πρώτα απ’ όλα. Είπα δεν θα ξαναπιώ. Είπα δεν θα περιμένω για πάντα. Είπα δεν θα τηλεφωνήσω. Είπα δεν θα κάνω όσα θέλω. Είπα. Είπα. Είπα. Λέω. Λέω. Λέω. Λέω. Η ανατομία είναι ευτυχία, ή κάπως έτσι, έλεγε ο Φρόυντ. Τη φαντασιώνομαι διαρκώς να παίζει τις θηλές μου στο στόμα της.


Παρασκευή, 1 Απριλίου 1999
Μου φαίνεται σαν ψέμμα. Νομίζω πως ακόμα ακούω τις κοφτές της εκπνοές, καθώς φτάνει σε οργασμό, ν’ αντηχούν στους τοίχους του ιατρείου. Το δέρμα μου να μυρίζει απ’ τον ιδρώτα των μηρών της. Θα ορκιζόμουν πως—
            Άρνηση.
            Κατάθλιψη.
            Αποστασιοποίηση.
Πανικός.
Ενοχές.
(Αναπόδραστη διαδοχή πραγματικοτήτων.)
Ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχα κάποιον δικό μου (που να έχω ακουμπήσει με την ψίχα των δακτύλων μου) να γίνεται πρωτοσέλιδο. Στο σημείωμα που βρέθηκε στις γραμμές του τρένου οι λέξεις έτσι μαμά; απευθύνονται σε μένα ή στη βιολογική της μητέρα άραγε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: