Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Ετών δώδεκα σε σχολική εορτή


Ο τοίχος μούσκεμα. Ο σβέρκος μου μούσκεμα. Το κάδρο με τη μάνα μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή, αντιφεγγίζει στο μεσημεριανό ήλιο. Τα μάτια μου τζούζουν, η μάνα μου δεν φαίνεται. Όλα μου τα πράγματα βαλμένα σε κούτες, το κινητό μου πάνω στο μαξιλάρι. Όλες μου οι σκέψεις σε κουτάκια: οι φτερουγισμένοι με τους φτερουγισμένους, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, οι ξεχασμένοι στην πρώτη γραμμή της μνήμης, οι παρόντες κάτω από τόνους σκόνης. Όλο το βράδυ κρύωνα. Ένα ρίγος ανεβοκατέβαινε από τον άτλαντα στον κόκκυγα. Το κινητό μου δεν χτυπάει. Όλο το βράδυ έβλεπα τα χέρια μου να φυτεύουν μικρούς λευκούς σταυρούς στις ζαρντινιέρες της βεράντας στο πατρικό μου. Κοιτάζω τα νύχια των χεριών μου και ρουφάω μικρές γουλιές κοκα-κόλα από το κουτάκι. Κατουριέμαι, αλλά βαριέμαι να πάω ως το μπάνιο. Το κινητό μου δεν χτυπάει. Κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσω να σκέφτομαι την πιθανότητα εγκατάστασης ερ-κοντίσιον σ’ αυτήν την τρύπα. Περιμένω× σκέφτομαι μαλακίες: αν ο θάνατος είναι ο μεγάλος ύπνος κι ο οργασμός είναι ο μικρός θάνατος, τί είναι ο βαθύς ύπνος; Όπως είμαι οκλαδόν στον καναπέ ανασηκώνομαι όσο να φτάσω το σι-ντι πλέιερ. Αρχίζει να παίζει μια τρομπέτα το κονσέρτο D’ Aranjuez. Το βάζω σε χαμηλή ένταση, αν χτυπήσει το κινητό να τ’ ακούσω. Πια μετρώ το χρόνο όπως τα λουλούδια, μέρα-νύχτα. Τέρμα οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Μόνο μέρα και νύχτα. Σκέφτομαι ότι πρέπει να φάω. Το ψυγείο το έβγαλα χθες από τη μπρίζα, όταν σηκώθηκα έφαγα το τελευταίο κρακεράκι, το μαγαζάκι στη γωνία έχει κλείσει για τον Αύγουστο. Το να φάω απαιτεί περισσότερη προσπάθεια απ’ όση μπορώ να επενδύσω. Αποφασίζω ότι δεν χρειάζεται να φάω. Χρειάζεται απλά να περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο. Δίπλα στο κάδρο με τη μάνα μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή, υπήρχε μια φωτογραφία του παππού στις εργατικές πολυκατοικίες στη Δραπετσώνα, να κρέμεται από τον έκτο καθώς καρφώνει στον τοίχο. Τώρα μένει το αποτύπωμά της στη φθορά του χρώματος. Μπορώ να το κοιτάζω ώρα. Κι όπως ζαβλακώνω, κάποιο βραχυκύκλωμα της μνήμης την βγάζει από την κούτα και την ξανακρεμά στο ίδιο καρφί. Έτσι μπορώ να σας επαναφέρω όλους, πάλι μαλακίες. Δίπλα στην πόρτα υπάρχουν τρεις κούτες από πατατάκια Τσακίρης, παραγεμισμένες και κλεισμένες με ταινία. Από πάνω το άδειο κλουβί απ’ τα δυο κανάρια του παππού, όπως τα ‘χε στο μαγαζί – προ αμνημονεύτων – μάλλον με την ίδια εφημερίδα στον πάτο: 22 Δεκεμβρίου 1999. Το ‘χαμε φυλάξει για να φυλακίζουμε ρεσό, θυμάσαι; Το τηλέφωνο συνεχίζει όπως ξύπνησε: βουβό. Το σι-ντι πέρασε στο επόμενο κομμάτι. Δεν ξέρω τον τίτλο του. Σηκώνομαι. Ανοίγω παντζούρια και παράθυρα, σηκώνω την τέντα στο μπαλκονάκι, ξαπλώνω φαρδύς-πλατύς στο μέσο του δωματίου και το φως μου καίει τα βλέφαρα. Με το δεξί χέρι, το καλό, ψηλαφίζω να βρω το κινητό. Πατάω στην τύχη ένα κουμπί. Ο ήχος με βεβαιώνει ότι δεν έχει μείνει από μπαταρία. Ξαναξαπλώνω, αυτή τη φορά χέρια ανοιχτά, σαν σε σταύρωση. Μετράω εισπνοές, μετά μετράω τις τάβλες ραμποτέ στο ταβάνι, μετά τους ρόζους σε μια τάβλα, τους δακτύλιους ενός ρόζου, τους δακτύλιους από χρώματα πίσω απ’ τα κλειστά μου βλέφαρα. Σσσσσσσσς! Στ’ αριστερά μου είναι η ντουλάπα. Άδεια. Από το ένα φύλλο της πόρτας κρέμεται η κρεμάστρα με τα μαύρα μου: σακάκι-παντελόνι-πουκάμισο-γραβάτα-ζώνη. Τα παπούτσια μου στο πάτωμα σκονισμένα γύρω-γύρω. Γυρνάω μπρούμυτα. Βάζω το κινητό στο πάτωμα μπροστά μου. Δεν χτυπάει. Σταυρώνω τα χέρια για ν’ ακουμπήσω το κεφάλι μου. Δεν χτυπάει. Από την Τετάρτη μέχρι σήμερα, Σάββατο, έχω επισκεφτεί τρία νεκροταφεία: Καλαμάκι, Ελληνικό, Ηλιούπολη. Το κοστούμι τα ‘βγαλε τα λεφτά του. Σε ένα τριήμερο. Κατά σειρά: παππούς, νονά, μητέρα. Τα παπούτσια τα ‘χω χρόνια. Χθες το βράδυ πέρασα – το αμάξι δανεικό – από το μανάβικο της παλιάς μου γειτονιάς και από κανά δύο σούπερ-μάρκετ και μάζεψα χαρτόκουτα. Πατατάκια, γάλατα, φρούτα, ρύζια ή ζάχαρες. Όλο το βράδυ πακέταρα. Πριν το πρώτο φως με πήρε ο ύπνος. Δεν πρόλαβα να ξεκρεμάσω αυτό το κάδρο με την φωτογραφία της μάνας μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή. Δεν έχω πια τίποτα σ’ αυτές τις γειτονιές. Οι ρίζες μου εκεί όπου ανήκουν. Στο χώμα. Οι μνήμες εκεί όπου καρπίζουν× στο μπροστά μέρος του μυαλού μου. Τα μαζεύω και φεύγω. Ότι δεν μπήκε σε κούτα θα μείνει εδώ: το κοστούμι και τα παπούτσια, το κλουβί απ’ τα κανάρια, το κάδρο με τη φωτογραφία της μάνας μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή. Όλα τα άλλα έχουν τη θέση τους, το κουτάκι τους. Η ζέστη είναι τώρα πιο έντονη. Το τηλέφωνο δεν χτυπάει. Ο τοίχος ιδρώνει ασταμάτητα. Κι ο σβέρκος μου. Στο φως διακρίνω τα σωματίδια της σκόνης καθώς αιωρούνται. Αν δεν χτυπήσει μέχρι το τέλους του επόμενου τραγουδιού, O Pastor των Madredeus, θα το κλείσω. Φαντάζομαι πως δεν θα χτυπήσει, δεν απόμεινε κανείς να συνοδέψω μέχρι την άκρη της σκαμμένης στη γη τρύπας. Δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα. Το κινητό δεν έχει κουτάκι. Μάλλον θα πρέπει να μείνει κι αυτό εδώ. Στην αριστερή τσέπη από τη βερμούδα μου έχω μια φωτογραφία μου, ετών δώδεκα να λέω ποίημα σε κάποια σχολική εορτή. Η μάνα μού κρατά το χέρι χωρίς να φαίνεται ολόκληρη. Κλείνω το κινητό και το βάζω μέσα στο κλουβί.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Δαγκώνει το κίτρινο σκυλί;


Τώρα που μοιαζει να κατάκατσε ο κουρνιαχτός, και με την (απολύτως μετρήσιμη) απόσταση που χωρίζει τον γράφοντα από τα δρώμενα - θεατρικά ή «θεατρικά», αναρτώ το παρόν κείμενο με αφετηρία την ταραχή και σημείο άφιξης την απορία, σε μια προσπάθεια να αφηγηθώ λογοτεχνικά τα μη λογοτεχνίζοντα⋅ κίτρινο το χρώμα του μίσους;



Στον τσαμπουκά δεν πήρα μέρος. Γιαλαντζί τσαμπουκάς βέβαια, ένας κοντός μεσήλικας που βρώμαγε σαπούνι, κανά δυο αδιάφοροι κουλτουριάρηδες, οι παρφουμαρισμένοι θεατρώνηδες, ένας που το ‘παιζε δικηγόρος και μερικές ευωδιαστές γκόμενες με φουλάρια. Δεν φτουράγαν. Δεν πήρα μέρος στον τσαμπουκά, αλλά με είχαν ντυμένο οι δικοί μου. Δεν είναι ότι γνωριζόμαστε καιρό, δηλαδή τους ξέρω δυο μέρες σκάρτες, αλλά ήμουν απόλυτα ταιριαστός. Καταλαβαίνεις, δυο τρία κεράσματα, που ‘χα να βάλω μπουκιά στο στόμα από το κάποτε, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, δεν θέλω πολλά, και ντύθηκα στα γούστα τους. Μου βγάλανε και παρατσούκλι, η διαφορά στη γλώσσα βλέπεις δεν με βοηθά να τους πω Βλάντιμιρ με λένε, αφού πρώτα το συζητήσανε και το ξανασυζητήσανε και το ξανασυζητήσανε: Ντουρρούτι. Αρχικά βέβαια, δημοκρατικά και ομόφωνα, αποφασίστηκε να με φωνάζουν Μπουεναβεντούρα – κι εγώ, φαντάζομαι στο πνεύμα υπακοής στην πλειοψηφία, να ακούω στο παρατσούκλι αυτό. Αλλά, μετά, ένας φίλος είπε ότι μπορεί και να παραήταν μεγάλο, τόσες συλλαβές, και δεν θα το έπιανα εύκολα. Αυτό το τελευταίο, σχετικά με την ικανότητα αντίληψής μου, δεν πέρασε από ψηφοφορία, έγινε άμεσα και καθολικά αποδεκτό. Δεν είπα τίποτα, φαγητό να βρίσκεται και παριστάνω και τον κουφό. Τελοσπάντων, καταλήξαμε στο Ντουρρούτι. Ντουρρούτι, οκέι. Την επομένη ήταν που με μπογιατίσανε. Από μύτη μέχρι ουρά. Κίτρινο, κίτρινο! Φωνάζανε κι ο καθενας έβαζε την πινελιά του, συλλογική εργασία. Βέβαια, εγώ χρώματα δεν καταλαβαίνω, αχρωματοψία, όλα γκρίζα ή μαύρα, αλλά μύριζε παράξενα το μίγμα τους – κάποιος καυχήθηκε πως ήταν οικολογικό. Δεν ξέρω. Το χαρτόκουτο της βαφής, πάντως, κατέληξε σε κάδο ανακύκλωσης. Το ‘δα με τα μάτια μου. Όσο κράτησε το ρετούς κάποιος με χάιδευε πίσω απ’ τ’ αυτιά. Είχα χαλαρώσει, έφαγα κι ένα μισοκόμματο, χαλάλι. Το βραδάκι μαζευτήκαμε, αρματώθηκαν οι δικοί μου – κι άλλες μπογιές και σπρέι και χαρτιά, στυλώθηκα κι εγώ με δυο μπισκότα που άρπαξα και πήραμε να κατηφορίζουμε. Στη Μπενακη ένα στένσιλ του Στάλιν έξω από ένα δισκάδικο με κοίταξε, θα ορκιζόμουν μόνο εμένα. Πήρα τέτοια χαρά. Έτσι το ‘χαμε στα μέρη μας. Μην κοιτάς που ξενιτεύτηκα στα γεράματα. Τελοσπάντων. Φτάνουμε έξω από το μέρος. Μύριζε θέατρο. Το σανίδι βλέπεις, η κυρά μου στο Λόβετς ήταν θεατρίνα και τα πιάνω αυτά. Πιάνουν δυο δικοί μας να γράφουν στους τοίχους, η τέχνη σας βρωμάει θάνατο, καλό! Αρχίζουν να πετάνε στον αέρα τα φέιγ βολάν, αρχίζουν τα συνθήματα κι εγώ να κρατώ το ρυθμό αλυχτώντας. Μετά μπουκάρανε και στα μέσα, το μαγαρίσανε το θεατράκι, κρίμα, το λυπήθηκα, η κυρά μου έβγαζε ψωμί από δαύτο, κρίμα, αλλά ητανε για καλό σκοπό. Αν τους άκουγες φούσκωνες από περηφάνια, τα λένε καλά γαμώτο τους, ο κάθε κωλοαστός που μυρίζεται λεφτά, πείτε τα! Τότε συνέβη το παράξενο: με πιάνει ένας δικός μου και με πετά μπροστά. Σιγά! Στην ηλικία μου δεν είμαι γι’ ακροβατικά. Παραπατώ μέχρι την είσοδο, βρίσκω ισορροπία ανάμεσα στο μεσήλικα και στο δικηγόρο, έχετε δει ποτέ κίτρινο σκυλί ψευτοκουλτουριάρηδες; Ρωτάνε και με δείχνουν. Γαβγίζω. Έχετε δει ποτέ κίτρινο σκυλί που το λένε Βλαντιμίρ και το φωνάζουν Ντουρρούτι, ε; Χοροπηδάω στα πίσω πόδια. Έχετε δει κίτρινο σκυλί με τέτοια δόντια; Γρυλίζω. Δαγκώνει το κίτρινο σκυλί; Σκέφτομαι και χιμάω ν’ αρπάξω την ουρά μου. Δαγκώνει; Τα σκάγια από μια βόμβα μπογιάς με πηρανε στο πλευρό. Υπάρχει πια κίτρινο σκυλί; Ξάπλωσα στην άσφαλτο κι έπιασα να γλείφω τις πληγές μου.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

καπνίζοντας πατ


Όταν ο Α. ξύπνησε κανένας δεν είχε αλλάξει θέση. Στέκοταν όλοι απαράλλαχτοι, γονατιστοί και τα κεφάλια ανάμεσα σε σουρωμένους ώμους. Δεν πρέπει να’ χε κοιμηθεί ούτε δέκα λεπτά. Ίσως πάλι και να’ χαν περάσει εικοσιτέσσερεις ώρες⋅ να’ χε ξημερώσει και βραδιάσει ξανά. Η χόβολη κάπνιζε. Ο αέρας είχε πέσει. Τον κοιτούσαν όλοι με μάτια γουρλωμένα. Ένιωθε πως κάτι έπρεπε να πει, αλλά ήταν το μυαλό του άδειο. Κόμπιασε ντροπιασμένος. Σφίχτηκε. Απάντησε ο εαυτός του αμέσως, «δεν φαίνονται ‘κείνα από ‘δω. Όσο κι αν στενεύεις τα βλέφαρα δε φαίνονται». Ο Α. δεν άκουσε τίποτα απ’ όλα αυτά. Είχε ανάμεσα απ’ τα λόγια του ανάψει ένα ακόμα στριφτό και το ‘χε λαίμαργα ρουφήξει. Γλάρωναν τα μάτια του. Σιγά σιγά είχε ξαπλώσει μπρούμυτα κι όταν έφτασαν οι πρώτες ψιχάλες -είχε από ώρα αρχίσει να κλείνει ο ουρανός- τον νανούρισαν χτυπώντας τον στην πλάτη και στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Πριν αποκοιμηθεί εντελώς άκουσε ξαφνικά φτερουγίσματα. Δεν έδωσε σημασία.

Σαν σήμερα, ή κάποια μέρα απ’ αυτές, θα έκλεινε τα τριάντα επτά. Κι αυτό βέβαια στο περίπου το μετρούσε, όπως και τις μέρες. Θα ‘ναι πέντε μήνες τώρα που ταξιδεύει. Κι αυτός κι άλλοι. Έχει ένα μικρό κομμάτι χαρτί στην τσέπη κι ένα μολύβι φαγωμένο στην μια άκρη με το σουγιά και στην άλλη με τα δόντια του. Τραβάει μια γραμμή για κάθε μέρα που ξυπνά. Σίγουρα θα ‘χει χάσει κάμποσες. Άλλες φορές κοιμάται μέρα και ταξιδεύει νύχτα, άλλες φορές τ’ ανάποδο. Άλλες πάλι δεν κοιμάται καθόλου. Δύσκολο να τραβήξει τις γραμμές του μ’ ακρίβεια έτσι. Ο Α. όμως, άθελά του, γιορτάζει απόψε, είναι δεν είναι η μέρα η σωστή. Κατσικάκι στη χόβολη. Τρυφερό. Μοσχοβολιστό. Ύστερα ένα τσιγάρο, να μουδιάσει λίγο κι αν προλάβει να κοιμηθεί μέχρι το πρώτο φως. Η χόβολη τονώνεται στο βοριαδάκι που σηκώνει η ερημιά⋅ το πορτοκαλί φως μακραίνει το πρόσωπό του σαν φλόγα σε κερί φτερουγισμένου ερημίτη. Το στριφτό τού κρέμεται απ’ τα χείλη κι ο καπνός τυλίγει κοιμισμένους και ξύπνιους, νεκρούς και ζωντανούς. Ξεφυσάει. Γέρνει λίγους πόντους μπροστά και ξαναρουφά απ’ τη μύτη ότι μόλις είχε διώξει απ’ το στόμα. Δυσκολεύεται να δει καλά, τα μάτια του τσούζουν και το κεφάλι είναι πιο βαρύ απ’ το -πρώτη φορά- γεμάτο στομάχι του. Κάποιοι έχουν πάρει κοτρώνια για προσκέφαλο, άλλοι έχουν χωθεί στην ψιλή άμμο, άλλοι σκεπάζονται ο ένας με το κορμί του διπλανού, μερικοί δεν κοιμούνται ακόμα. Στη μυρωδιά του κρέατος κάτι πουλιά φτεροκοπάνε πάνω απ’ τα κεφάλια τους και κάθονται δίπλα τους. Δειλά στην αρχή. Ύστερα θρασύτατα. Δεν τα διακρίνεις μες στο σκοτάδι, μόνο μάτια κόκκινα.

Απ’ το σινάφι του κανέναν δεν έχει φίλο. Πιο πολύ θα’ λεγες με το σκυλί κάνει παρέα παρά με τους ανθρώπους. Και με την κόρη του -φυσικά. Με τους υπόλοιπους λίγες κουβέντες και καλές. Γι’ αυτό όλοι τον έχουν περί πολλού, είναι κι ο μόνος που ξερει δυο λέξεις αγγλικά. Το στριφτό έχει σχεδόν σωθεί και η κάφτρα πυρώνει πολύ κοντά στα χείλη του. Η μικρή κοιμάται εδώ και ώρα πάνω στο σκύλο. Τα σκούρα μαλλιά της μπερδεύονται με το βρώμικο τρίχωμα του ζώου. Οι ανάσες τους συγχρονίζονται. Ο Α. στραγγίζει το παγούρι του από την τελευταία γουλιά νερό, το τινάζει στο ανοικτό του στόμα και σκουπίζει τα χείλια του στο μανίκι του. Ύστερα παίρνει αγκαλιά το σάκο του και κλείνει τα μάτια για δεύτερη φορά. Με τα μάτια κλειστά απλώνει το χέρι και ψάχνει την πλάτη του κοριτσιού. Σκεπάζει το παιδί μ’ ενα γαλάζιο κομμάτι νάυλον.

Στον ύπνο του είδε τον εαυτό του από ψηλά, να κάθεται στην αργιλένια άμμο της Καλανσία. Οι κορμοράνοι έρχονταν σε μεγάλα σμήνη απ’ το Αρ Αρ. Ορμούσαν με φόρα στο νερό, κολυμπούσαν φτιάχνοντας μαύρες κηλίδες στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καθιστός εαυτός του σηκώθηκε. Κοίταξε, με το χέρι αντήλιο, προς τ’ ανοιχτά. Δίπλα του περπάταγε -με το νερό ως τη μέση- ένας ψαράς. Μελαψός, αξύριστος, με βλέμμα υποταχτικό, ίδιος ο Α. κι αυτός. Έσερνε τον καλαμένιο κιούρτο του κόντρα στο ρεύμα. Περνούσε ανάμεσα απ’ τους κορμοράνους πισωπατώντας. Εκείνοι ατάραχοι. Δεν κοίταγε στον κιούρτο να δει αν έπιασε τίποτα, παρά κράταγε σταθερά στραμμένο το βλέμμα στο πλάι πάνω απ’ τον ώμο του και πήγαινε. Η επόμενη στιγμή θα τον έβρισκε στ’ ανοιχτά, με πόδια ξυλοπόδαρα καρφωμένα στο μαύρο του βυθού, να σέρνει ακόμη τον άδειο κιούρτο του και ξαφνικά, να’ το, πιάνεται στο στόμα του καλαθιού μια μεγάλη φάλαινα με μελαγχολικά μάτια. Το κήτος χτύπησε την ουρά στο νερό με δύναμη, ν’ απελευθερωθεί. Οι κορμοράνοι ξεσηκώθηκαν με τρομαγμένες φωνές και φτερουγίσματα. Ο ψαράς τη χάιδεψε στη ράχη. Εκείνη ηρέμησε.

Μουσκεμένος μέχρι το μεδούλι στον ιδρώτα του. Το στόμα του κατάξερο, με μια στυφή γεύση από καπνό. Ακούει πόδια να σέρνονται στο χώμα και κάτι ν’ αλυχτά. Χοντρές στάλες παίζουν ταμπούρλο στις πορτοκαλιές τρίχες του κεφαλιού του. Κοιτά γύρω του φοβισμένα, με τα μάτια μισάνοιχτα στο σκοτάδι. Αρπάζει στο χέρι μια πέτρα.
«Αν σας πάρει το μάτι μου σκατόζωα, θα σας κάνω να στενάξετε», λέει με μισόκλειστο το στόμα.
Συνεχίζει να ψάχνει με το βλέμμα, ενώ ζυγίζει την πέτρα καλά καλά στην παλάμη του. Κοιτά το παιδί σκεπασμένο με το νάυλον. Αναστενάζει με ανακούφιση, σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του με την ανάστροφη της παλάμης του, σέρνεται με τον κώλο ως μια συστάδα από φρύγανα και ξύνει την πλάτη κόντρα στα κλαριά τους. Ξαναγυρνά εκεί που το κορμί του είχε αφήσει μια στεγνή στάμπα στο χώμα. Αποκοιμιέται. Συνέχισε να βρέχει για ώρα.

