Δευτέρα, Ιουλίου 09, 2012

Κλοπιμαία Ι



17 Νοεμβρίου. Πένθος: φρικτός τόπος, όπου πια δε φοβάμαι. (Roland Barthes, 'Ημερολόγιο Πένθους') 

Άκου, εγώ έτσι τα θυμάμαι: εσύ μου έμαθες πως πρέπει να λερώνομαι όταν παίζω. Εσύ πώς ν' ανεβαίνω την τσουλήθρα ανάποδα· «κόντρα στην κωλοβαρύτητα». Εσύ πώς να κάνω όρθια κούνια, πώς να φωνάζω με κλειστά μάτια για να ξεγελάω το φόβο μου καθώς επιταχύνει το γύρω-γύρω όλοι, να σπρώχνω με δύναμη τη γη όταν κάνουμε τραμπάλα, να γελάω ασταμάτητα όταν πέφτω και σκίζω τα γόνατά μου. Και τώρα μου λες «θα 'ρχόταν, μάτια μου, η στιγμή που θα 'πρεπε να κάνουμε ησυχία». Λες, έτσι το θυμάμαι εγώ, ότι θα είναι σαν να ισορροπεί η τραμπάλα μας στον αέρα. Σαν να μην έχει βάρος κανείς από τους δυο μας. Σαν, σαν, σαν, σαν. Εμένα όμως μου άρεσε αυτός ο σαματάς. Αυτό το βίαιο πάνω-κάτω. Δε θέλω καμιά σιωπή. Αν η τραμπάλα ισορροπήσει, απαλλαγμένη από το βάρος μας, εσύ δεν θα 'σαι πια εσύ κι εγώ δεν θα 'μαι πια εγώ. Κι όλο αυτό δεν θα μπορώ να το θυμάμαι σαν παιχνίδι. 


(Θέλω να μου πεις πως τα θυμάμαι λαθος. Κόψε αυτό το αστείο με τη σιωπή. Δες τις πληγές στα γόνατά μου: έκλεισαν. Δε με φοβίζει η βαρύτητα που τραβάει τα κορμιά μας σου λέω.) 




σσ. αφήγηση πάνω σε λέξεις κλεμμένες από το tumblr 'To photograph is to forget'.

Δεν υπάρχουν σχόλια: