Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2008

Ραφήνα (4 προς 5 Δεκεμβρίου του 2008)

 

λογοτεχνία όπως τη γέννησε ο ανήσυχος ύπνος της Ρ 

& την μασκάρεψε (ψυχαναλύοντας ποιόν τελικά;) ο γράφων.

Επίσκεψη (κοινωνικά επιβεβλημένη; χαλαρά αυθόρμητη; μήπως αμήχανα αυθύπαρκτη;) στη Ραφήνα. Εκεί είναι διάφοροι. Είναι και δυο μωρά× ενα ξανθό, ένα μελαχροινό (this blog declares that it is an equal opportunities employer). Το ξανθό είναι δικό της, και, πόσο εκνευριστικά άνετα το κρατά ψηλά στον αέρα (τα δάκτυλα των ποδιών της δεν ακουμπάνε καν στα σανίδια) κάτω από μια μαντεμένια εστία. Με το άλλο χέρι (το ζερβό) καθαρίζει το μαντέμι (κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο) παρόλο που είναι πεντακάθαρο. Τα μάτια μου δεν έχουν δάκρυα× τα μάτια που βλέπουν τα μωρά σε σχήμα φασολιού. Καμμία κίνηση, κανένα χαρακτηριστικό (δε μοιάζουν ούτε του μπαμπά, ούτε της μαμάς τελικά). Τίνος είναι το καθένα μπορούμε, λέει (ποιός μιλά όταν δεν μιλά κανείς;), να το βρούμε από τα επίθετά τους –αυτά είναι γραμμένα σε πορτοκαλί χαρτάκια που κρέμονται με κλωστή από το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού τους (του ζερβού).

Το κουδούνι χτυπά, χωρίς να το έχουμε συνεννοηθεί ή να το γνωρίζω, ο Ρ (ο ένας ένα βήμα μπρος ή ο άλλος ένα βήμα πίσω;). Από ‘δω η Ρ, από ‘δω η Ρ, κάνει τις συστάσεις κάποιος (γνωριζόσαστε ήδη από πάντα).

Η ώρα περνά (όπως κάνει πάντα για να ‘ναι στην ώρα της). Πρέπει να φύγουμε. Εγώ έχω ένα μηχανακι. Μικρό. Ηλεκτροκίνητο. Χωρίς καθόλου δύναμη (θα δαγκωνόσασταν, ο ένας με τον άλλον, αν ήταν αλλιώς).Παρόλα αυτά παίρνω και τον Ρ και ξεκινάμε. Δικάβαλο. Ανάμεσά μας η βαλίτσα μου. Μικρή× όσο μια θήκη από περίστροφο (χωρίς περίστροφο, πάντως, αλλά οπλισμένη). Στο δρόμο ο Ρ θυμάται ότι ξέχασε τη δική του βαλίτσα. Γυρνάμε να την πάρουμε× την φορτώνω κι αυτή στο μηχανάκι. Δικάβαλο. Ανάμεσά μας οι δυο βαλίτσες μας. Η μικρή× κι η άλλη, η πολύ μεγάλη (πόσα μπαγκάζια μπορεί να σε φορτώσει ένα μπρος-πίσω;). Ο Ρ στριμώχνει κάπου κι ένα μπουκάλι ουίσκι. Ξεκινάμε πάλι. Στο δρόμο περνάμε πάνω από ένα γάντι× μου λέει σταμάτα να πάρουμε το γάντι σου. Σταματώ. Θυμάμαι (μήπως καλύτερα δεν ξεχνώ;) ότι είχε γίνει κουβέντα, που ήθελα να φύγω νωρίς, που δεν έχω μαζί μου γάντια, που καθώς θα σκοτεινιάζει ίσως κρυώνω. Δοκιμάζω το γάντι. Δεν είναι δικό (πόσα ξένα ζευγάρια γάντια αντέχεις να δοκιμάσεις μέχρι να καταλάβεις ότι τα δικά σου ήταν, απ’την αρχή, στις τσέπες του μπουφάν σου;). Τελικά ο Ρ λέει ότι είναι το δικό του γάντι. Φορτωμένοι συνεχίζουμε σε φαρδείς, φιδίσιους δρόμους. Άδειους δρόμους. Στην ανεπαίσθητη ανηφόρα το μηχανάκι λαχανιάζει. Κάποια στιγμή (στην ώρα της όπως πάντα) ο δρόμος γίνεται εντελώς κάθετος× ενενήντα μοίρες. Τον ανεβαίνω σημειωτόν για τέλειωτη ώρα (τα πόδια σπρώχνουν πίσω το χρόνο). Ώρα αγωνίας (χωρίς ψήγμα πανικού;) που, κάποια στιγμή, παίρνει τέλος.

Η πορεία συνεχίζεται (ως πότε; γιατί;) σε άλλους (σε ποιούς;) δρόμους.

 

 

Τρίτη, Δεκεμβρίου 02, 2008

Oxon*


*συνοδεύει όσους έχουν λάβει διδακτορικό δίπλωμα (D.Phil.) από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης
Στην πλάτη μου πάρκαρε μια κολόνα πάγου, σαν αυτές που έβαζε η νόνα μου στο ψυγείο μου λες, τόσο πολύ παλιά κι εγώ γυρνάω την πλάτη, τρίβομαι στο στρώμα, δια της τριβής η θερμότητα, οι κάργιες βροντάνε το κόκκινο τούβλο -λες να μπούνε μέσα; χώνω τη μούρη μου στο μαξιλάρι κι η παγοκολόνα ανεβοκατεβαίνει τη ραχοκοκκαλιά μου πάνω κάτω, από τον άξονα στον κόκκυγα, πάνω κάτω, κι όλο και μακρύτερες διαδρομές, από το ινιακό στα λαγόνια και το δάκτυλο κουνάει πάνω-κάτω, τα γυαλιά ισορροπούν στην άκρη της μύτης· βάζω τα κλάμματα· είμαι καβλωμένος· τί ώρα είναι; επτά ραμφίσματα στο τζάμι, τρίβομαι στο στρώμα, κι ένα μισό που κάνω πως δεν τ’ άκουσα, το κρεβάτι τρίζει, ατόφιος βρετανικός σφένδαμος, πάνω από το αριστερό μαξιλάρι -το δικό σου- μια βρυσούλα στάζει ζεστό νερό, πάνω από το δεξί -το δικό μου- μια άλλη ρίχνει βροχή το κρύο, τρίβομαι μια πιο γρήγορα μια πιο δυνατά, το κόκκινο λεωφορείο περνά μέσα από τη μικρή αυλή μου, έχω αργήσει, μα δεν σταματάω αυτό που κάνω, ο οδηγός φρενάρει να μην χτυπήσει την απλώστρα κι ανάβει φλας να ξαναβγεί στην άσφαλτο, το νερό από τη βρύση λιώνει τον πάγο που μ’ έχει καβαλήσει, παγώνει κι αυτό, ο οδηγός με ευχαριστεί με βαριά προφορά που δεν ανέβηκα, όταν τρώμε και τα δυο χέρια στο τραπέζι, τί ψάχνεις τάχα μου εκεί; αγκώνες κλειστοί, στα πλευρά, μη με μαλώνεις μαμά, θέλω να βγω από το δωμάτιο, μην περάσεις το μαρμαράκι, το μωσαϊκό κρύο και μου καίει τις πατούσες -από τη μέση και κάτω γυμνός, το πάπλωμα στεγνό, το μαξιλάρι στεγνό, το κεφάλι μου μούσκεμα, ο αποπάνω -έτσι το γράφει ο μαλάκας, μια λέξη- παίζει στο τέρμα την Ενάτη κι εγώ φαντάζομαι τον Στάνλεϋ να με ντύνει με λευκά ρούχα, μαύρες τιράντες, καπέλο και μπαστούνι για το γύρισμα, γαμήσου γαμιόλη μη σου καρφώσω κανά γαμημένο μαχαίρι στο μάτι, δεν είμαι πια καβλωμένος, ούτε πριν ήμουν, απλά θα ‘θελα να ‘μουν· φοβάμαι, είμαι ο αποκάτω· έχει ήλιο σήμερα, βλέπουν ήλιο και τρέχουν στα παγκάκια μ’ ανοικτά τα κουμπιά στα πουκάμισα, ουρές στα παγκάκια, παντού ουρές, τόσο κρύος αυτός ο ήλιος, ψυχρό και θερμό φως -ψυχροί και θερμοί όζοι, τυλίγομαι στο σεντόνι -το πάπλωμα πετάει στο ταβάνι, η τομή μου θέλει αλλαγή, μια χαρακιά στο λαρύγγι, πολυοζώδης βρογχοκήλη, σήμερα όμως δε βρέχει, τουλάχιστον δε βρέχει, εδώ ποτέ δε βρέχει, ποτέ, όντως, από το άλλο δωμάτιο μυρίζει γκάζι, τυλίγομαι με το σεντόνι και πατάω στο πάτωμα, στο άλλο δωμάτιο το φως είναι αναμμένο και το μπόιλερ κάνει θόρυβο, σε δέκα λεπτάκια-ένα τέταρτο θα ‘χει όσο νερό θες, το πάτωμα είναι στρωμμένο κατακίτρινα φύλλα, πλάτανος: το φύλλο του οποίου κοσμεί τη σημαία του Καναδά, με τα δάκτυλα του ποδιού ανασηκώνω μερικά να δω αν είναι αληθινά, από τα στόρια μπαίνει φως, οι κάργιες περιμένουν στο φράκτη, στην ουρά, αν δεν τα βάλεις τα μακαρόνια αμέσως κάτω από κρύο νερό κολλάνε -πώς το τρως αυτό το πράγμα πουλάκι μου; το τηλέφωνο καλεί ρυθμικά, ντριν-ντριν ντριν-ντριν, ύστερα η γραμμή πέφτει, σκατά, πώς θα μιλήσουμε σήμερα; μια απλώστρα, ένα πατάκι στο μπάνιο, α, και καθρέφτη, πιάτα, ποτήρια, όλα σου λείπουν, κοροϊδία, με κορόιδεψε και φορούσε στο χέρι χρύσο δαχτυλίδι με ψεύτικα μπριγιάν, στο δεξί, δεν ήταν στης καρδιάς, πάλι καλά, ούτε κι οι λέξεις απ’ το στόμα μου βγαίνουν καλά, μασάω τα ‘l’ Ρουθ, μασάω τα ‘l’ Τζούντυ, σκέφτομαι να πάρω πέτρες απ’ την αυλή μου και να παριστάνω το Δημοσθένη, τόσα όλα κι όλα τα γιατροσόφια που ξέρω.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2008

Ερωτικό κι ανώφελο

όπως αναρτάται στην ιστοσελίδα του Μ. Φάις, στο Εντευκτήριο του Hotel Memory

Τη ζηλεύω την πουτάνα (άρα την αγαπάω), ζει για το πάθος της, έτσι είναι, πουλιέται στον ένα και τον άλλον, το αναπνέει μ’ όλο της το δέρμα, για τους δυο μήνες που χτυπάνε οι φλέβες της, άντρας-γυναίκα δεν κάνει διαφορά, μόνο ο πυρετός της ένωσής τους, η εξάρτηση, μόνο αυτό μετράει, σμίγει το αίμα τους, όλα -τάχα μου- για το γέννημά της, μπερδεύονται ο ιδρώτας, οι βλέννες των κορμιών τους (σιχαμερά καβλωτικό), το οξυγόνο που εισπνέουν, την ακολουθώ με το βλέμμα πίσω απ’ τη σίτα: σουφρώνει-προτάσσει χείλη, μπήγει δόντια κι απομυζεί, γεύεται, ύστερα ανυψώνεται, αιωρείται, ανατριχιάζει, κι εγώ; εγώ ουρά της, τσιμπάω τα ψίχουλα των συμπτωματικών συνευρέσεών της, ενώ εκείνη φτερουγίζει αδιάφορα, χορτασμένα, περνάει δίπλα μου σκίζοντας τη σίτα, στροβιλίζεται, γελά ένα γέλιο γάργαρο (σεισμός στα σπλάχνα μου), όσο να χαθεί στην υγρασία της αυλής ζητιανεύω τα χνάρια απ’ το αίμα που χύθηκε στο πεδίο της μάχης, τον ιδρώτα και τη βλέννα των στιγμιαίων εραστών της, γλείφω τ’ απομεινάρια της σε σβέρκους, πλάτες, μπράτσα και στήθη, με κυνηγάνε λόγια, δάκτυλα, μάτια, παλάμες, ματώνω, πονάω, ερεθίζομαι, πεινάω, τραντάζομαι, χύνω, κλαίω, τρεκλίζω, αιωρούμαι, γελάω, είναι ανώφελο, σαν κι αυτή, κι εγώ διαφορετικός, λιγότερος, άλλη δίψα, άλλοι έρωτες, στιγμές-στιγμές προσεύχομαι (σε τί; σε ποιόν;) να ήταν Μάντις, να μου δινότανε για μια -μόνη- φορά με τόσο πάθος, και στο τέλος, στην κορύφωση, στη συγκοπή του οργασμού μου, να μου έκοβε το κεφάλι, χράαακ, με μια χαψιά, αφού πρώτα με κοιτάξει στα μάτια, βαθιά, αφού πρώτα μου δώσει σημασία, πριν την τελευταία έξοδο, μικρός και μεγάλος θάνατος μαζί· τελικά τί μένει; εγώ, ένα κουνούπι στην πλάτη της, ανώφελος έρωτας, δυσάρεστο βάρος, χρήσιμο (στιγμιαία) όσο κι αδιάφορο (διαχρονικά).

(Ας δώσουμε μια υπόσχεση, ας μη μιλήσουμε ξανά για έρωτες, εντάξει; ποτέ ξανά, πες το κι εσύ, τελειώσαμε με τους έρωτες, εντάξει;)

Τρίτη, Οκτωβρίου 21, 2008

Tρελό αίμα



Ι.
“Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Όχι κυκλικά. Βουρτσίζουμε δεν κοροϊδεύουμε την κοινωνία. Σαράντα φορές τα μπροστά, σαράντα τα πλαϊνά, σαράντα κι από μέσα. Παντού βουρτσίζουμε, παντού. Να φύγουν τα μικρόβια. Τι θέλεις να μεγαλώσεις και να μείνεις χωρίς δόντια;” Έτσι μου ‘λεγε η μάνα μου όταν ήμουνα μικράκι. Κι εγώ πάσχιζα, πάνω κάτω, πάνω κάτω, με μίσος. Κούραζα το δεξί μου χέρι κι όταν αυτό απόκαμε έβαζα την οδοντόβουτρα στ’ αριστερό. Μέσα έξω, μπρος πίσω, πάνω κάτω. Και δώσ’ του βούρτσισμα. Τρεις φορές τη μέρα κι η κυρά Φανή πάνω απ’ το κεφάλι μου στητή. Ακάματος φανοστάτης, να φωτίζει τη συνέπεια και την ταγή μου στην καθαριότητα. Κι όταν κατά το πρωινό βούρτσισμα μάτωνε το ούλο μου, εδώ να, κι έτρεχε αίμα ως το χείλι μου εγώ το ‘φτυνα τρομαγμένος. Έρεε απ’ το παιδικό μου στοματάκι μια αφρισμένη πράσινη παχύρευστη ουσία μ’ ένα πορφυρό κύμα στη μέση. Έκλεινα τα μάτια μη δω να χάνεται ένα κομμάτι του εαυτού μου στη δίνη του νιπτήρα. Τότε ήταν που λύγιζε ο φανοστάτης, μου σκούπιζε το στόμα με μια πετσέτα καθαρή που’ χε στην άκρη πλεκτή μπορντούρα και μου’ λεγε στοργικά: “Μη σε νοιάζει, αυτό είναι τρελό αίμα, πρέπει να φύγει, μη σε πιάσει και τρελαθείς αγόρι μου”. Μ’ αυτά και μ’ αυτά δε φοβόμουν. Φορτωνόμουν ξαλαφρωμένος τη σάκα μου κι έβγαινα στο δρόμο για το σχολείο.
   Σαράντα φορές έκανα κι άλλα πράγματα. Το μάσημα για παράδειγμα. Μάσαγα κάθε μπουκιά σαράντα φορές σε κάθε πλευρά του στόματος. Δυο ώρες μου’ παιρνε το μεσημεριανό κι άλλες τόσες το βραδυνό. Ύστερα πλύσιμο τα χέρια σαράντα φορές η ράχη της παλάμης, σαράντα κι άλλη της πλευρά. Για τα δόντια τα ‘παμε. Η μάνα μου μάλιστα με ορμήνευε κάθε πρωί για τα παρακάτω: “Τώρα που θα πας στο σχολείο πρόσεξε καλά. Σε κάθε διάλειμμα πλένουμε τα χέρια μας με το σαπούνι που σου ‘χω στη σάκα. Το ίδιο ισχύει και για όταν χτυπήσει το κουδούνι για το σχόλασμα. Προς Θεού μην ακουμπήσεις το φαϊ στο κυλικείο, θα φας σπίτι μας μια και καλή, και όχι τουαλέτα στο σχολείο, θα πιάσεις κανά μικρόβιο. Κρατήσου. Σφίξου. Σπίτι μας πας στο μπάνιο όσο θες”. Βέβαια, όπως το θυμάμαι και το θυμάμαι πολύ καλά, ούτε εκεί με άφηνε να κάθομαι με τις ώρες. Ποτέ δε φώναζε, βέβαια, η κυρά Φανή, αλλά κοφτά κι αποφασιστικά με παρατηρούσε που καθόμουν μες τη βρώμα τόσην ώρα και που θα μουλιάζανε τα ρούχα μου στη μπόχα απ’ τα αφοδεύματά μου κι ύστερα δε θα με πλησίαζε κανείς άνθρωπος έτσι που θα’ μουν σαν γιός βόθρου. Σήκωνα κι εγώ τα παντελόνια κι έβγαινα χωρίς να τραβήξω το καζανάκι, αφού ο ολόφωτος φανός των νεανικών μου χρόνων έφεγγε το φως του στα αποκυήματα του παχέως εντέρου μου κι εξέταζε, έτσι έλεγε, την υγεία του οργανισμού μου. 
   Όσο περνούσαν τα χρόνια η συμπεριφορά της δε με τρόμαζε, απλά μ’ ενοχλούσε και μ’ αποσυντόνιζε. Στην τουαλέτα, στο βούρτσισμα των δοντιών, στο ντους. Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρονών όταν την έπεισα, χωρίς φωνές -δεν πιάναν οι φωνές στη μάνα μου- πως δεν έπρεπε να στέκει μπάστακας μέσα στο μπάνιο όταν πλένομαι για να βεβαιώνεται για το σχολαστικό καθαρισμό κάθε γωνίας του κορμιού μου. Για να μην πω πως μέχρι τα έντεκα-δώδεκα αναλάμβανε εκείνη την προσωπική μου υγιεινή. Ήταν ένα συναίσθημα παράξενο, αλλά τ’ ομολογώ δε το’ νιωθα βασανιστήριο. Το κατάπιασμά της με το τρίψιμο ανάμεσα στα δάκτυλα χεριών και ποδιών, με το ενδελεχές πλύσιμο των αυτιών, έως και του πισινού μου μου απέδιδε μια ευχαρίστηση. Είχα την αμέριστη προσοχή και φροντίδα της. Ήμουν το επίκεντρο των εμμονών της. Κι αν πάντα έτσι ήταν η κυρά Φανή αλλά σε μένα δεν έφτανε έτσι πάντοτε. Κι αν στην εφηβεία την αρνήθηκα τη ζέση της ήταν γιατί μου είχε πια προκύψει μια άλλη, πιο ζεστή και κάπως πιο πικρή στη γεύση, μια άλλη που ανάβλυζε από ανάμεσα απ’ τα σκέλια μου.

ΙΙ.
Κατέβηκα χθες τ’ απόγεμα στο φαρμακείο. Περίμενα λίγο να πέσει ο ήλιος μη με βαρέσει στο δόξα πατρί. Στερέωσα λοιπόν το ψαθάκι μου στο κεφάλι και βγήκα. Κατέβηκα από τις σκάλες, για άσκηση. Πήγαινα με βήμα σταθερό από το πεζοδρόμιο και πρόσεχα πάντα να ακουμπά το παπούτσι μου μέσα στις πλάκες του πεζοδρομίου κι όχι στους αρμούς. Βάδιζα προσεκτικά για το λόγο τούτο και τσατίστηκα όταν ένα μηχανάκι αραγμένο στο πεζοδρόμιο μου χάλασε την ασχολία. Με τα πολλά έφτασα στο φαρμακείο. Στάνταρ προμήθειες. Οινόπνευμα, μπεταντίν, ασπιρίνες που κάνουν καλό στην καρδιά και γάζες αποστειρωμένες. Μ’ αυτές σκουπίζομαι στη τουαλέτα, γιατί τα χαρτιά υγείας ποιός ξέρει από πόσα χέρια έχουν περάσει. Πλήρωσα. Είπα ύστερα να βολτάρω λιγάκι. Είχε δροσιά. Περπάτησα προς την πλατεία της Κυψέλης. Στο ύψος της Αμοργού είχε σπάσει μια σωλήνα. Ανάβλυζε νερό στο δρόμο και είχαν σχηματιστεί δυο ρυάκια που πήγαιναν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Πήρα το ένα στο κατόπι. Κελάριζε το νερό κι εγώ ακροπατούσα δίπλα του, λες και φοβόμουν μη βραχώ. Θυμήθηκα το κτήμα στο Δημητρόπουλο, με τις λεμονιές και το ποτάμι που όταν φούσκωνε έκοβε πέντε-δέκα μέτρα απ’ τη γη μας. Θυμήθηκα που’ ταν σ’ ένα τρίστρατο βαλμένο και που πιάναμε τα τζιτζίκια απ’ τα δέντρα το καλοκαίρι. Τι ωραία που ήταν εκεί το καλοκαίρι! Είχε δροσιά απ’ το νερό, κι ας είχε μισοστερέψει το ποτάμι, είχε σκιά και μύριζε λεμόνι. Βέβαια, ο πατέρας τα’ πιανε τα τζιτζίκια γιατί κατουράνε τα χέρια και δεν ήτανε να λερωθώ. Μου τα’φερνε κοντά στη μούρη κι εκείνα ζουζούνιζαν μπας κι ελευθερωθούν κι εγώ τραβιόμουν πίσω σιχασιάρικα κι εκείνος τ’ άφηνε να φύγουν κι εκείνα χάνονταν κόντρα στο φως. Εις μνήμην της αναπόλησης σκάρωσα επιτόπου ένα ποιηματάκι, κάπως έτσι πήγαινε:

Τρεις στράτες,
πριν τέσσερεις μέρες,
μια κουβέντα γλυκή,
μια βόλτα μικρή
πλάι στο νερό σε πιάνει η ψύχρα,
χωρίς προορισμό,
με λάγνο δισταγμό πατάς εκεί,
μια μύγα έλιωσε
νεκρή,
του βόμβου έσβησε η φωνή.
Τρελός, σίγουρα όχι.
Ίσως πάλι ναι.

Το’ λεγα και το ξανάλεγα. Με κοιτούσαν οι περαστικοί να το απαγγέλω μεγαλόφωνα. Γύρισα σπίτι, άφησα τα παπούτσια στο χαλάκι της εισόδου, ακούμπησα το καβουράκι δίπλα στη μαγκούρα του μακαρίτη του πατέρα. Πήρα ένα λεμόνι απ’ το ψυγείο, ξαπλώθηκα στο καναπέ και το’ βαλα κάτω απ’ την μύτη μου.

ΙΙΙ.
Ο πατέρας μου ζήταγε τον καφέ σερβιρισμένο με λουκούμι τριαντάφυλλο και νερό με παγάκια στη βεράντα κάθε απόγεμα μετά το μεσημεριανό του ύπνο. Κι ήταν ιερός ο ύπνος του αυτός. Τόσο που η βαφτιστήρα του πατέρα συχνά περνούσε τις ώρες αυτές αγκαλιά με το κόκκορα μέσα στο κοτέτσι. Είχε αποσυντονιστεί ο δόλιος και κακάριζε μέρα μεσημέρι. Η παράδοξη συντροφιά της Μαρίτσας του ‘δινε μια σύντομη παράταση ζωής. Φυσικά, τηλεόραση από τις δυόμιση μέχρι τις πέντε δεν είχε. Και για παιχνίδι ούτε λόγος. Εγώ κι αδερφή μου, μωρό ακόμη, δίναμε όρκο σιωπής μην ξυπνήσουμε τον πατέρα. Κι η κυρά Φανή περιπολούσε το διάδρομο, από την τραπεζαρία έξω απ’ το υπνοδωμάτιο μέχρι το σαλόνι που στεκόμασταν εμείς. Δυο ώρες ακίνητα σα μπιμπελό στο σύνθετο. Ακόμη και το μωρό συναισθανόταν τη σοβαρότητα της κατάστασης κι έμενε στήλη άλατος, άντε να’ ριχνε κανά ακαταλαβίστικο μουρμουρητό που και που. Ήταν τόσο συμπαθητικό το αδερφάκι μου. Τόσο που κόντεψα να πεθάνω για χάρη του. Η κοιλιά της μάνας μου μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνε κι η θανατερή μου διάθεση. 
   Γύρναγε ο πατέρας από τη Χαρτοποιεία το μεσημέρι, έβρισκε ζεστό φαΐ και καλοσιδερωμένο τραπεζομάντηλο, ζήταγε να φάει με το γιο του που ‘χε και τ’ όνομα και τα μάτια του δικού του πατέρα. Μα εγώ είχα ώρα πριν μπει κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας κι έβλεπα αηδιασμένος. Το πρώτο που’ κανε ήταν να χαϊδέψει την κοιλιά της μάνας μου κι ύστερα άφηνε το κορμί του να πέσει στην καρέκλα. Μα εγώ το ‘χα βάλει σκοπό να τους εκδικηθώ και τους δυο. Αν βάλεις κι εκείνο που ήταν στο δρόμο, τότε και τους τρεις. Δεν έκοψα το φαΐ, αλλά έκοψα την τουαλέτα. Κάθε που μ’ έπιανε η ανάγκη κρυβόμουν γονατιστός κάτω απ’ το τραπέζι κι έσπρωχνα τα γεννήματα του πισινού μου πάλι μέσα με τη φτέρνα μου. Ζοριζόμουν, κοκκίνιζα, έσπρωχνα κι ο πόνος κάποτε περνούσε. Το ξέραν κι οι δυο τους πως ήμουν εκεί κάτω κι η φωνή μου, που έβγαινε κομπιαστικά καθώς προσπαθούσα να πιάσω αδιάφορη συζήτηση, με πρόδινε. Αλλά είχα το σχέδιό μου. Το ζόρι κράταγε έξι μήνες και παράλληλα στο σχολείο μασούλαγα τις άκρες από τα μολύβια και τα βιβλία. Όπως τα υπολογίζω πρέπει να’ θελα δυο με τρία μολύβια και τουλάχιστον σαράντα άκρες από σελίδες σχολικών βιβλίων και τετραδίων τη βδομάδα. 
   Κι αν κάτι απέδωσε το ζόρι μου ήταν που μαζί πήγαμε στο νοσοκομείο της Πάτρας με τη μάνα μου. Δίπλα δίπλα στ’ αυτοκίνητο, εκείνη να ζαλίζεται απ’ τον τοκετό κι εγώ να λιγοθυμάω από το δηλητήριο των εμετών μου. Της κράταγα το χέρι, ο πατέρας βλαστήμαγε την τύχη του, η κόρνα προμήνυε τα παρακάτω. Από τη μάνα μου βγάλανε ένα κούτσικο μωρό, ένα σάρκινο κουφέτο. Από την άκρη του εντέρου μου έβγαλαν αρκετά γραμμάρια συμπυκνωμένων κοπρόλιθων κι απ’ το στομάχι μου ένα συφερτό μολυβιού και κυτταρίνης. Σε δυο μέρες πήγαν οι τρεις τους σπίτι στα Σελιανήτικα κι εμένα άρχισε να επισκέπτεται μια συμπαθητική ξανθιά. Γλυκομίλητη, συγκαταβατική και γεμάτη απορίες. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι τα’ θελε όλα αυτά που με ρώταγε. Όμως το ένστικτο του ένοχου με κρατούσε στα ψέμματα. Της αράδιαζα πως δε μου δίνανε λεφτά οι δικοί μου να φάω στο σχολείο κι έτσι έτρωγα τα μη βρώσιμα, πως στην τουαλέτα δεν πήγαινα αφού η μάνα μου δεν την καθάριζε και βρωμοκοπούσε κι άλλα τέτοια. Ανάμεσα σ’ αυτά μ’ έβαζε να της ζωγραφίζω, ότι μου’ ρχόταν έλεγε, κι εμένα το χέρι μου έπιανε σε κάτι τέτοια καλλιτεχνικά κι ας μην καταπιάστηκα τελικά ποτέ μαζί τους. Σκάρωνα κι εγώ λιβάδια ολάνθιστα και ήλιους λαμπερούς και σπίτια πολύχρωμα και φίλιους ανθρώπους γελαστούς κι εκείνη απορούσε με την τόση ευτυχία, αλλά δε μου’ λεγε λέξη. Μόνο μια φορά, εκεί προς το τέλος, της ξέφυγε ένα: “Τρελό αίμα τρέχει στις φλέβες σου παιδί μου”, αλλά δεν του ‘δωσα σημασία. Παντζάρια γίναν οι δικοί μου όταν τους μετέφερε τα καθέκαστα η απορημένη γιατρέσσα και με πήραν άρον άρον σπίτι. Έτσι βρέθηκα τελικά να μοιράζομαι το δωμάτιο με το θηλυκό ανθρωπάκι, να κάνουμε μαζί ησυχία τα μεσημέρια, να έχουμε και την κυρά Φανή μισή μισή. 