Ξημερώνει κι ούτε το καταλαβαίνεις από τη πηχτή πάχνη που καλύπτει τα πάντα. Εκείνος, ακόμη στην ίδια στάση, δεν μοιάζει να ενοχλείται ούτε από το μουσκεμένο στρωσίδι του, ούτε από τη λάσπη που ‘χει θάψει τα δάκτυλά του. Η χόβολη καπνίζει σαν σβηστό ηφαίστειο. Μια λιμνούλα έχει σχηματιστεί αριστερά της. Σηκώνεται και σπρώχνει το σκύλο από δίπλα του. Κυρτώνει την πλάτη του, την ανασηκώνει από το έδαφος και στηριζόμενος στο κεφάλι και τις φτέρνες τεντώνεται. Μετά αφήνεται να ξαναπέσει στο νοτισμένο χώμα, χώνει το χέρι στην τσέπη, ψαχουλεύει. Τίποτα. Σηκώνεται. Ξεσκονίζεται σε γόνατα κι αγκώνες. Η λάσπη γράφει λοξές γραμμές χαμηλά στο παντελόνι του. Από χθες δε τον νοιάζει να κοιτά πάνω απ’ τον ώμο του ή σκυφτός μέσα από το φύλλωμα ενός θάμνου ή από το στενό άνοιγμα κάποιας πόρτας. Όρθιος πια τινάζει την υγρή σκόνη από τα τριμμένα πέτα του σακακιού του. Είναι πια η σκόνη δέρμα του κι αυτός η ψυχή της. Κι όπως την τινάζει από τα πέτα του είναι σαν να διώχνει φίλο καρδιακό. Βλασφήμια κι ατιμία. Σαν το παιδί κλαίει, με κοφτά αναφιλητά. Γεμίζουν τα μάτια του ως απάνω με δάκρυα και ακουμπάει πίσω τα χέρια να στηριχτεί στα βράχια. Κλαίει και μαζί του κράζουν ρυθμικά κίσσες απ’ τα δέντρα στο βάθος. Νιώθει απ’ τις κόχες να βγαίνει σκόνη που του ‘γδερνε τα βλέφαρα από μέσα. Κάνει δυο αργά βήματα και περνά μετεωριζόμενος πάνω από το παιδί. Τραβά στοργικά το φτηνό δερμάτινο σάκο από κάτω απ’ το μελαχρινό κεφαλάκι της, ανοίγει την μπροστά θήκη, βάζει το χέρι μέσα βαθιά. Τραβά από μέσα ένα τόσο δα σακκουλάκι. Τσιμπάει ευλαβικά με δυο δάκτυλα μια τούφα πράσινο ξερό χόρτο, το περνά κάτω απ’ τη μύτη του και το τυλίγει σε ένα κακοσκισμένο χαρτί. Το μυρίζει. Προτείνει δειλα τη γλώσσα κι γλείφει την άκρη να κολλήσει.
Όταν το χέρι του ξαναβουτά και βγαίνει στο φως βαστά έναν αναπτήρα. Ξεμακραίνει πέντε-έξι βήματα, με τον άνεμο στην πλάτη. Βρίσκει απάνεμο σ’ ένα χορταριασμένο βράχο, κλείνει τον αναπτήρα στη χούφτα του και δοκιμάζει κάμποσες φορές μέχρι ν’ ανάψει. Παίρνει δυο γρήγορες τζούρες να ζωηρέψει η φλόγα κι ύστερα μια μακριά, βαθιά εισπνοή από το μυρωδάτο καπνό που του κρύβει το πρόσωπο. Τσούζουνε τα μάτια του. Σφίγγει τα βλέφαρα. Τα χείλη του χαμογελάνε στις άκρες. Θυμάται τη σβηστή χόβολη. Γυρνά με μια έκφραση βαριεστημένη πίσω και μαζεύει στο λινάρι όλα τα κομμάτια καρβουνιασμένου ξύλου που είχαν απομείνει. Οι υπόλοιποι ξυπνάνε. Διακρίνει τις θαμπές τους φιγούρες να τεντώνονται, ν’ ανασηκώνονται, να ξυπνά η μια την άλλη χτυπώντας την στην πλάτη⋅ ύστερα θαμπά μουρμουρητά. Το τσιγάρο ακροβατεί στην άκρη του κάτω χείλους του. Δένει το ύφασμα από τις τέσσερις γωνίες σ’ ένα πουρνάρι, βλαστημά που ‘ναι μούσκεμα, στίβει ανόρεκτα το κάτω μέρος, τρέχουν κάτι νερά. Τ’ αφήνει εκεί και στρώνεται ξανά στο απάγκιο του. Έχει πάρει το βράχο αγκαλιά με τα δυο χέρια και κάνει βαθιές τζούρες απ’ το στριφτό του. Κλειδώνει το βλέμμα του σε μια συστάδα φρύγανα που ξεφυτρώνουν από μια χαραμάδα. Τα κοιτά επίμονα. Η εικόνα τους θολώνει, καθαρίζει, ξαναθολώνει. Τα κοιτά και δεν τα βλέπει.
Γύρω του μαζεύεται και μια παρέα κίσσες, με κοντούς λαιμούς, λαμπερό μάυρο φτέρωμα κι άσπρες μακριές ουρές. Φτιάχνουν έναν κύκλο γύρω του. Κάνει κρύο. Τον ήλιο μόνο τον μαντεύεις. Δίπλωσαν λοιπόν τα φτερά τους σταυρωτά γύρω από το σώμα τους και τριβόντουσαν να ζεσταθούν. Ο Α. δεν έμοιαζε να κρυώνει κι ας κύλαγε ακόμη νερό από τη μπροστινή τούφα των μαλλιών του στο μέτωπό του. Μιμείται το πέταγμα πουλιού ανοίγοντας τα χέρια δεξιά κι αριστερά του και παλατζάροντας μπρος πίσω. Κάνει μια μικρή παύση στο παιχνίδι να αποτελειώσει με μια τζούρα το στριφτό και ξεφυσά λιγοστό καπνό. Ένιωθε το νησί να στροβιλίζεται. Το κεφάλι του ν’ ελαφρώνει. Όλα γύριζαν κι άλλαζαν χρώματα σαν λούνα πάρκ. Τον τάραξε κάπως ένα σύρσιμο στο χώμα κι αυτός ο ήχος⋅ σαν να ξέσκαβαν τη γη. Το φως λιγοστό. Άκουγε μόνο ράμφη ν’ ανοιγοκλείνουν και γλώσσες να πλαταγίζουν. Τα μάτια του δεν ξεχώριζαν σχεδόν τίποτα στο σκοτάδι. Ακούμπαγε εδώ κι εκεί προσεκτικά μη καεί. Οι ήχοι ήταν κοντινοί κι επέμεναν. Άκουσε κόκκαλα να σπάνε. Γύρισε ύστερα στο ένα πλάι, φάτσα στο πέλαγος. Δυο βήματα μπροστά του χαράσσονταν μια απόκρημνη ακτογραμμή από πορώδη βράχια. Έφερε το κεφάλι του πάνω από το κενό και μπρούμυτα όπως ήταν πια τραβήχτηκε όσο πιο έξω γινόταν. Μισός στο βράχο, μισός στον αέρα. Τον χτύπαγε καταπρόσωπο ο αέρας⋅ που και που του ‘ρχονταν μαζεμένες ριπές θαλασσινού νερού στα μούτρα. Ψαχούλεψε στη δεξιά του τσέπη και έβγαλε ένα νοτισμένο στριφτό. Απ’ την άκρη του τσιγάρου κρέμονταν κάτι πρασινάδες. Το κράτησε στο στόμα, παίζοντας τις πρασινάδες με τη γλώσσα του. Στο πρόσωπό του απλώθηκε μια παιδική γαλήνη. Έμεινε έτσι για ώρες.

