Δευτέρα, Δεκεμβρίου 20, 2010

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία


η λογοτεχνία δε λύνει το αίνιγμα της πραγματικότητας,
επιμένει ωστόσο να μας το υπενθυμίζει
(Μιχαήλ Μήτρας)

Μπήκε στο λεωφορείο, ήταν γεμάτο κεφάλια τυλιγμένα σε παλτά και κασκόλ και σκούφους, είχε τα ακουστικά στα αυτιά κι άκουγε Scriabin, τα μποτάκια του είχαν χιόνι στις μύτες και τα τακούνια, η μύτη του ήταν κόκκινη και από το άνω χείλος του έτρεχε το αίμα ποτάμι, όλα τα κεφάλια—τυλιγμένα σε παλτά, κασκόλ και σκούφους—γύρισαν και τον κοιτούσαν, ο οδηγός δίστασε όταν του έβαλε το εισιτήριο στο ντυμένο με δερμάτινο γάντι χέρι του, εκείνος κοιτούσε πάνω από τα κεφάλια, έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να τρυπήσει τα θαμπωμένα από τα χνώτα τζάμια με το βλέμμα, το λεωφορείο ξεκίνησε γλιστρώντας ελαφρά στον πάγο, τα κεφάλια—τυλιγμένα σε παλτά, κασκόλ και σκούφους—κράτησαν την ανάσα τους, αίμα συνέχισε να τρέχει από το άνω χείλος του, το χέρι του με το δερμάτινο γάντι και το εισιτήριο ακουμπούσε στο στομάχι του, το άλλο, γυμνό, κρεμόταν στο πλάι, τα κεφάλια συνέχισαν να κρατούν την ανάσα τους, το λεωφορείο περνούσε αργά μπροστά από την παιδική χαρά του πάρκου, το βλέμμα του ακόμα προσπαθούσε να τρυπήσει τα θαμπωμένα από τα χνώτα τζάμια, οι κούνιες, οι τσουλήθρες και οι τραμπάλες ήταν θαμμένες στο χιόνι, τα κεφάλια με το ζόρι μπορούσαν να κρατήσουν άλλο την αναπνοή τους, το αίμα είχε λερώσει το παλτό, το δερμάτινο γάντι και το εισιτήριο, τώρα έσταζε και στις μύτες από τα μποτάκια του, η σονάτα του Scriabin έφτανε στο τέλος της, τα γόνατά του δεν τον κρατούσαν άλλο, ο οδηγός κοιτούσε ανήσυχα από τον καθρέφτη του, τα κεφάλια—τυλιγμένα σε παλτά, κασκόλ και σκούφους—είχαν γίνει σχεδόν μπλε από την έλειψη οξυγόνου, το εισιτήριο έπεσε στο πάτωμα, εκείνος γονάτισε απότομα, ο οδηγός φρέναρε απότομα, τα κεφάλια άφησαν μια εκπνοή και πήραν μια βαθιά εισπνοή συγχρονισμένα, το κεφάλι του χτύπησε στο κουμπί για τη ‘στάση’, ο οδηγός άνοιξε την πόρτα, το κεφάλι του έφυγε προς τα πίσω και προσγειώθηκε στο χιονισμένο πεζοδρόμιο, ένα από τα κεφάλια έβαλε τα κλάμματα, το χιονισμένο πεζοδρόμιο γέμισε αίματα, οι κούνιες, οι τσουλήθρες και οι τραμπάλες παρέμεναν θαμμένες στο χιόνι.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 04, 2010

Park bridge


because of revisiting Thomas Bernhard

He spent his days roaming the city; his nights—sleepless—under the bridge. That bridge went over the small lake of this park, one that you could walk around in ten of fifteen minutes. There was no purpose for that bridge being there; except for sheltering him. This is why he spent every night he could remember of under it—sleepless, lying in a shattered cello case.

Every now and then, at night, people would walk under the bridge, right past him. He would then raise his head, without ever standing up, and make some kind of a remark: on the unusual weather, on the colours of dusk and dawn, on the egoism of nature, on books he never read, on intentions, on the lack of intentions, on not eating and not sleeping, on truth and lies, on the footpaths of this park he had walked on, on trips he never set out to, on people he fell in love with and then forgot about him, on people he never met and hated him—remarks on just about anything. And every now and then, at night, someone would spare some change, or a word of compassion; ever so rarely a tear would fall furtively out of a girl’s eye. He would, only then, stand up and say: think of life as a constant exercise on breathing; on breathing in seasons, the coming and going of days, on breathing in memories, noises, the pulse from underneath someone else’s skin. And these words of his would always drive the girl away—her tears dry, her hands in her pockets making sure nothing was missing.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 03, 2010

On Ferris Wheels


I am tired, he said. Tired. I can’t stand this ferris wheel—not anymore, he said. I can’t deal with being high-up this instant and bottom-low the next. How can I deal with such swings between charming and hateful, admirable and negligable, eloquent and mute, far-sighted and near-sighted, free as a bird and earthbound? I won’t be charming nor hateful, admirable or negligable, eloquent or mute, far-sighted or near-sighted, free as a bird or earthbound, he said. Don’t ask me what I choose to be though, he said, for I cannot answer that. Don’t ask me that, please, he said. Anything but that. These are all the things he said. Then drowned himself in the warmth of his winter attire, as the lit ferris wheel took him up to bring him back down again. And again. And again. And again—

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 01, 2010

A last waltz

A confession has to be part of your new life
(L. Wittgenstein)


This is it then. Firmly decided for. Impossible to change. Inexplicable, as much as well understood. Meant to be forgotten, just as much as destined to permanently scar your memories. This is it then. Irreversible like death. Eminent like every unforeseen fate. Indescribable, yet in demand of words. This is it then. As elusive as time itself. The sand having long escaped the hourglass. Words not made out of consonants and vowels anymore. I put my memories to sleep and stay awake to watch them sleepwalk. Full stop._