IV.
Από το πρωί καίει ο τόπος. Έχει σαραντατρείς βαθμούς κι όπως έβγαζα το κεφάλι στο άνοιγμα του παραθύρου ν’ ανασάνω λίγο μ’ έπαιρνε ο λίβας στα ρουθούνια και μου κοβόταν η ζωή. Σκατά. Το κλιματιστικό ήταν του διπλανού. Για δικό μου ούτε λόγος. Ένα ενοχλητικό ζουζούνισμα εκεί ακριβώς στο όριο της βεράντας μου. Κάθε μισή ώρα κοβόταν και το ρεύμα. Μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Να μην μπορείς να βάλεις στη διαπασών τη μουσική να του τη σπάσεις λίγο του διπλανού που δροσίζεται κι εμένα καψώνει ο πισινός μου. Ναι. Να του βάλεις εκείνες τις όπερες με τις στριγγλιές και τα στεντόρια ανεβοκατεβάσματα της φωνής που μου ‘βαζε η μάνα για να κοιμηθώ. Αυτά σπάνε τζάμια μου είχε πει μια φορά που με πέτυχε στ’ ασανσέρ. Σε τόνο δασκαλίστικο. Και το μυξιάρικο απέναντι στολισμένο σα πεταλουδίτσα. Το κωλοπαιδάκι. Κουκλί με τις αστραφτερές κεραιΐτσες στερεωμένες στο κεφάλι, με τα διάφανα χρωματιστά φτεράκια στην πλάτη, πασαλειμένο απ’ την κορφή ως τα νύχια με κραγιόνια και με ένα χαμόγελο απόλυτης ευτυχίας. Ούτε ζέστη, ούτε λίβας, ούτε πυρκαγιές, ούτε κάψες. 
   Απ’ τ’ άλλο πλάι του σπιτιού σηκώνουν μια πολυκατοικία. Δε σ’ αφήνει να κλείσεις μάτι. Απ’ τις εφτά το πρωί γκράκα-γκρούκα. Ζω σε σύννεφο λευκής σκόνης πια. Λευκή σκόνη στα ηχεία του στερεοφωνικού, στο τραπεζάκι του καθιστικού. Λευκή σκόνη στα σώβρακά μου. Σα λερωμένο παραμύθι στην ομίχλη. Είμαι ολημερίς με ένα βρεγμένο πανί και μαζεύω τη σκόνη. Τώρα έκατσε κι ο καύσωνας κι απόγινε. Σαν να έλιωσε απ’ τη ζέστη η λευκή σκόνη μέσα στο κεφάλι μου κι έκανε μια κρούστα γύρω απ’ το μυαλό σου. Μου πιέζει τη σκέψη. Μου τη χαλάει. Και δώστου τρυπάνια βζζζτ και δώστου σφυριά νταπ-ντουπ και δώστου φωνές. Πέφτουν οι χριστοπαναγίες σύννεφο. Καταβρέχει η μάνα του μωρού απέναντι τα ντουβάρια με το λάστιχο. Αυτά δροσίζονται και δακρύζουν μέχρι το μωσαϊκό της βεράντας. Εκείνη ξαναμπαίνει μέσα στα δροσερά και το πεταλουδάκι στο λιοπύρι, στη λιμνούλα του, αγέρωχο να βγάζει κάτι πνιχτές κραυγούλες. Εγώ κοιτάζω και σφουγγίζω τον ιδρώτα με αρωματισμένα πανάκια.

V.
Τρεις μέρες κολλημένο το θερμόμετρο στους σαράντα. Ποτάμι ο ιδρώτας σου πατέρα στον καναπέ. Να μουσκεύει η πλάτη κι ο κώλος. Σηκωνόσουν να πάς μόνο μέχρι το ψυγείο. Γύρναγες με μια μπύρα στο χέρι και ξανά στο ίδιο σημείο. Κέντραρες τη στάμπα του ιδρώτα στο καναπεδάκι και άφηνες το κορμί σου να πέσει πάνω της. Δυο γουλιές. Μια τζούρα απ’ το άφιλτρο. Θυμάσαι τη Σουηδία πατέρα; Δεν γνώρισες λίβα εκεί. Κρύο, βροχή, κρύο, βροχή. Μόνο αν έριχνε κανά χιόνι σου θύμιζε τους χειμώνες στο ποτάμι στο χωριό. Έτρεχες έξω απ’ το κουτί σου κι απλωνόσουν στο παγωμένο νερό. Τριβόσουν σαν λευκή αρκούδα που’ χε μόλις γυρίσει απ’ τους τροπικούς. Έτριβες τη θύμιση στο ξένο χώμα κι ετσι λίγο φίλιωνες με την ιδέα της ξενιτιάς. Η Χαρτοποιεία έκλεισε εκεί που δεν το περίμενες. Η κόρη ήρθε εκεί που δεν το περίμενες. Η Σουηδία σε περίμενε. Κορόνες στο φάκελο. Το κεφάλι του Νομπέλ στην πάνω γωνία, Sotiropoulos Tasos, Stockholm, Sweden με τα γράμματα αλλουνού πιο κάτω. Παρ αβιόν. Αυτό έβλεπε η κυρά-Φανή από σένα όταν η μικρή έγινε πέντε χρονώ. Αυτό λάμβανε μέχρι να φτάσει τα επτά. Κι ύστερα ανέβηκαν στο αεροπλάνο να’ ρθουν στη Στοκχόλμη. Τρίφτηκαν οι μνήμες στους στο χιόνι. Στις ιταλικές Άλπεις. Χάθηκαν. Θάφτηκαν. Πάγωσαν. Ξεχάστηκαν. Έσβησαν. Πάλιωσαν. Απολίθωμα οι μνήμες τους. Κι εσύ γύρισες στο χωριό. Καύσωνας ή χιόνι εσύ εκεί. Έσφαξες και τον κόκκορα που σε ξύπναγε τα μεσημέρια με τα κρωξίματά του. Και πια ψυγείο-μπύρα-καναπεδάκι. Θυμάσαι τη Σουηδία πατέρα; Θυμάσαι τις Άλπεις; Θυμάσαι το γιό σου πατέρα;

