Πέμπτη, Οκτωβρίου 21, 2010

Reverent Silence

Old Lecture Hall, New Harvard University, Boston, ΜΑ. He had been waiting in the dark, but is now taken into the Old Lecture Hall by four men in formal attire. His palms are not at all sweaty—most unusually. A smell of formaldehyde is in the air. He is having trouble remembering his opening sentence. It has always been a joke about his long, greek, unpronounceable name. One always needs a captivating opening sentence. This time, though, it somehow seems very inappropriate. More than thirty minutes before the designated time and the front rows of the auditorium are already occupied. In the first row more than twenty Nobel laureates: long-dead, stiff straight backs, lips and eyelids stitched shut. In the second row, in ornate cassock, every important member of the New Clergy: their lips and eyelids tirelessly moving. Third and fourth row seats were reserved for the countless Deans, Rectors, Professors of New Harvard University. Most have already entered the Hall, their hair combed in exactly the same way, their shirts buttoned all the way up. Ten minutes before the designated time students and lower-rank members of the Clergy take their seats in an orderly fashion. The Old Lecture Hall is now full—nine hundred nighty nine attendees and him.

His palms are still not sweaty—really unusual, given that he cannot remember that opening sentence. The lights dim. His position elevates a few inches and tilts slightly forward automatically—an unearthly sensation. He does not open his eyes. A smell of formaldehyde still present. The projector lights up; the wall-wide screen now shows, in white lettering, that same title he has been using in his talks, on that same black background, with the same cartoon he drew more than twenty years ago. He is still striving to find that original opening sentence; his palms completely dry. For reasons that utterly escape him he fails to put together words that do not make unfunny fun of his long, greek, unpronounceable name, or to open his eyes. Reverent silence spreads throughout the Hall, most probably invoked by the rigid posture and stitched lips of the Nobel laureates. The Dean of Many Deans comes to the podium to give the introduction. He has a non-fluctuating, high-pitch voice; his words are, without doubt, well-rehearsed. Nevertheless he mispronounces the long, greek, unpronounceable name—no one seems to notice. The Dean of Many Deans then reads out loud the twenty year-old title: On the memory of affection and discipline, adding the following: a set of landmark discoveries that led to his undisputed recognition, crowned by the 2046 Nobel Prize in Physiology and Medicine'. He is waiting for his queue; to take the podium, use his still elusive opening sentence, go through his twenty year-old lecture slide by slide, bow graciously before a standing ovation, and withdraw behind the heavy curtains. He has long dreamt of giving this lecture.

But he is not invited to the podium. The Dean of Many Deans flicks through the slides himself giving brief, totally unentertaining descriptions of methods, results, concepts. This completely confuses him; that smell of formaldehyde persists. From his awkward position he listens as the Dean of Many Deans sums up work of more than twenty years in less than seven minutes. He accentuates the potential behind manipulating memories of affection or—most importantly!—discipline in a socially-favourable manner; this clearly puts a smile on the faces of the New Clergy. He finishes by reiterating the Clergy’s moto, now also inscribed on the New Harvard crest: Science beyond truth. Then, using a gavel, he makes everyone stand and the procession begins. One by one, in order of seniority, the attendees go past the front row, bowing slightly to each of the long-dead Nobel laureates; then walk up to the main stage to pay their respects to him in the coffin where he lies—his lips and eyelids stitched shut. Some bow, some mutter words, some put their foreheads right up against his cold hands; then everyone leaves through the side door of the Old Lecture Hall.

Sanctification has now concluded. The four men in formal attire are taking him out of the coffin and, forcing his stiff muscles into a whole different position, sit him in the first row alongside the rest of the deceased Nobel laureates. The Hall is now empty. The four men talk amongst themselves as they are taking their white gloves off. One says he still remembers the days when Nobel prizes were given to people alive, not dead. The second one says he also remembers that no members of the Clergy were, back then, members of the nomination committee. The third one says he does not mind all New Saints being scientists, at least they’ve won a Nobel prize. The fourth man remained silent while the others spoke. As they walked away he turned to the latest addition to the Row of Saints and spit into the long-cold right-hand palm; then closed the fist. He hated the smell of formaldehyde.

