Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2013
Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2013
Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2013
Polaroid 8.0
[Φωτό: Queens, Ν.Υ., 2007]
Here we aren't, so quickly. — J. S. Foer
Εκείνος αναρωτιέται διαρκώς τί υπάρχει μετά το τέλος, τί είναι η βαρύτητα, γιατί
ονόμασαν την ανατολή ανατολή και τη δύση δύση, γιατί να είναι αλλεργικός
στο τυρί και τις γάτες, από ποιά κακή συγκυρία γνωρίστηκαν ο παππούς και η
γιαγιά του (από την πλευρά του πατέρα του), τί χρώμα είναι το μέσα μέρος από το
δέρμα του αφού δεν το βλέπει ποτέ ο ήλιος. Μασάει κάθε μπουκιά από το φαγητό του τριαντατρείς
φορές, δε βλέπει ντοκυμαντέρ με τη θάλασσα γιατί τον τρομάζει το σκούρο
μπλε, φοράει πάντα σκουρόχρωμες κάλτσες και βάζει το ρολόι του πέντε λεπτά
μπροστά στην προσπάθειά του να είναι συνεπής στα ραντεβού του· μερικές φορές
διαβάζει στο τρένο, αλλά συνήθως ζαλίζεται.
Εκείνη δεν την απασχολούν ζητήματα
όπως ο θάνατος, το Big Bang, οι Κόκκινοι Γίγαντες και οι Λευκοί Νάνοι, μετράει
κάθε φορά τα φύλλα στα τριαντάφυλλα που της χαρίζουν σαν να μην έχει πίστη στη
φύση, λατρεύει τον πατέρα της (και γι’ αυτό δεν του μιλά ποτέ) και δεν αντέχει
τη μητέρα της (γι’ αυτό της εξομολογείται τα πιο μύχια μυστικά της). Τα μαλλιά
της είναι κόκκινα, φοράει ρούχα που δεν την κολακεύουν, πίνει θολά ποτά
μέχρι που γίνεται λιώμα, δεν είναι ποτέ στην ώρα της από κόντρα με το χρόνο
που δε φυλακίζεται (αλλά φυλακίζει), αρνείται να κυκλοφορεί υπό ήλιο τα καλοκαίρια ή μετά τη
δύση του ηλίου τους χειμώνες, οδηγεί σαν μανιακή και συλλέγει κλήσεις· κρύβει
σαπουνάκια διαφόρων αρωμάτων ανάμεσα στις πετσέτες και τα σεντόνια της.
Οι δυο
τους πρωτοσυναντήθηκαν Δεκέμβρη στο Μανχάταν: εκείνος επειδή λατρεύει τον τρόπο
που ο πάγος εξαχνώνεται από τα κλαδιά των δέντρων κι εκείνη επειδή σιχαίνεται τις γιορτές στο
εξοχικό των δικών της στο Κολντ Σπρινγκ Χάρμπορ. Εκείνος της διηγήθηκε πως μικρός, τους χειμώνες, κλειδωνόταν μέσα στο αμάξι του θείου του, σαν μέσα σε ολόδικό του ψυγείο που πάγωνε το χρόνο.
Εκείνη του είπε πως «αυτό ακούγεται εντελώς χαζό». Εκείνος
κατάλαβε ότι ήταν καμουφλαρισμένο φλερτ. Εκείνη του ζήτησε να
ξαναβρεθούν. Εκείνος την πήγε βραδινή βόλτα, υπό χιόνι, στο Σεντραλ Παρκ. Εκείνη τον ρώτησε
αν τη βρίσκει όμορφη. Εκείνος της είπε «έχει σημασία;». Εκείνη απάντησε «όχι».
Ύστερα τα ίχνη τους χάθηκαν.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2013
Τσέλο κάτω από τη γέφυρα
[Φωτό: Α.Π., Νεκρή Φύση, Ιανουάριος 2013]
Tην ημέρα περιδιαβάζει το πάρκο. Είναι
ψηλός—σχεδόν δυο μέτρα—με πολύ μακριά άκρα. Περπατά με το στόμα ραμμένο,
σκυφτός, τα χέρια του κρέμονται δεξιά κι αριστερά του. Το βλέμμα του γυρνάει
σαν επικονιαστικό έντομο από τα κλαδιά των δέντρων στα παγκάκια, από τους ώμους
των περαστικών στις γεμάτες νερό λακούβες. Από τις μύτες των παπουτσιών του
στην πέτρινη γέφυρα. Εκεί όπου περνά τις νύχτες του άγρυπνος, αφού κάτι όνειρα
τον κρατούν ξύπνιο μέσα στο όνειρό του.
Η γέφυρα εκτείνεται πάνω από
τη λίμνη του πάρκου. Μια λίμνη μικρή, της οποίας το γύρο μπορεί κανείς να κάνει
σε δέκα-δεκαπέντε λεπτά. Δε μοιάζει να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό η ύπαρξη της
γέφυρας. Εκτός ίσως από το να προσφέρει καταφύγιο σε ανθρώπους σαν κι αυτόν.
Έτσι κι εκείνος—σαν από αιώνιο χρέος στην τύχη—περνά
κάθε βράδυ απ’ όσα μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του εκεί, κάτω απ’ τη γέφυρα,
μέσα σε μια ξεχαρβαλωμένη θήκη τσέλου. Αν τον ρωτήσεις δεν έχει ιδέα πώς ηχεί
ένα τσέλο.