VI.
Απ’ το πρωί έχει παρκάρει κάποιος μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ένα μαύρο τρίθυρο αυτοκινητάκι με μοχθηρά μάτια. Μισό πάνω στο πεζοδρόμιο, μισό στην άσφαλτο. Κοίτα θράσος. Έχω κατέβει τρεις φορές κάτω. Έχει πάει μεσημέρι κι ο οδηγός άφαντος. Να μην μπορείς να βαδίσεις στο πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι σου. Δεν είμαστε καλά. Τόσο δα. Δυο πιθαμές από το κεφαλόσκαλο της εισόδου. Δυο θρασύτατα μοχθηρά πλαστικά μάτια μπροστά στην πόρτα μας. Δεν κλείνεις κύριε ένα σπίτι. Κλείνεις τόσα. Δώδεκα. Κλείνεις τα σπίτια μας. Κλωτσάω με τη μύτη απ’ τα παπούτσια μου τα λάστιχα. Το κάνω επιφυλακτικά μη τα σκονίσω. Δείχνουν τόσο όμορφα έτσι καλογυαλισμένα που τα ‘χω. Αλλά πόση υπομονή να κάνεις; Πόση; Στο διάτανο και το γυάλισμα. Το κλωτσάω με όση δύναμη έχω. Το κλωτσάω και βλαστημάω. Στη μαμά δεν άρεσε να βλαστημάω. Ούτε στον πατέρα, αλλά όταν με βάζανε οι συμμαθητές μου στο σχολείο να βλαστημάω εκείνος δε μ’ άκουγε. Στη Στοκχόλμη δε φτάναν οι βλαστήμιες. Το κλοτσάω με μανία. Αφιονίζομαι. Αφιονίζονται και τα ματάκια του. Αναβοσβήνουν και όλο το σασί πάλλεται. Δονείται στους ήχους μιας στριγγής σειρήνας. Ίου ίου ίου ίου. Πήραν φωτιά τ’ αυτιά μου. Έβρασε το αίμα στις φλέβες μου. Η φασαρία έφερε και τον υπαίτιο κοντά στο μοχθηρό αμαξάκι με το μαύρο χρώμα και τις τρεις θύρες. Μου είπε κάτι σαν τι έγινε εδώ ρε μπάρμπα. Δεν άκουγα. Χτυπάγαν οι παλμοί σα σφυριά στ’ αυτιά μου. Το ‘νιωθα καψωμένο το πρόσωπό μου. Μόλις έφτασε μπροστά στο πλατύσκαλο του χίμηξα. Χωρίς σκέψη. Βούτηξα στο μέρος του και άνοιξα διάπλατα τις σιαγόνες μου. Ήθελα να του καρφώσω τα ψεύτικα δόντια μου στο λαιμό. Εκείνος ξαφνιασμενος έκανε ένα αργό βηματάκι όπισθεν. Βρέθηκα για μια σύντομη στιγμή να αιωρούμαι στο κενό και μετά έσκασα σαν καρπούζι στις πλάκες του πεζοδρομίου. Το κεφάλι μου έξυσε το φτερό από το μαύρο αυτοκίνητο. Το αίμα μου αναβλυζε ασθενικά δίπλα στο βρόμικο λάστιχο. Ο νεαρός έκανε να με σηκώσει. Ρώτησε αν είμαι καλά. “Μη φοβάσαι είναι τρελό αίμα. Έπρεπε να φύγει. Μη με πιάσει. Σε πιάνει το τρελό αίμα στο κεφάλι.” Έτσι του ‘πα.

Πέμπτη, Ιουλίου 31, 2008

Χωρίς τίτλο




Δεν άφησε πίσω τίποτα. Τα μάζεψε, όλα. Ένα προς ένα. Έκανε ένα τελευταίο γύρο στο σπίτι μην τυχόν και κάτι του ‘χε ξεφύγει. Συρτάρια, κουτιά, ντουλάπες, κάτω απ’ το κρεββάτι, πίσω από το ψυγείο. Τίποτα. Στο αεροδρόμιο τον πήγαν συνοδεία. Ολόκληρη κουστωδία και εκείνος τους χαμογέλαγε, τους τσίγκλαγε με χαζά αστεία όσο κλαψούριζαν. Μόνο η αδερφή του έλειπε. Είχαν τσακωθεί για λίγο χώμα, όσο είχε μείνει σ’ εκείνο το περιβόλι του παππού και της γιαγιάς. Βιάστηκε -διακριτικά- να κάνει τσέκ ιν. Πέρασε στην αίθουσα αναχωρήσεων κουνώντας το χέρι μπροστά απ’ την πλάτη του. Έβαλε το κινητό στο αθόρυβο αμέσως μόλις έστριψε και δεν μπορούσαν πια να τον δουν. Το άφησε έτσι για τέσσερα ακριβώς χρόνια.

Στο Μάντισον έφτασε δεκατέσσερεις ώρες μετά. Νοίκιασε το πρώτο σπίτι που βρήκε, το κουτί μου. Ένα ημιυπόγειο -εννιακόσια δολάρια το μήνα. Τους χειμώνες, που κρατούσαν σχεδόν επτά μήνες το χρόνο, το χιόνι σκέπαζε τους φεγγίτες ως επάνω. Κουτί δικό μου. Δεν είχε τηλεόραση, δεν είχε ψυγείο. Ούτε κι αγόρασε ποτέ. Το φουρνάκι που ‘χε αφήσει ο προηγούμενος ένοικος το είχε βάλει για κομοδίνο. Ακούμπαγε τις νύχτες τα γυαλιά του κι ένα πλαστικό ποτήρι με νερό. Στο χωλ, ακριβώς εκεί που άνοιγε η εξώπορτα, είχε όλα τα πράγματά του, σε μαύρες σακούλες. Όπως ακριβώς είχαν φτάσει με τη φορτωτική. Βιβλία ανάκατα, δίσκοι και κασσέτες που δεν είχε πού να τα παίξει. Στο σαλόνι ούτε ένα αντικείμενο, εδώ θα μπει ένα γραφείο -βέβαια, εκτός από ένα πορτατίφ ξαπλωμένο στο πάτωμα. Τη μοκέτα την είχε σκουπίσει διακόσιες φορές κι όταν μετά έσκιζε τη χάρτινη σακούλα της σκούπας κι έψαχνε ανάμεσα στα χνούδια και τη σκόνη ακόμα ξετρύπωνε τρίχες και νύχια του προηγούμενου. Τα φύλαγε σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας στο περβάζι του φεγγίτη. Ίσως να έπεφτε πάνω του στο δρόμο και να του τα ‘δινε. Δικά του πράγματα, μπορεί να του λείπουνε. Στην κρεββατοκάμαρα το στρώμα, το μαξιλάρι, οι δυο πετσέτες απλωμένες στο καλοριφέρ, τα ρούχα του ατάκτως ερριμμένα πάνω στις βαλίτσες. Κάνα χρόνο αργότερα του πρότειναν να μετακομίσει. Καλύτερο σπίτι, μικρότερο ενοίκιο, έλληνας συγκάτοικος, με ψυγείο. Αρνήθηκε χωρίς σκέψη, έχω το κουτί μου.

Κάποια βράδια που δεν τον έπιανε ύπνος, άφηνε το κορμί του να γλιστρήσει στο πάτωμα, σερνόταν μέχρι το διάδρομο κι έβαζε τα γυαλιά του. Με την πλάτη στον τοίχο παρατηρούσε το πίνακα του ηλεκτρικού που έβγαζε σπίθες κάθε τόσο.

Πού και πού σκεφτόταν τους γονείς του. Συνήθως όταν πήγαινε στο πλυντήριο. Έβαζε ένα κέρμα στη σχισμή κι ύστερα περίμενε. Και σκεφτόταν. Οι δυο τους είχαν βρει μια ισορροπία. Ο πατέρας του που πάντα κάτι έβρισκε ν’ ασχολείται. Κάρφωνε, έτριβε, βίδωνε -πέθανε το ‘97. Δεν γύρισε για την κηδεία του. Η μάνα του που μαγείρευε ασταμάτητα. Ούτε για το μνημόσυνό του. Σοφιζόταν διαρκώς δικαιολογίες για τη βίζα και τα εισιτήρια και τη δουλειά. Για τρεις εβδομάδες, κάθε βράδυ, έπαιρνε τη μάνα του στο τηλέφωνο και την άκουγε να κλαίει. Μόνο ένα γειά της έλεγε, στην αρχή. Το κατέβαζε όταν στην άλλη άκρη της γραμμής άκουγε μια μεγάλη παύση ή κατά λάθος, αν είχε προλάβει να τον νανουρίσει το κλάμα της. Στον ύπνο του έβλεπε το νεκρό να τριγυρνά το σπίτι φορώντας ρούχα του γιού του ευτυχισμένος.

Στα σαράντα, η μάνα του ‘στειλε ένα γλαστράκι. Ήταν μια τόση δα νερατζιά σε λίγο χώμα. Καρποφόρο για καλή τύχη και λίγο χώμα του πατέρα σου, του ‘γραφε, στο μνημόσυνο είχαν έρθει πανω από διακόσιοι άνθρωποι, σε ζητάγανε. Έβαλε το φυτό στο περβάζι δίπλα στο βάζο της μαρμελάδας. Το πότιζε μ’ ότι έβρισκε κάθε φορά, νερό ή κόκα-κόλα ή γάλα.

Ψώνιζε τα βασικά από ένα Λιβανέζο, ακριβώς στη γωνία απέναντι από το σπίτι του. Ήταν πολύ τακτικός πελάτης. Αγόραζε κάτι ντόνατς που ‘βαζε στο στόμα του το πρωί πριν το γραφείο, κόκα-κόλα λάιτ τα απογεύματα, κανά σάντουιτς και τσιγάρα. Πάντα τσιγάρα. Ο Λιβανέζος του υποσχέθηκε να του φέρνει ελληνική εφημερίδα. Δεν του έφερε ποτέ.