Σάββατο, Οκτωβρίου 16, 2010

Στα σύννεφα

η επαύριο της Δημιουργίας;

Σ’ ένα αφράτο, στρουμπουλό σύννεφο κάθεται μπρούμυτα, με το κεφάλι ακουμπισμένο μέσα στις παλάμες του και τους αγκώνες να καρφώνονται στους λευκούς βόστρυχους του νέφους. Συννεφάκι τόσο δα. Μικρό προσωπικό σύννεφο. Σχεδόν ιδιόκτητο. Μια ιδιότυπη εξορία. Το δέρμα του αγγελικό. Κατάλευκο, άτριχο, γυαλιστερό κι αρυτίδιαστο. Τα μάτια καταγάλανα, πιο μπλε κι απ’ του ουρανού. Και τα μαλλιά του… αχ, τα μαλλιά του. Μπούκλες από χρυσάφι. Χρυσάφι τέτοιο που φωτίζεται η νύχτα, των από κάτω η νύχτα, αφού εδώ είναι πιο ψηλά απ’ τον ήλιο, πιο αλλού απ’ το σύμπαν, πιο μακριά απ’ το πουθενά κι είναι πάντα κάπως σαν μέρα. Ξεσκαλώνει το’ να χέρι κάτω απ’ το κεφάλι και με χάρη αγγελική ξύνει το τουρλωτό κωλαράκι του. Ύστερα τη λιλιπούτεια μύτη του. Κοιτάξτε τον. Ούτε ρυτίδα, ούτε σημάδια, ούτε φακίδες. Δάκτυλα αέρινα, αν και κάπως κοντά. Μόνο το ύφος του κάπως προδίδει την ιστορία του. Είναι μονίμως συνοφρυωμένο το αγγελάκι και την καμπύλη απ’ το στόμα και τα μάγουλά του, αχ, τι μάγουλα ρόδινα, την ακολουθούν και τα φτερά του. Φύονται από τις δυο του ωμοπλάτες και γυρίζουν πένθιμα προς τα κάτω, τόσο πένθιμα που θαρρείς θα στάξουν δάκρυα. Θυμάμαι κάποιος κάποτε έλεγε πως όταν βρέχει κλαίει κάποιος άγγελος. Τι ωραίο! Τώρα ανασηκώνει ελαφρά τη λεκάνη του, τινάζει τη χρυσαφένια κόμη, πεταρίζει τα φτερά του. Αναριγεί. Δε βολεύεται. Παραείναι μαλακό κι άνετο αυτό το συννεφάκι κι αυτός δεν το κουνάει από’ δω. Η εξορία του στο Βασίλειο των Ουρανών. Δεν ανήκει πλέον στους αγγέλους. Το καταλαβαίνει κανείς από την απουσία των κατάλληλων διακριτικών. Δεν κρατά ρομφαία, εξαπτέρυγο, μεταξωτή κορδέλα, ούτε καν εκείνα τα βέλη με την απόληξη καρδιάς--και τι καρδιά, μυτερή, θανατηφόρα, πασπαλισμένη με το δηλητήριο του έρωτα. Κι είναι ολόγυμνο, ούτε καν εκείνο το λευκό μισοφόρι που οι πρώην όμοιοί του τυλίγουν γύρω από τη μέση -δεν κάνει να φαίνεται το άφυλο γυμνό των αγγέλων. Έτσι είναι. Πλάσματα άφυλα, άκακα, απεσταλμένα του Κυρίου. Αυτός ο αγγελάκος όμως εξέπεσε του αξιώματος αυτού. Λάθος κατασκευαστικό. Ξύνει τώρα το σημείο της μέσης του όπου τον γαργαλό το φτερό του όπως πενθεί. “Γαμώ το Θεό μου, γαμώ”, αναφωνεί αναπάντεχα. “Πατέρα Κύριε των Ουρανών, γαμώ τον Πατέρα μου”, φωνάζει. Σηκώνεται όρθιος και σκοτεινιάζει. Μέσα από το αφράτο νέφος προβάλλει μια ατσούμπαλη φιγούρα. Όλα καλά κι αγγελικά ως τη μέση, ύστερα σεισμός. Στο όριο της καλοσχηματισμένης κοιλιάς προβάλλει άκομψα ένα παράταιρο προκοίλι, εκεί ακριβώς ξεφυτρώνουν και τα πρώτα δείγματα μιας θαμνώδους τριχοφυίας, η οποία φουντώνει και θεριεύει προς τα κάτω, στο βαρβάτο αρσενικό μόριο με την απίστευτη διάμετρο και τα ακανθώδη αρχίδια, στα ξερακιανά θεόστραβα κανιά του, στα κατάφυτα πέλματα με τα κιτρινόμαυρα, μακρουλά κι ακανόνιστα νύχια. Σεισμός. Σκύβει το ανουσιούργημα του Κυρίου κι ανασηκώνει ένα μπουκάλι μπύρα απ΄το κρυπτόν του νέφους. Με το κεφάλι ριγμένο πίσω κατεβάζει μια γενναία γουλιά. Ρεύεται. “Εγώ! Ο εξόριστος μαλάκας. Το παιδί ενός άλλου Θεού. Έτσι πατέρα;”, λέει με τη ματιά στηλωμένη στο άπειρο. “Μ’ έκανες σαν αυτούς τους σκατένιους που σε δοξάζουν; Τι σκεφτόσουν;”, λέει και