ΥΓ. Τα τοπωνύμια αναφέρονται στο νησί της Σοκότρα, ανοικτά της Υεμένης.

Κυριακή, 01 Φεβρουαρίου 2009

lupus requiem


...παραμύθια για ενηλίκους


ΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΣΤΙΣ ΧΟΥΦΤΕΣ ΤΟΥ και τα νύχια παραχώνονταν στο κίτρινο χαρτί. Βάδιζε με δυσκολία, κόντρα στον αέρα. Οι νιφάδες απ’το χιόνι κολλούσαν στα μουστάκια του, έμπλεκαν στις τρίχες του στήθους του, άφηναν μικρές υγρές κηλίδες στο λεπτό φάκελο. Είχε ρίξει στους ώμους του το κατακόκκινο πανοφώρι της Κοκκινοσκουφίτσας. Το μόνο που του απέμεινε από εκείνη τη θλιβερή ιστορία. Του πήρε μήνες να χωνέψει τις πέτρες που του’βαλαν στην κοιλιά. Τον πνιγμό τον γλίτωσε στο παρά πέντε. Ούτε να το θυμάμαι δε θέλω, έλεγε. Άλλη μια πληγή στο γέρικο κορμί. Άλλη μια φρικτή αποτυχία στο παλμαρέ μου. Το φορούσε ανάποδα, με τη σκούρα φόδρα προς τα έξω. Και το πανοφώρι του ’πεφτε μικρό. Κι όλο δυνάμωνε ο αέρας. Κρύος, κρύσταλλο. Κι αυτό το χιόνι πέφτει ασταμάτητα μια βδομάδα τώρα. Στο διάολο! Ποτέ δε μου ταίριαξε αυτός ο ρόλος. Ξένο δέρμα. Αυτά μονολογούσε. Και τα κιτρινισμένα, απ’το τσιγάρο, νύχια παραχωμένα στον κίτρινο φάκελο. Είχε νοτίσει για τα καλά και το μπλε μελάνι στη μια πλευρά είχε μουντζουρωθεί. Με τα βίας διέκρινε την παιδική γραφή: Προς τον κύριο Κακό Λύκο ή κάτι τέτοιο. Κι ενώ περιπλανιέται ασκόπως σε τούτη την τούνδρα μήνες, κι ενώ κανείς δεν τον έχει βρει να τον ενοχλήσει, ξαφνικά ένα γράμμα. «Κοιμήθηκα κάτω από εκείνο το βράχο», προσπαθεί να θυμηθεί, «πιο πάνω απ’το ποτάμι». «Λίγο υγρό, αλλά απάγκιο. Με ξύπνησε το φως. Το μαρτύριό μου. Κάθε πρωί να μου καίει τα βλέφαρα. Με ξυπνά και δε μ’αφήνει να πλαγιάσω πριν κρυφτεί ξανά αργά τη νύχτα. Για την τούνδρα είναι κακή εποχή, δεκατέσσερεις ώρες μέρα γαμώτο!» Βρίζει. Ένας πρωτότυπος Σίσυφος, ένας νεόκοπος τάλας Προμηθέας. «Ένας δούλος των ανθρώπων, στην υπηρεσία των εκκολαπτόμενων τιμωρών μου, σας πρόσφερα τη φλόγα των παραμυθιών και κάθε μέρα μου ξεριζώνεται η ψυχή». Φαύλος κύκλος. «Τι έλεγα; Α! Κι όπως ανοίγω τα μάτια, δίπλα μου στηριγμένο σε μια πέτρα καλυμένη με βρύα, ένας φάκελος». Παραλήπτης ο ίδιος, ετεροπροσδιοριζόμενος ως Κακός Λύκος. Χωρίς γραμματόσημο, με μια μικρή επιγραφή Εταιρία κοινωνικής εξυπηρέτησης: ο Αχρείαστος τυπωμένη στην πάνω δεξιά γωνία. Δεν έκανε να τον ανοίξει. Του φάνηκε περίεργο, αλλά το αντιμετώπισε όσο αδιάφορα αντιμετώπιζε οτιδήποτε τον τελευταίο καιρό. Πήρε το φάκελο στα χέρια κι άρχισε να βαδίζει. Το αυτό κάθε μέρα, βάδιζε, σταματούσε σ’όποιον τηλεφωνικό θάλαμο πετύχαινε στο δρόμο του, έκανε το καθιερωμένο τηλεφώνημα, ωρυόταν, ξανακρέμαγε απογοητευμένος τ’ ακουστικό στη θέση του, βάδιζε. Μισότρωγε κάτι βρύα και λειχήνες που μεγάλωναν στο κάτω μέρος απ΄τις πέτρες. Με υφή γλοιώδη, χωρίς γεύση. «Δε χορταίνεις μ’ αυτά», σκεφτόταν. «Δε ξέρω όμως αν θέλω να μπήξω τα δόντια μου σε ζωντανή σάρκα ξανά. Τι να πώ; Εκφυλίστηκα. Τι μου μένει;»