Κάποιο βράδυ έφερε σπίτι μια αμερικάνα. Μια ξανθιά, παχουλή. Όταν ξεκλείδωσε την πόρτα της ένευσε να περάσει πρώτη. Δεν πρόσεξε την έκπληξη στο πρόσωπό της. Έκανε κρύο αλλά εκείνη φορούσε ξώφτερνα, χωρίς καλσόν. Μπήκε πίσω της σπρωχτά. Την έφερε μέχρι το κέντρο του σαλονιού. Την ξάπλωσε στο πάτωμα. Σφήνωσε το χέρι του ανάμεσα στα λευκά μπούτια της. Ύστερα την έγδυσε, μπλέχτηκαν. Όταν ξεθύμανε γύρισε ανάσκελα πλάι της. Αναψε ένα τσιγάρο. Όσο εκείνη ανέβαζε την κιλότα, της έδειχνε με το χέρι γύρω γύρω, mine, all mine, empty but mine. Τον κοίταξε με χαμόγελο σαν να ‘λεγε το πιάνω το αστείο, οκέι. Δεν ήταν αστείο. Της πρότεινε το τσιγάρο. Δεν είχε τίποτε άλλο να την κεράσει. Ούτε να της πει. Άνοιξε μόνη της την πόρτα κι έφυγε.

Ούτε φίλους είχε πολλούς, ούτε πάρε δώσε. Μια καλημέρα, κάνα δύο κουβέντες στο μεσημεριανό. Έβγαινε μόνο όταν δεν μπορούσε να το αποφύγει. Δεν έπινε ποτέ. Τις μέρες που το χιόνι άφηνε να φανεί λίγο η πόλη έβγαινε μικρούς περιπάτους. Πεζοδρόμιο πεζοδρόμιο, πάντα βάζοντας τα ίδια σημάδια. Μη χαθεί σε μια πόλη που δεν γνώριζε. Ένα μεσημέρι, τέσσερα χρόνια έκλεινε στο Μάντισον, κάποιος οδηγός καβάλησε το πεζοδρόμιο. Εκείνος στεκόταν και χάζευε τη βιτρίνα ενός κρεοπωλείου. Πέθανε ακαριαία. Οι οδηγοί του ασθενοφόρου μάζεψαν αργότερα το απόγευμα τα κομμάτια του από το δρόμο.

Στην Αθήνα στείλανε μια σακούλα με τα χαρτιά του, ένα πιστοποιητικό θανάτο, μερικές φωτογραφίες του ατυχήματος. Τα υπάρχοντά του, όλα του τα πράγματα, τα κράτησε το κράτος. Δεν βρέθηκε δικός του να κανονίσει τα διαδικαστικά. Στο λάκκο, δυο τάφους πιο δίπλα ο πατέρας του, κατέβασαν ένα άδειο κουτί. Τον τακτοποίησαν χωρίς κόπο. Τα μάρμαρα τα διάλεξε η μάνα του μπεζ, που δε λερώνουν.

Είχε περάσει πάνω από χρόνος. Πέντε-έξι άνθρωποι είχαν μαζευτεί μεσημεριάτικα στο μνήμα. Κι ο παπάς που έφτυνε ευχές και ψαλμούς. Η μάνα ανακάτευε τα κόλλυβα να πάει παντού η ζάχαρη. Η αδερφή του μοίραζε πλαστικά κυπελλάκια και κουταλάκια στους ανθρώπους που ‘χαν ανέβει στο νεκροταφείο κι έπλεναν τους τάφους των δικών τους ή τους άλλαζαν λουλούδια. Ίσως έπρεπε να ‘χα βάλει περισσότερο ρόδι, έλεγε η μάνα, του άρεσε το ρόδι. Κάποιος έδωσε στον παπά ένα χαρτονόμισμα. Οι υπόλοιποι κούναγαν τα κεφάλια τους. Του άρεσε πολύ το ρόδι –βέβαια.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2008