ξαναλέει. “Μεθυσμένος θα’ σουν κι εσύ, τότε που’ φτιαξες αυτούς κι αργότερα που έφτιαξες εμένα. Επουράνιε πατέρα. Μέθυσε χωρίς συκώτι σαν το σπλάχνο σου το εξορισμένο. Επαίτη της λατρείας και της αφοσίωσης, πολιτικάντη της επουράνιας ζωής και παραμυθά της αιωνιότητας. Λαϊκιστή!” Ξανά πίνει μια γουλιά, κι άλλη. Ρουφάει αέρα. Πετά με μίσος το άδειο μπουκάλι στο κενό. Ξετρυπώνει μια μπύρα ακόμη και την ανοίγει με τους χρυσούς του γομφίους. Φτύνει το καπάκι απ’ το στόμα. Πίνει. “Κι αυτοί όμως τι αφελείς μαλάκες! Είδαν ποτέ κανένα να σώνεται απ’ τον θάνατο; Ένα φευγιό είναι κι αυτός. Άλλοι φεύγουν σ’ άλλη χώρα, σ’ άλλο σπίτι, αλλάζουν δουλειά κι άλλοι απλά ζωή. Τη ζωή που τους έμαθες να φοβούνται, αφού τους έταξες άλλη δήθεν πιο πραγματική μετά την πραγματική τους. Κι ας ήταν να τους το’ ταζες για τ’ όνειρο. Είναι τσάμπα τα όνειρα και το ξέρεις…”, μασάει λίγο τα λόγια του όπως ακουμπά στα μεταξένια χείλη ένα στριφτό τσιγάρο και πασχίζει να τ’ ανάψει, “…αλλά όχι, Σωτήρα των ανθρώπων απ’ τους Ουρανούς, Εσύ έβαλες και τους δικούς σου όρους. Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν τους έπλασες τους ταπεινούς ανθρώπους, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν τους καταστρέφεις. Τους έβαλες όρια στο φευγιό, τους έβαλες αστυνόμους με ράσα, τους έστειλες γράμματα κι εντολές. Τους έστησες το δόκανο κι εκείνοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του ηλίθιου Δημιουργού πιάστηκαν. Ωραίοι τύποι”. Δε σταματάει να λέει μέσα στο μεθύσι του ο μισός άγγελος μισός άνθρωπος. “Και τώρα Θεέ που τα πάντα πληρείς, τώρα που ξεπετάχτηκε ετούτο το υβρίδιο τι λες; Λες θαύμα! Σαν αυτά που πλασάρεις με κόλπα ταχυδακτυλουργού στο ποίμνιό σου. Βέβαια θαύμα, τι άλλο; Κι ύστερα εξορίζουμε το θαύμα εμείς οι θαυματοποιοί, το σταυρώνουμε ως άλλο μάρτυρα θεάνθρωπο και η ζωή συνεχίζεται. Κι αν κάποτε από τον ελικοειδή γαλαξία των καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν πιστών σου φτάσει καμμιά αναρώτηση για την άλλη ζωή, τη σκληρή πίστη, την ανελέητη λύτρωση και τη γεμάτη πόνο αναμονή του θανάτου τι τηλεγράφημα στέλνεις Πατέρα; Λες ο Θεός δεν περιορίζει τον άνθρωπο -ΣΤΟΠ- πιστεύει στη βούλησή σας (ζώα) -ΣΤΟΠ- θα σας σώσει όταν έρθει ο καιρός (ευκολόπιστοι βούβαλοι) -ΣΤΟΠ. Αυτά κυρήττεις. Τέτοια τάζεις αόριστα κι εγκληματικά. Κι οι άγγελοί σου μια στρατιά από άφυλους φλώρους που όλη μέρα χαϊδεύονται και χασμουριούνται…”. Διακόπτει τον ειρμό του με μια γουλιά χλιαρής μπύρας, χαϊδεύει το πηγούνι του με απορία. Ξέχασε που το πήγαινε. Πήρε μια τζούρα ακόμα απ’ το τσιγάρο. Θόλωσε το μυαλό που έκρυβαν οι χρυσαφένιες μπούκλες. Έχει σκληρό κύμα στο ολογάλανο βλέμμα του. Έχει μια ρυτίδα θυμού στο αψεγάδιαστο μέτωπό του. Κι ενώ τα παχουλά του χεράκια μετά βίας έφτασαν ν’ αγκαλιάσουν το συγκλονιστικό του πέος, σε χρώμα μαύρο, η μέση του κυρτώθηκε και προτάχθηκε η λεκάνη του επιδεικτικά, στηρίχθηκε στα τριχωτά του πόδια με το στριφτό στα χείλη, αναρίγησε κι ένα πυρόξανθο υγρό σκόρπισε στο κενό. “Τους κατουράω τους ηλίθιους ακολούθους σου και τους γλείφτες δοξαστές σου, μπας και ξυπνήσουν απ’ τα αγγελικά μου ούρα”, είπε και ένα γαργάλημα σκαρφάλωσε στην αγγελόφτιαχτη σπονδυλική του στήλη.