Τα βράδια κόσμος κάνει περίπατο
στο πάρκο. Κάποιες φορές περνούν μπροστά του. Τότε εκείνος σηκώνει το κεφάλι
και—χωρίς ποτέ να σηκωθεί όρθιος—τους μιλά. Για την προσδόκητη κακοκαιρία ή
καλοκαιρία—ανάλογα την εποχή. Για τα χρώματα της αυγής και του δειλινού. Για τον
εγωισμό της φύσης. Για βιβλία που δεν έχει διαβάσει. Για τις προθέσεις των
ανθρώπων. Για την ανυπαρξία προθέσεων των ανθρώπων. Για την έλλειψη φαγητού και
ύπνου. Για τις αλήθειες και τα ψέμματα που έχει πει. Για τα μονοπάτια του
πάρκου που προτιμά—ανάλογα την εποχή. Για ταξίδια που ποτέ δεν έκανε. Για
ανθρώπους που τον ερωτεύτηκαν αλλά τον ξέχασαν. Για ανθρώπους που δεν τον
συνάντησαν ποτέ αλλά τον μισούν. Όλες αυτές οι συναναστροφές ομιλίας-ακοής
έχουν κάτι από την αμήχανη αναστάτωση της πρώτης γνωριμίας δύο αγνώστων. Έτσι,
μπροστά σε μια τέτοια αναστάτωση, όλο και κάποιος χαλαλίζει λίγα ψιλά ή δυο
λέξεις παρηγοριάς για χάρη του. Πιο σπάνια, στη θέα του, ένα δάκρυ ξεφεύγει από
το μάτι κάποιου κοριτσιού. Τότε—και ποτέ άλλοτε—εκείνος σηκώνεται όρθιος και
λέει πάντα το ίδιο: «η ζωή είναι μια
διαρκής άσκηση αναπνοών. Εισπνοές εποχών, αναμνήσεων,
θορύβων, εκπνοές εξομολογήσεων, αναμνήσεων, ξοφλημένων ελπίδων και
αποχαιρετιστήριων φιλιών. Όλα προσωρινά. Εγώ μια μέρα, την ώρα του
απογευματινού τσαγιού, έχασα την αίσθηση του χρόνου». Και
κάθε φορά αυτά του τα λόγια διώχνουν το άγνωστο κορίτσι μακριά, με τα μάτια
στεγνά από δάκρυα και τα χέρια στις τσέπες, να σιγουρεύεται καθώς τρέχει ότι δε
λείπει κάτι από μέσα.
[πρώτη δημοσίευση: (δε)κατα, τ. 26, Καλοκαίρι 2011]
Τρίτη, Ιανουαρίου 01, 2013
Polaroid 7.0
[Φωτό: Α.Π., Βράχοι/Θάλασσα - Δυτική Ελλάδα]
Τhey lived, and loved, and laughed, and left. (James Joyce)
Την πρώτη φορά που έκανες διακοπές στο χωριό ερωτεύτηκες. Ήσουν δεν ήσουν επτά ετών. Εκείνη δυο χρόνια μεγαλύτερη. Ψηλή, μελαχροινή. Υπέροχη. Στα μισά του καλοκαιριού ο πατέρας της έφερε πάνω σε τρέιλερ ένα
φουσκωτό—στα μάτια σου υπερωκεάνιο. Την άλλη μέρα σάλπαρε για το
Λόγγο. Φορούσε μπλε σκούρο μαγιό. Την έλεγαν Ξένια. Από το «φιλοξενία» ήλπιζες, τελικά μάλλον απ' το «ξένη». Δεν την ξανάδες. Κι έτσι, όπως όλοι οι έρωτες που απάντησες από 'κει και πέρα, έμεινε τατουάζ στο υπογάστριο της μνήμη σου.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2012
Polaroid 6.0
An event may be small and insignificant in its
origin, and yet, when drawn close to one’s eye, it may open in its center an
infinite and radiant perspective because a higher order of being is trying to
express itself in it and irradiates it violently.
― Bruno Schulz
Όλοι οι κάτοικοι του
οικισμού δούλευαν στο εργοστάσιο. Κάθε πρωί το φως των δυο ήλιων γέμιζε τα
δωμάτια φως—οι κουρτίνες απαγορεύονταν δια νόμου, ακόμα και τη διάρκεια των λευκών νυκτών. H Σάρα είχε ήδη βράσει καφέ, από εκείνο τον σκούρο που μοίραζαν με
δελτίο. Ο πατέρας ντυνόταν με την πορτοκαλί σαλοπέτα
και το μπλε σκούρο μπλουζάκι, όλα με το έμβλημα του Υπουργείου Βιομηχανίας.
Είκοσι λεπτά αργότερα οι εργατικές πολυκατοικίες ξερνούσαν μια θάλασσα πορτοκαλί
φιγούρες. Με βήμα συγχρονισμένο και ετερόχρωμα μπλουζάκια, ανάλογα την εργασία, την
παλαιότητα, την καταγωγή. Διέσχιζαν το πλακόστρωτο—σε παράταξη—μέχρι τα όρια
της περίφραξης του συγκροτήματος. Με τον ήλιο στο πρόσωπο.
Τα
βράδια, όταν ο πατέρας γύρναγε στο σπίτι από τη δουλειά, ξέραμε αν είχε καλή ή
δύσκολη ημέρα από το σκοπό που τραγουδούσε. Αν ήταν κάποιο βαλσάκι βγαίναμε
στην εξώπορτα να τον συναντήσουμε, αν ήταν εμβατήριο η Σάρα μας έκρυβε στο πίσω
δωμάτιο. Αναρωτιέμαι τώρα, χρόνια μετά, αν ξημέρωνε εκείνα τα βράδια το ίδιο ζευγάρι ήλιων.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