Η προίκα



στα χρόνια μας στο Ρέθυμνο
 
ΒΑΔΙΖΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΖΑΒΛΑΚΩΜΕΝΟΣ ΑΚΟΜΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΥΠΝΟ. Ποιός μαλάκας είχε σκεφτεί να το βάλει στην άλλη άκρη του σπιτιού από το υπνοδωμάτιο; Τι σκατά σκεφτότανε δεν μπορώ να καταλάβω. Κι όπως αυτός ο ορυμαγδός των σκέψεων βομβάρδιζε το νυσταγμένο μυαλό μου, η κουτσή όρασή μου το είδε να εισέρχεται κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας του διαμερίσματος. Ανάλαφρο, λευκό με ροζ πινελιές ή τέλος πάντων έτσι το φανταζόμουν εκείνη τη στιγμή. Ένας Θεός ξέρει γιατί, αλλά φοβήθηκα. Αναπήδησα χαριτωμένα, εναλλάξ στα δυο μου πόδια. Μάλλον ξεστόμισα μάνα ξέπνοα, αν και δε με τιμά τριάντα τριών χρονών γαϊδούρι, και οπισθοχώρησα στο υπνοδωμάτιο. Ψαχούλεψα, ο γκαβός, το κομοδίνο για να βρω τα γυαλιά μου. Τα φόρεσα. Δεν μπορώ με σιγουριά να πω τι νομίζω πως είδα. Όπως το σκεφτόμουν, εκεί στη σιγουριά της κρεββατοκάμαρας, πίστεψα ότι δε γινόταν κάτι με σχήμα παραλληλόγραμμο, χρώμα λευκό κι ανεπαίσθητα ροζ να είναι τόσο επικίνδυνο πια. Οπλίστηκα με θάρρος. Ξαναβγήκα στο χωλ. Η χρήση των φακών μυωπίας μου ξεκαθάριζε πλέον το τοπίο. Ένα κομμάτι χαρτί. Αδερφή, αυτοχαρακτηρίστηκα. Έσκυψα, με πόνεσε η μέση θυμάμαι. Καταράστηκα τα γεράματά μου. Σήκωσα το χαρτί. Ειδοποιητήριο των ΕΛΤΑ. Παραλαβή δέματος συστημένου… από τότε μέχρι τότε… εκεί… απαιτούνται τα… Οκέι. Η κυρά Ευδοξία το’κανε το καλό πάλι. Πεσκέσι από τον Πρίνο Ρεθύμνης. Ας μην ανατρέψουμε όμως όλο μας τον καθημερινό προγραμματισμό για ένα δέμα. Κατούρημα, μισή ωρίτσα ύπνο ακόμη κι ύστερα ταχυδρομείο. 
Κόσμο δεν είχε ιδαίτερο στην ουρά. Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της απώλειας για την Αθήνα. Έτσι απομένουμε εδώ εμείς οι εκλεκτοί να την απολαμβάνουμε. Αυτά έλεγα στη νεαρή κυρία που με εξυπηρετούσε στο γκισέ του ταχυδρομείου. Εκείνη μου έφερε το ευμεγέθες δέμα. Ευχαρίστησα με ένα νεύμα του κεφαλιού, μια και τα χέρια μου ήταν αγκαζέ. Έφυγα. Είχα ήδη φτάσει σπίτι και γευόμουν ένα ζουμερό καλτσούνι με μυζήθρα και κανέλα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
-Ναι; μουρμούρισα μπουκωμένος.
-Μάθια μου;
-Έλα Ευδοξούλα. Τι κάνεις; Χίλια χρόνια θα ζήσεις.
-Καλά είμαι αγόρι μου. Γιατί το λες αυτό;
-Σε μνημόνευα ρε μάνα, για τα καλτσούνια σου, μόλις τώρα.
-Άνοιξες το δέμα; ρώτησε κι ένιωθα το δέρμα της ν’ασπρίζει απ’τον τρόμο.
-Ναι Ευδοξούλα.
-Άσε τις μαλαγανιές και τις Ευδοξούλες και κλείστο τώρα!
-Τι έπαθες ρε μάνα;
-Ποιός σου είπε πως ήτανε για του λόγου σου αυτά;
-Για ποιόν τα’στειλες ρε μάνα δηλαδή; Για το διαχειριστή;
-Άσε σε παρακαλώ κατά μέρος τις εξυπνάδες, είπε και μου εξήγησε…
Εγώ βέβαια δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να σκεφτώ γιατί εκτός από καλτσούνια επιμελώς αμπαλαρισμένα, ολόκληρα κεφάλια μυζήθρας σε κόκκινο γκοφρέ χαρτί, δυο μπουκάλες λάδι και δυο κρασί, η μάνα μου αποφάσισε να μου στείλει και ένα λινό τραπεζομάντηλο τρία επί ένα μέτρο, ένα σετ πετσέτες καλές με δαντέλα και τρία σεμέν πλεγμένα με βελονάκι. Στο πάτο ήταν κι η πρόσκληση. Παντρεύαμε το Χριστινιώ. Τρίτη μου ξαδέρφη από την πλευρά του σογιού της Ευδοξίας. Είχα να την δω πάνω από δέκα χρόνια, από κάτι διακοπές στον Πρίνο. Κι ούτε τότε την έκανα πολύ παρέα. Την έβρισκα αποκρουστικά χοντρή. Μια αντανάκλαση του εαυτού μου, λέω τώρα πια. Έμαθα τελικά πως έφυγε για την Αγγλία όπου σπούδασε, έπιασε δουλειά και τώρα παντρεύεται κάποιον άγγλο ή ουαλό τύπο, ονόματει Λόγκαν Χώθορν. Κριστίν Χώθορν-Ανωματάκη λοιπόν το Χριστινιώ. Η Ευδοξία μου είπε και το άλλο. Είχε σχεδόν απ’την αρχή πάρει μαζί της τη θεία Βάσω, μια ημίτρελη άκληρη αδερφή της συγχωρεμένης της μάνας της. Ήταν μόνη στο Ρέθυμνο, πάντα καλή ψυχή η Κριστίν την πήρε προίκα. Για να μη μακρυγορώ η μάνα μου τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Εγώ σ’αυτούς τους διαβόλους δε μπαίνω. Να τύχει κανά κακό εκεί όπως θα πετάμε, και να μην ξαναδώ το σπίτι μου, το χωριό μου. Άπαπα. Δεν κουζουλάθηκα ακόμη. Άσε που’χω και το μακαρίτη τον πατέρα σου. Τι να τον αφήσω μοναχό; Δε γίνεται. Δε γινόταν όμως να μην παραστεί το σόι στο γάμο της ξαδέρφης. Εσύ τα μιλάς τα εγγλέζικα, προέτεινε σαν επιχείρημα, τα αεροπλάνα δε τα φοβάσαι και δώρο έχεις να πας. Άρα φεύγεις την Πέμπτη, το Σάββατο είναι ο γάμος, και γυρνάς Κυριακή να μου τα πεις όλα απ’το τηλέφωνο. Α! Και μην ξεχάσεις να πεις στο Χριστινιώ πως αυτά τα προικιά της τα στέλνουν η θεία της η Ευδοξία και ο θείος της ο Σήφης. Ακούς; Άκουσα. Έκλεισα εισιτήρια. Έβαλα το μόνο μου κοστούμι στη βαλίτσα, φορτώθηκα και την πανάρχαια φωτογραφική μου μηχανή. Να φέρω πειστήρια. Ποιός την ακούει αλλιώς.
Πέμπτη αξημέρωτο ήμουν στο Ελ. Βενιζέλος. Τσεκ ιν. Εφημερίδες, περιοδικά από τον Ελευθερουδάκη. Επιβίβαση. Τρεισήμιση ώρες για Γκάτγουικ. Ξεράθηκα όλη την πτήση. Τσάμπα ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος. Πιάστηκα κιόλας κάπως. Βρήκα χρόνο να ξεμουδιάσω περιμένοντας τη βαλίτσα και το δέμα στις ταινίες των αποσκευών. Σέρνοντας, εν τέλει, τη βαλίτσα με το αριστερό και ισορροπώντας επιδέξεια το δέμα με το δεξί χέρι και τον ώμο πλησίαζα την έξοδο. Λίγο πριν από την αυτόματη πόρτα δυο υπάλληλοι του αεροδρομίου με σταμάτησαν για έλεγχο. Τους ενδιέφερε το δέμα. Το άνοιξαν. Ρωταγαν τι είναι αυτό, τι είναι εκείνο. Δε θυμόμουν τη λέξη μυζήθρα στα αγγλικά, ούτε ήξερα πως λένε το καλτσούνι στη γηραιά Αλβιώνα. Η συνεννόηση έμπαζε νερά από παντού. Προίκα, τους είπα τελικά. Prika. Δεν το κατάβαλαν. Αναμενόμενο. Τους μίλησα συνοπτικά για το ελληνικό έθιμο. Λίγο καχύποπτα, λίγο χαμογελαστά μου έγνεψαν να φύγω. Προίκα, σκέφτηκα, υπερεθνική έννοια.
Ο γάμος θα γινόταν στο Μπράιτον. Γνωστό παραθεριστικό θέρετρο στο νότιο άκρο της Αγγλίας. Από το Γκάτγουικ πήρα το τρένο για το Μπράιτον και επιτέλους έπιασε τόπο η αγορά των εφημερίδων και περιοδικών. Διάβαζα σχεδόν όλη τη διαδρομή. Στα διαλείματα κοίταζα από το άθλιο τζάμι του καρέ το φλουταρισμένο τοπίο. Αγγλική εξοχή. Χαμηλή βλάστηση, γραφικά cottages, γκρίζος ορίζοντας, εκνευριστικό ψιλόβροχο. Μετά από κάποια ώρα φτάσαμε στον προορισμό μας και κατόπιν δυσκοίλιου διαλόγου, με εξίσου δυσκοίλιο υπάλληλο στο γκισέ πληροφοριών του σταθμού, κατευθύνθηκα προς το Horses and Carriages, μια πάμπ, όχι πολύ μακριά από το σιδηροδρομικό σταθμό. Περπάτησα ένα δεκάλεπτο με εκατοντάδες μικρές στάλες βροχής να μου λερώνουν τα γυαλιά. Έφτασα στο ξύλινο οικοδόμημα που λειτουργούσε και ως ξενώνας. Η εξαδέλφη Κριστίν είχε κάνει μια κράτηση στ’όνομά μου. Ψευτοτακτοποιήθηκα. Το στενό παράθυρο έβλεπε ως τη Μάγχη. Θάλασσα, παραλία ένα χρώμα.
Κατέβηκα τη στενωπό του κλιμακοστασίου. Στρογγυλοκάθισα σ’ένα σκαμπό του μπαρ και παρήγγειλα μια μπύρα. Είχα ακούσει πως τη σερβίρουν χλιαρή. Φευ! Απλά σε θερμοκρασία δωματίου. Κι έτσι χάλια μου φάνηκε. Πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο κι ως τώρα δε μου άρεσε τίποτα. Σκέφτηκα πως όφειλα να ενημερώσω για την άφιξή μου. Στην πρόσκληση εσωκλείονταν οδηγίες προς το σπίτι των μελλόνυμφων. Βρέθηκα στη σωστή οδό δίχως δυσκολία. Απλωσιά. Τα σπίτια στη σειρά, καρμπόν. Μισοσκυμμένος κοίταζα τα νούμερα στις εξώθυρες. Σταμάτησα στο τριάντα έξι. Περπάτησα τη χλωμή πρασιά. Στην πόρτα δε έψαξα για το κουδούνι. Μ’άρεσε η ιδέα να χρησιμοποιήσω το ρόπτρο. Το βρετανικό σκηνικό είχε κάτι βαθιά παλιομοδίτικο. Γι’αυτό. Απάντηση δεν έλαβα. Ξαναχτύπησα. Τίποτα. Πάνω που έλεγα να ψάξω για το ηλεκτρικό κουδούνι, είδα ένα σημείωμα λευκό, παραλληλόγραμμο με ανοικτά κόκκινα γράμματα, κολλημένο από μέσα στη τζαμαρία της βεράντας. Κάτι μου θυμίζει. Rehearsal by the pier, Christa-Logan. Ένα το κρατούμενο, η Κριστίν-Χριστινιώ είναι τελικά Κρίστα. Κάνουν αυτή τη στιγμή πρόβα της γαμήλιας τελετής στην παραλία κοντά στην προβλήτα, δύο τα κρατούμενα. Ήξερα που να κοιτάξω. Προς τη Μάγχη. Θάλασσα, παραλία ένα χρώμα.