«Θα βρω επιτέλους ένα θύμα. Να κλείσω τον κύκλο μου μ’επιτυχία. Να επιβεβαιώσω τον ετεροπρσδιορισμό μου. Δεν θα το επιτρέψω να ξαναγίνω το θύμα κανενός γλυκανάλατου παραμυθιού». Έτσι αποφάσισε. Τρεις μέρες πριν. Στήθηκε στο καρτοτηλέφωνο στην άκρη της παγωμένης λίμνης. Άνοιξε το χοντρό τηλεφωνικό κατάλογο, σελίδα τέσσερα τρία επτά, τυχαία. Έβαλε το δάκτυλο σε ένα σημείο της σελίδας: Sterrling, Karl, Sussex, United Kingdom. «Τ’αγγλικά μου είναι χάλια». Ξανά. Σελίδα έξι τρία τρία. Κάτι γραμμένο με ιδεογράμματα. Ξανά. Διαλέγει στην τύχη. Κοιτά: Ζαβλανός Βασίλης, Καλλιθέα, Ελλάδα. Το καλοσκέφτηκε, θα’ναι βράδυ τώρα στη μικρή χώρα της ανατολικής Μεσογείου. Πληκτρολόγησε τον αριθμό. Καλεί. Ένα χτύπημα, δεύτερο, στο τρίτο απάντησε η φωνή μικρού κοριτσιού. Η μικρή Βάλια, το’ξερε. Άστραψε το βλέμμα του. «Είμαι ο Κακός ο Λύκος, θα σε φάω Βάλια! Θα μπήξω τα μεγάλα δόντια μου στην πλάτη σου να τρέξει αίμα! Να με φοβάσαι. Είμαι άγριος, μαύρος, τριχωτός», ξεστόμισε με μανία. Η άγνοια φόβου του παιδιού τον ρώτησε γιατί. «Γιατί; Τι γιατί;» Της ξανασυστήθηκε. Η μικρή του έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα. «Φοβήθηκε», μουρμούρισε χαμογελώντας. Ξαναπηρε τηλέφωνο. «Τώρα θα την αποτελειώσω», αποφάσισε. Όταν σήκωσε το τηλέφωνο το ανυπεράσπιστο μειράκιο, εκείνος του απαρίθμησε τους άθλους του κατά τι παραχαραγμένους. Έφαγα τη γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας, ξέσκισα τα μικρά κατσικάκια, έφτιαξα τρυφερά μπριζολάκια από τα τρία γουρουνάκια και άλλα τέτοια. Εκείνη με τη σιγουριά αρματωμένου κυνηγού του γκρέμιζε κάθε εξιστόρηση. Κατέβασε τ’αυτιά του ο Λύκος. Με αργές κινήσεις έβαλε το ακουστικό στη θέση του, χαμήλωσε το κεφάλι, αναστέναξε. Φόρεσε τη στενή κουκούλα να προστατεύσει το ολοένα αραιούμενο τριχωτό της κεφαλής του και άρχισε να βαδίζει στο χιονιά. «Σκατά, ούτε ένα τόσο δα κοριτσάκι δε με φοβήθηκε». Βλαστήμησε προχωρώντας στο κρύο. Χώθηκε σε μια σπηλιά να σκεφτεί. Το νούμερο του τηλεφώνου στριφογύριζε στο μυαλό του. «Δεν το βάζω κάτω», είπε. «Θα δείξω εγώ του μυξιάρικου τι σημαίνει φόβος». Καρτερικά περίμενε να περάσει ένα εικοσιτετράωρο, έπρεπε να είναι βράδυ όταν θα ξανάπαιρνε τηλέφωνο. Με το πλήρωμα του χρόνου ξεκίνησε. Κρύωνε. Ζέσταινε με το χνώτο του τα τριχωτά του χέρια. Στο ξέφωτο πιο πέρα απ’τη σπηλιά βρισκόταν ένας κατακόκκινος βρετανικός τηλεφωνικός θάλαμος. Προσπέρασε τα ξεγυμνωμένα δέντρα, μπήκε βιαστικά στο θάλαμο, σχημάτισε τον αριθμό. «Η μικρή μ’αιφνιδίασε». «Ο Κακός Λύκος;» ρώτησε. Βρήκα πάτημα και της είπα: «Με θυμήθηκες, λοιπόν. Άρα θα θυμήθηκες και το παραμύθι με τα τρία γουρουνάκια. Όπως έφαγα εκείνα θα φάω κι εσένα! Τα είχα κλείσει στο σκοτεινό μου υπόγειο. Τρέμαν απ’το φόβο τους. Έτρωγα ένα κάθε μέρα. Κλαίγανε τα άλλα, με παρακαλάγανε να μη τα σκοτώσω. Εγώ όμως τα σκότωσα και τα τρία!» «Τώρα την αποτελείωσες», είπε επιδοκιμαστικά στον εαυτό του. Μειδίασε. Το βρωμόπαιδο όμως του είπε θρασύτατα πως ούτε αυτό ισχύει. Μάλιστα κάτι είπε και για το θάνατό του, το Ράμπο και τέτοια. Όμως δεν μπορούσε να πει με σιγουριά. Κάτι η απογοήτευση, κάτι ένας κόμπος ξαφνικός στο στομάχι, κάτι η κακή γραμμή, δεν άκουσε. Κλείσανε. «Δεν πάει άλλο», είπε αποφασιστικά το παρηκμασμένο σαρκοβόρο. Ξαναπαίρνει τηλέφωνο και πριν καν ακούσει λέξη στην άλλη άκρη του σύρματος, περνά στην επίθεση. «Θα καρφώσω τα δόντια μου στις σάρκες σου, θα σε φάω ζωντανή! Θα φάω τη μαμά και το μπαμπά σου! Είμαι ο Κακός Λύκος! Άγριος! Μαύρος τριχωτός και με μυτερά δόντια!» Στέγνωσε το στόμα του απ’τις φωνές. Ξεροκατάπιε. Σιωπή στο ακουστικό. «Θα κατουρήθηκε απ’το φόβο της», σκέφτηκε. Το τηλέφωνο έκλεισε. Βγήκε απ’το θάλαμο. Κατέβασε τη στενή κουκούλα, αποτίναξε την κάπα απ’τους ώμους, φούσκωσε το στήθος. Κύριος του εαυτού του. Η Αυτού Μεγαλειότης ο Κακός, ο Κάκιστος Λύκος. Του άρμοζε. Άφησε τον αέρα να βγει απ’τα πνευμόνια του. Κοίταξε κλεφτά προς τον κόκκινο θάλαμο να βεβαιωθεί πως δεν χτυπά το τηλέφωνο. Μάζεψε το φτενό πανοφώρι με μια γρήγορη κίνηση και άρχισε να βαδίζει, σα να μη φοβάται το κρύο πια. Βήμα το βήμα, στητός, υπερήφανος, κάκιστος. «Η Αυτού Κακειότης», αναφώνησε. «Ωραίο!» Εκατό μέτρα μετά, διστακτικά, πέρασε το πανοφώρι στους ώμους. «Ψιλοκρύωσα», σκέφτηκε. Παρακάτω φόρεσε την κουκούλα, έσκυψε λιγάκι, μαζεύτηκε να μην τον χτυπά κατάστηθα η χιονοθύελλα. «Δεν έχω και κανένα γαμώτο. Να με δει καμαρωτό, να του διηγηθώ το κατόρθωμά μου». Αυτά αναλογιζόταν. Σιγά σιγά η ατρόμητη φιγούρα του μάζευε, το χαμόγελο στο στόμα έσφιγγε, η σκέψη του σκοτείνιαζε. «Και τι νομίζεις τελικά πως κατάφερες μαλάκα; Έκανες ένα κοριτσάκι τόσο δα να φοβηθεί. Και λοιπόν;» Αυτοανακρινόταν. Βρήκε ένα γυρτό βράχο κοντά στο ποτάμι. Χώθηκε στη σκιά του. Κάθισε ανακούρκουδα. Καθάρισε το χιόνι με τα χέρια του, ίσιωσε την ουρά, ακούμπησε την πλάτη του στο κρύο πέτρωμα, μούντζωσε τον εαυτό του όσο πιο εμφατικά μπορούσε. «Είσαι γελοίος, αυτό είσαι. Επιβεβαίωσες την ανυπαρξία σου. Πάλι καλά που η Ελλάδα απέχει κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα από αυτό το σκατομέρος, αλλιώς θα σου’τρωγε τη σπλήνα ο πατέρας της μικρής. Θα κλαίει τώρα στην αγκαλιά του κι εκείνος θα ετοιμάζεται να κατεβάσει τ’όπλο του από το πατάρι. Θα μπλέξεις, κοίτα να δεις που πάλι θα μπλέξεις», μονολογούσε. Δεν είχε συναντήσει ψυχή ζώσα σ’αυτά τα μέρη. Έγλειψε με τη σκληρή του γλώσσα τον πάγο από την άκρη του βράχου, έτρεξε λίγο νερό στο στόμα του με τα χαλασμένα δόντια. Πονέσαν τα ούλα του, αναπόλησε τους πάλαι ποτέ ένδοξους κυνόδοντές του, μελαγχόλησε πάλι, κουλουριάστηκε κι έκλεισε τα μάτια.

Όπως κόπασε κάπως ο αέρας κι οι νιφάδες δεν του έμπαιναν στα μάτια είπε να το ανοίξει το γράμμα. Να δει ποιος τον θυμήθηκε. Έκατσε σ’ένα βράχο στην όχθη της παγωμένης λίμνης. Έβαλε τα πόδια του σ’έναν άλλο μικρότερο. Λες να ήταν τυχερός και να’ταν τίποτα εισητήρια γυρισμού; Είχε έρθει μήπως η ώρα ν’αποκατασταθεί η φήμη του, που την καταράκωναν όλα αυτά τα αισχρά παραμύθια; «Ας δούμε», είπε. Έσκισε μ’ευκολία το βρεγμένο φάκελο. Δυσκολεύτηκε να ξεδιπλώσει το χιλιοτυλιγμένο χαρτί. Τα χέρια του τρέμαν τον τελευταίο καιρό. Κάτι το ψύχος, κάτι το γήρας. Το άνοιξε. Το κράτησε με τεντωμένα χέρια όσο μακρύτερα από τα μάτια του. Αρχές πρεσβυωπίας. Άρχισε να διαβάζει. Τα μάτια γούρλωναν καθώς περνούσε τις αράδες. Έτριψε τη μύτη του. Ξανάρχισε από την αρχή. Ξανά και ξανά. «Απίστευτο», ψέλισε. Άλλη μια ανάγνωση και τ’άφησε να πέσει στο χιόνι. «Δεν πιστεύω όσα λες, ξέρω ότι είσαι μόνος και τα βράδια κλαις», σιγομουρμούριζε. «Ξέρω ότι είσαι μόνος και τα βράδια κλαις». Δε σταμάταγε. Μόνο κάποια στιγμή ορθώθηκε, σήκωσε το βράχο που ακούμπαγε τα πόδια του και με δύναμη τον πέταξε στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης. Άνοιξε μια τρύπα στον πάγο. Τη μεγάλωσε λίγο κλωτσώντας. Έκοψε την πατούσα του. Αδιαφόρησε για το αίμα. Σήκωσε το γράμμα από κάτω, τίναξε το χίονι, το κούνησε λίγο στον αέρα σα να’θελε να το στεγνώσει. Σήκωσε και τα κομμάτια του σκισμένου φακέλου. Προσπάθησε να ξαναδιπλώσει το χαρτί και με λεπτές κινήσεις να το ξαναχώσει στο φάκελο. Το τρέμουλο δεν τον βοηθούσε. Κύριος του εαυτού του για μια στιγμή, τα κατάφερε. Έκλεισε το φάκελο όσο καλύτερα μπορούσε και τον απίθωσε στον λείο πάγο. Πήρε στην αγκαλιά του το μεγάλο βράχο στον οποίο μέχρι προ ολίγου καθόταν. Με μικρά μικρά βηματάκια έφτασε ως την τρύπα που έφτιαξε. Κοίταξε το φάκελο. «Ο παραλήπτης δεν κατοικεί σε τούτη τη διεύθυνση πια», είπε με σοβαρή, ατάραχη φωνή και βούτηξε αγκαλιά με το βράχο του στο νερό.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Ραφήνα (4 προς 5 Δεκεμβρίου του 2008)

 

λογοτεχνία όπως τη γέννησε ο ανήσυχος ύπνος της Ρ 

& την μασκάρεψε (ψυχαναλύοντας ποιόν τελικά;) ο γράφων.

Επίσκεψη (κοινωνικά επιβεβλημένη; χαλαρά αυθόρμητη; μήπως αμήχανα αυθύπαρκτη;) στη Ραφήνα. Εκεί είναι διάφοροι. Είναι και δυο μωρά× ενα ξανθό, ένα μελαχροινό (this blog declares that it is an equal opportunities employer). Το ξανθό είναι δικό της, και, πόσο εκνευριστικά άνετα το κρατά ψηλά στον αέρα (τα δάκτυλα των ποδιών της δεν ακουμπάνε καν στα σανίδια) κάτω από μια μαντεμένια εστία. Με το άλλο χέρι (το ζερβό) καθαρίζει το μαντέμι (κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο) παρόλο που είναι πεντακάθαρο. Τα μάτια μου δεν έχουν δάκρυα× τα μάτια που βλέπουν τα μωρά σε σχήμα φασολιού. Καμμία κίνηση, κανένα χαρακτηριστικό (δε μοιάζουν ούτε του μπαμπά, ούτε της μαμάς τελικά). Τίνος είναι το καθένα μπορούμε, λέει (ποιός μιλά όταν δεν μιλά κανείς;), να το βρούμε από τα επίθετά τους –αυτά είναι γραμμένα σε πορτοκαλί χαρτάκια που κρέμονται με κλωστή από το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού τους (του ζερβού).

Το κουδούνι χτυπά, χωρίς να το έχουμε συνεννοηθεί ή να το γνωρίζω, ο Ρ (ο ένας ένα βήμα μπρος ή ο άλλος ένα βήμα πίσω;). Από ‘δω η Ρ, από ‘δω η Ρ, κάνει τις συστάσεις κάποιος (γνωριζόσαστε ήδη από πάντα).

Η ώρα περνά (όπως κάνει πάντα για να ‘ναι στην ώρα της). Πρέπει να φύγουμε. Εγώ έχω ένα μηχανακι. Μικρό. Ηλεκτροκίνητο. Χωρίς καθόλου δύναμη (θα δαγκωνόσασταν, ο ένας με τον άλλον, αν ήταν αλλιώς).Παρόλα αυτά παίρνω και τον Ρ και ξεκινάμε. Δικάβαλο. Ανάμεσά μας η βαλίτσα μου. Μικρή× όσο μια θήκη από περίστροφο (χωρίς περίστροφο, πάντως, αλλά οπλισμένη). Στο δρόμο ο Ρ θυμάται ότι ξέχασε τη δική του βαλίτσα. Γυρνάμε να την πάρουμε× την φορτώνω κι αυτή στο μηχανάκι. Δικάβαλο. Ανάμεσά μας οι δυο βαλίτσες μας. Η μικρή× κι η άλλη, η πολύ μεγάλη (πόσα μπαγκάζια μπορεί να σε φορτώσει ένα μπρος-πίσω;). Ο Ρ στριμώχνει κάπου κι ένα μπουκάλι ουίσκι. Ξεκινάμε πάλι. Στο δρόμο περνάμε πάνω από ένα γάντι× μου λέει σταμάτα να πάρουμε το γάντι σου. Σταματώ. Θυμάμαι (μήπως καλύτερα δεν ξεχνώ;) ότι είχε γίνει κουβέντα, που ήθελα να φύγω νωρίς, που δεν έχω μαζί μου γάντια, που καθώς θα σκοτεινιάζει ίσως κρυώνω. Δοκιμάζω το γάντι. Δεν είναι δικό (πόσα ξένα ζευγάρια γάντια αντέχεις να δοκιμάσεις μέχρι να καταλάβεις ότι τα δικά σου ήταν, απ’την αρχή, στις τσέπες του μπουφάν σου;). Τελικά ο Ρ λέει ότι είναι το δικό του γάντι. Φορτωμένοι συνεχίζουμε σε φαρδείς, φιδίσιους δρόμους. Άδειους δρόμους. Στην ανεπαίσθητη ανηφόρα το μηχανάκι λαχανιάζει. Κάποια στιγμή (στην ώρα της όπως πάντα) ο δρόμος γίνεται εντελώς κάθετος× ενενήντα μοίρες. Τον ανεβαίνω σημειωτόν για τέλειωτη ώρα (τα πόδια σπρώχνουν πίσω το χρόνο). Ώρα αγωνίας (χωρίς ψήγμα πανικού;) που, κάποια στιγμή, παίρνει τέλος.

Η πορεία συνεχίζεται (ως πότε; γιατί;) σε άλλους (σε ποιούς;) δρόμους.

 

 

Τρίτη, 02 Δεκεμβρίου 2008

OXON*

*συνοδεύει όσους έχουν λάβει διδακτορικό δίπλωμα

(D.Phil.) από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης


Στην πλάτη μου πάρκαρε μια κολόνα πάγου, σαν αυτές που έβαζε η νόνα μου στο ψυγείο μου λες, τόσο πολύ παλιά κι εγώ γυρνάω την πλάτη, τρίβομαι στο στρώμα, δια της τριβής η θερμότητα, οι κάργιες βροντάνε το κόκκινο τούβλο -λες να μπούνε μέσα; χώνω τη μούρη μου στο μαξιλάρι κι η παγοκολόνα ανεβοκατεβαίνει τη ραχοκοκκαλιά μου πάνω κάτω, από τον άξονα στον κόκκυγα, πάνω κάτω, κι όλο και μακρύτερες διαδρομές, από το ινιακό στα λαγόνια και το δάκτυλο κουνάει πάνω-κάτω, τα γυαλιά ισορροπούν στην άκρη της μύτης· βάζω τα κλάμματα· είμαι καβλωμένος· τί ώρα είναι; επτά ραμφίσματα στο τζάμι, τρίβομαι στο στρώμα, κι ένα μισό που κάνω πως δεν τ’ άκουσα, το κρεβάτι τρίζει, ατόφιος βρετανικός σφένδαμος, πάνω από το αριστερό μαξιλάρι -το δικό σου- μια βρυσούλα στάζει ζεστό νερό, πάνω από το δεξί -το δικό μου- μια άλλη ρίχνει βροχή το κρύο, τρίβομαι μια πιο γρήγορα μια πιο δυνατά, το κόκκινο λεωφορείο περνά μέσα από τη μικρή αυλή μου, έχω αργήσει, μα δεν σταματάω αυτό που κάνω, ο οδηγός φρενάρει να μην χτυπήσει την απλώστρα κι ανάβει φλας να ξαναβγεί στην άσφαλτο, το νερό από τη βρύση λιώνει τον πάγο που μ’ έχει καβαλήσει, παγώνει κι αυτό, ο οδηγός με ευχαριστεί με βαριά προφορά που δεν ανέβηκα, όταν τρώμε και τα δυο χέρια στο τραπέζι, τί ψάχνεις τάχα μου εκεί; αγκώνες κλειστοί, στα πλευρά, μη με μαλώνεις μαμά, θέλω να βγω από το δωμάτιο, μην περάσεις το μαρμαράκι, το μωσαϊκό κρύο και μου καίει τις πατούσες -από τη μέση και κάτω γυμνός, το πάπλωμα στεγνό, το μαξιλάρι στεγνό, το κεφάλι μου μούσκεμα, ο αποπάνω -έτσι το γράφει ο μαλάκας, μια λέξη- παίζει στο τέρμα την Ενάτη κι εγώ φαντάζομαι τον Στάνλεϋ να με ντύνει με λευκά ρούχα, μαύρες τιράντες, καπέλο και μπαστούνι για το γύρισμα, γαμήσου γαμιόλη μη σου καρφώσω κανά γαμημένο μαχαίρι στο μάτι, δεν είμαι πια καβλωμένος, ούτε πριν ήμουν, απλά θα ‘θελα να ‘μουν· φοβάμαι, είμαι ο αποκάτω· έχει ήλιο σήμερα, βλέπουν ήλιο και τρέχουν στα παγκάκια μ’ ανοικτά τα κουμπιά στα πουκάμισα, ουρές στα παγκάκια, παντού ουρές, τόσο κρύος αυτός ο ήλιος, ψυχρό και θερμό φως -ψυχροί και θερμοί όζοι, τυλίγομαι στο σεντόνι -το πάπλωμα πετάει στο ταβάνι, η τομή μου θέλει αλλαγή, μια χαρακιά στο λαρύγγι, πολυοζώδης βρογχοκήλη, σήμερα όμως δε βρέχει, τουλάχιστον δε βρέχει, εδώ ποτέ δε βρέχει, ποτέ, όντως, από το άλλο δωμάτιο μυρίζει γκάζι, τυλίγομαι με το σεντόνι και πατάω στο πάτωμα, στο άλλο δωμάτιο το φως είναι αναμμένο και το μπόιλερ κάνει θόρυβο, σε δέκα λεπτάκια-ένα τέταρτο θα ‘χει όσο νερό θες, το πάτωμα είναι στρωμμένο κατακίτρινα φύλλα, πλάτανος: το φύλλο του οποίου κοσμεί τη σημαία του Καναδά, με τα δάκτυλα του ποδιού ανασηκώνω μερικά να δω αν είναι αληθινά, από τα στόρια μπαίνει φως, οι κάργιες περιμένουν στο φράκτη, στην ουρά, αν δεν τα βάλεις τα μακαρόνια αμέσως κάτω από κρύο νερό κολλάνε -πώς το τρως αυτό το πράγμα πουλάκι μου; το τηλέφωνο καλεί ρυθμικά, ντριν-ντριν ντριν-ντριν, ύστερα η γραμμή πέφτει, σκατά, πώς θα μιλήσουμε σήμερα; μια απλώστρα, ένα πατάκι στο μπάνιο, α, και καθρέφτη, πιάτα, ποτήρια, όλα σου λείπουν, κοροϊδία, με κορόιδεψε και φορούσε στο χέρι χρύσο δαχτυλίδι με ψεύτικα μπριγιάν, στο δεξί, δεν ήταν στης καρδιάς, πάλι καλά, ούτε κι οι λέξεις απ’ το στόμα μου βγαίνουν καλά, μασάω τα ‘l’ Ρουθ, μασάω τα ‘l’ Τζούντυ, σκέφτομαι να πάρω πέτρες απ’ την αυλή μου και να παριστάνω το Δημοσθένη, τόσα όλα κι όλα τα γιατροσόφια που ξέρω.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Ερωτικό κι ανώφελο

όπως αναρτάται στην ιστοσελίδα του Μ. Φάις, στο Εντευκτήριο του Hotel Memory

Τη ζηλεύω την πουτάνα (άρα την αγαπάω), ζει για το πάθος της, έτσι είναι, πουλιέται στον ένα και τον άλλον, το αναπνέει μ’ όλο της το δέρμα, για τους δυο μήνες που χτυπάνε οι φλέβες της, άντρας-γυναίκα δεν κάνει διαφορά, μόνο ο πυρετός της ένωσής τους, η εξάρτηση, μόνο αυτό μετράει, σμίγει το αίμα τους, όλα -τάχα μου- για το γέννημά της, μπερδεύονται ο ιδρώτας, οι βλέννες των κορμιών τους (σιχαμερά καβλωτικό), το οξυγόνο που εισπνέουν, την ακολουθώ με το βλέμμα πίσω απ’ τη σίτα: σουφρώνει-προτάσσει χείλη, μπήγει δόντια κι απομυζεί, γεύεται, ύστερα ανυψώνεται, αιωρείται, ανατριχιάζει, κι εγώ; εγώ ουρά της, τσιμπάω τα ψίχουλα των συμπτωματικών συνευρέσεών της, ενώ εκείνη φτερουγίζει αδιάφορα, χορτασμένα, περνάει δίπλα μου σκίζοντας τη σίτα, στροβιλίζεται, γελά ένα γέλιο γάργαρο (σεισμός στα σπλάχνα μου), όσο να χαθεί στην υγρασία της αυλής ζητιανεύω τα χνάρια απ’ το αίμα που χύθηκε στο πεδίο της μάχης, τον ιδρώτα και τη βλέννα των στιγμιαίων εραστών της, γλείφω τ’ απομεινάρια της σε σβέρκους, πλάτες, μπράτσα και στήθη, με κυνηγάνε λόγια, δάκτυλα, μάτια, παλάμες, ματώνω, πονάω, ερεθίζομαι, πεινάω, τραντάζομαι, χύνω, κλαίω, τρεκλίζω, αιωρούμαι, γελάω, είναι ανώφελο, σαν κι αυτή, κι εγώ διαφορετικός, λιγότερος, άλλη δίψα, άλλοι έρωτες, στιγμές-στιγμές προσεύχομαι (σε τί; σε ποιόν;) να ήταν Μάντις, να μου δινότανε για μια -μόνη- φορά με τόσο πάθος, και στο τέλος, στην κορύφωση, στη συγκοπή του οργασμού μου, να μου έκοβε το κεφάλι, χράαακ, με μια χαψιά, αφού πρώτα με κοιτάξει στα μάτια, βαθιά, αφού πρώτα μου δώσει σημασία, πριν την τελευταία έξοδο, μικρός και μεγάλος θάνατος μαζί· τελικά τί μένει; εγώ, ένα κουνούπι στην πλάτη της, ανώφελος έρωτας, δυσάρεστο βάρος, χρήσιμο (στιγμιαία) όσο κι αδιάφορο (διαχρονικά).

(Ας δώσουμε μια υπόσχεση, ας μη μιλήσουμε ξανά για έρωτες, εντάξει; ποτέ ξανά, πες το κι εσύ, τελειώσαμε με τους έρωτες, εντάξει;)