Το ψιλόβροχο σταμάτησε στο δρόμο προς τη θάλασσα. Ανοίξαν τα σύννεφα σε κανά δυο σημεία. Μπαλώματα πυκνού φωτός εμφανίζονταν στην αγγλική γη. Τώρα έφτανα στην παραλία. Λεπτόκοκκη, συμπαγής άμμος. Γκρίζα με λίγο καφέ. Ακτογραμμή ατέλειωτη, χιλιόμετρα παραλίας ως εκεί που πιάνει το μάτι. Έβγαλα τα παπούτσια, έχωσα μέσα τις κάλτσες, δίπλωσα δυο φορές τα μπατζάκια. Η προβλήτα στα δεξιά. Κάτι φιγούρες μαζεμένες μπροστά της. Η πιο λευκή προηγούταν του τσούρμου. Με τα υποδήματα ανα χείρας κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Η άμμος ήταν σκληρή. Σαν άσφαλτος. Στα μισά της διαδρομής με προσπέρασε ένα μπεζ Austin Heally της δεκαετίας του ΄60. Με ανοικτή την οροφή, οδηγό, συνοδηγό άντρες γύρω στα εξηνταπέντε και ευτραφή κυρία καθισμένη στα όρια καθισμάτων-πορτ μπαγκάζ. Πενήντα μέτρα πιο κάτω σταμάτησε. Η συντροφιά ξεπέζεψε. Ντυμένοι με κοντά παντελόνια κι οι τρεις έπιασαν να στήνουν κάτι πτυσσόμενες καρέκλες στην άμμο. Τις έβαλαν με πλάτη στο όχημα, έβγαλαν πουκάμισα και μπλούζες και χύθηκαν στην άνεσή τους. Λευκές επιδερμίδες με φακίδες, κρέμα πιο λευκή στο πρόσωπο, πατούσες χωμένες στην άμμο. Κι έτσι όπως τους είχα σε πρώτο πλάνο στο βάθος πλησίασε η γαμήλια πομπή, με τη λευκοφορεμένη Κρίστα-Κριστίν-Χριστινιώ στην κορυφή.
Μέτρησα περίπου είκοσι ανθρώπους. Όλοι με χλωμές επιδερμίδες και κάπως ανοικτόχρωμα μαλλιά. Ανάμεσά τους ξεχώριζε η νύφη. Ένα κεφάλι ψηλότερη από τους μισούς και από το γαμπρό. Μελαχρινή στο δέρμα και τα μαλλιά. Μια νταρντάνα, που θα’λεγε κι η Ευδοξία. Δε μου έμοιαζε αποκρουστικά χοντρή τώρα. Όσο για το γαμπρό ήταν κι αυτός κάτι που ξεχώριζε. Πιο πολύ κι από τον μαυροντυμένο ψιλόλιγνο ιερέα. Νομίζω πως γι’αυτό ευθύνεται το αναπηρικό καροτσάκι το οποίο χρησιμοποιεί και το οποίο με δυσκολία κινεί στα όρια βρεγμένης-στεγνής άμμου. Όμως πολύ αργότερα έμαθα γιατί του έλειπε το δεξί πόδι. Από το γόνατο και κάτω τίποτα. Η θεία Βάσω, κρυφά, μου διηγήθηκε την ιστορία. Ήταν μια αλλόκοτη ιστορία.
Ο Λόγκαν είναι ηθοποιός. Ωραίος άντρας που σπούδασε ηθοποιός. Ο απογαλακτισμός από την οικογένειά του συνέπεσε με την απόπειρά του να γίνει δεκτός στο περίφημο Actor’s Studio της Νέας Υόρκης. Η πραγματικότητα, ή όπως χαιρέκακα το έθεσε η θείτσα η υποκριτική του ικανότητα, τον προσγείωσε στο ταπεινό Bournemouth School of Drama, στο ομώνυμο μακρινό προάστιο του Λονδίνου. Το πτυχίο δεν του έστρωσε κόκκινο χαλί για τις κινηματογραφικές πρεμιέρες των φεστιβάλ της υφηλίου. Στα πρώτα τρία χρόνια της προσπάθειας για καριέρα είχε συμμετάσχει σε δυο διαφημιστικά σποτ της τηλεόρασης. Στο πρώτο ως οδηγός ταξί διαφημίζοντας τσίχλες για καθαρή αναπνοή. Στο δεύτερο συμμετείχε μερικώς, δηλαδή μόνο οι παλάμες του. Κρέμα χεριών μόνο για άνδρες. Για να τα βγάλει πέρα κατέφυγε στην Κρίστα-Χριστινιώ. Εκείνη δούλευε ήδη σε μια τράπεζα ασιατικών συμφερόντων. Τίποτα σπουδαίο, αλλά μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει ο μισθός έφτανε στα χέρια του ζευγαριού. Μέναν μαζί, και με τη θεία Βάσω, στα όρια των κακόφημων συνοικιών του ανατολικού Λονδίνου. Ο Λόγκαν ψάρευε ασήμαντους ρόλους σε πειραματικές, ημιυπόγειες θεατρικές σκηνές του Σόχο, πολύ πριν το downtown του Λονδίνου γίνει τόσο ακριβό και τρέντι όσο είναι σήμερα. Μετά από δύο χρόνια άκαρπων αναζητήσεων, γινόταν οντισιόν για μια σαπουνόπερα της βρετανικής τηλεόρασης. Μιας πολύ δημοφιλούς σαπουνόπερας. Έλαβε μέρος δίχως σκέψη. Εκεί ενημερώθηκε πως υπήρχαν δύο γυναικείοι και ένας ανδρικός ρόλος ελεύθεροι. Απέκλεισε την περίπτωση αλλαγής φύλου και αφιερώθηκε στην προετοιμασία του ανδρικού ρόλου. Είχε δεκαπέντε μέρες καιρό. Αποστήθισε τα λόγια. Έμενε αξύριστος και κοιμόταν ελάχιστα, να επιτείνει την εικόνα ταλαιπωρίας. Θα υποδυόταν το χαμένο αδελφό του γοητευτικού πρωταγωνιστή της σειράς. Το σενάριο έλεγε πως είχε χαθεί σε αεροπορικό δυστύχημα, περιπλανιόταν σε κάποια απρόσιτη βουνοκορφή της κεντρικής Ευρώπης, έχασε το πόδι του από τον παγετό. Όλα τα’χε ετοιμάσει, με τη βοήθεια και της Χριστίνας έκανε ασταμάτητα πρόβες. Ήταν στο πετσί του ρόλου. Είχε μάλιστα “δανειστεί” ένα αναπηρικό καροτσάκι από το κέντρο υγείας της περιοχής και κυκλοφορούσε παντού με αυτό. Καθόταν επάνω στο διπλωμένο δεξί του πόδι. Μούδιαζε, μυρμήγκιαζε, αλλά ο Λόγκαν δεν άλλαζε στάση μέχρι να πάει το βράδυ για ύπνο. Το δεκαπενθήμερο παρήλθε. Το ίδιο κι η οντισιόν. Είχε επιλεγεί στην τελική πεντάδα. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός, έλεγε. Έπρεπε να πάρει το ρόλο πάσει θυσία. Θα’ταν το εισιτήριό του προς την επιτυχία. Έψαχνε για το κάτι παραπάνω. Η Χριστίνα έλειπε στο Εδιμβούργο για ένα σεμινάριο, είχε και τη θεία Βάσω μαζί της. Οι πρόβες ήταν πιο βαρετές έτσι. Βγήκε να πάρει λίγο αέρα, χρειαζόταν μια ιδέα, κάτι ξεχωριστό. Γύρισε σπίτι μετά τις έντεκα κρατώντας στο χέρι μια μεγάλη σακούλα με πάγο. Από την εξώπορτα πήγε, χωρίς καν να βγάλει το σακάκι του, κατευθείαν στο μπάνιο. Άδειασε τη σακούλα στη μπανιέρα, έβγαλε κάλτσες και παπούτσια, σήκωσε το δεξί μπατζάκι ως πάνω από το γόνατο κι έχωσε το πόδι μέσα. Καθισμένος στο χείλος της μπανιέρας έγειρε προς τα πίσω, τεντώθηκε, άνοιξε το καθρέπτη πάνω από το νιπτήρα. Αποκαλύφθηκε το ντουλάπι με τα φάρμακα. Έπιασε κάτι ηρεμηστικά που έδινε η Κρίστα στη θεία, έβαλε κάμποσα στο στόμα του, τα’κανε μια χαψιά. Ήπιε και λίγο νερό με τη χούφτα του. Ζαλίστηκε. Χάθηκε. Το πόδι πάντα στη μπανιέρα. Περνούσαν οι ώρες, πέρασε η δράση των χαπιών, συνήλθε. Μουσκεμένο μπατζάκι. Το μπλαβί του δεξί πόδι κολυμπούσε σε μια λίμνη παγωμένου νερού. Δεν το ένιωθε. Έκανε να το κουνήσει, σφάδασε από τον πόνο. Έπεσε στα πλακάκια, σύρθηκε, τηλεφώνησε. Μερικές ώρες μετά ήταν λιγότερος άνθρωπος. Δε σωνόταν. Ακρωτηριασμός. Από το γόνατο και κάτω τίποτα. Η Κρίστα γύρισε, εκείνος ήταν στην οντισιόν. Δε μαθεύτηκε τι του είπαν. Θα ξαφνιάστηκαν βέβαια. Τη μια αρτιμελής, την επομένη κουτσός. Το ρόλο δεν τον πήρε. Ξαφνιάστηκε, έκλαψε, τρόμαξε με τον εαυτό του. Τι πήγε κι έκανε; Γύρισε σπίτι, το καροτσάκι έπρεπε να το κρατήσει τώρα. Τι είπε η ξαδέρφη μου, δεν ανέφερε η θείτσα. Φαντάζομαι τον δέχτηκε με συμπόνοια, παρά την αναμενόμενη αρχική έκπληξη. Πάντα έτσι ήταν το Χριστινιώ. Εγώ πάντως δεν είπα λέξη, σημείωσε η θεία Βάσω. Κι όταν καταλάγιασε ο κονιορτός της σύγχυσης το σκέφτηκαν ψύχραιμα. Μήνυσαν την παραγωγή της σαπουνόπερας. Τα βρήκαν στο συμβιβασμό. Ήταν ευκαιρία. Έτσι πήραν το δίπατο σπίτι στο Μπράιτον, πήρε κι η Χριστίνα μετάθεση. Τώρα ο γάμος.
Ο ιερέας μας έβαλε σε θέση μόλις τέλειωσαν οι χαιρετούρες κι οι συστάσεις. Εδώ παντρεύονται πολύ διαφορετικά. Όταν έφτασε η ώρα να ανταλλάξουν λίγα λόγια οι μελλόνυμφοι, λόγια αγάπης φαντάζομαι, η δεξιά πτέρυγα των παρευρισκόμενων ούρλιαξε εν χορώ. Διακόπηκε η πρόβα, γυρίσαμε όλοι κεφάλια δεξιά προς το νερό. Η άμπωτη είχε δώσει τη θέση της στην πλημμυρίδα. Η θάλασσα ξέβρασε στα πόδια μας ένα πόδι. Μπλαβί, νύχια μαυρισμένα, κομμένο λίγο κάτω απ΄το γόνατο, με κάτι πράσινα φύκια τυλιγμένα γύρω του, αριστερό. Σχηματίσαμε κύκλο γύρω από το μακάβριο δώρο της Μάγχης. Και τότε απρόσμενα η θεία Βάσω έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς το πόδι και το πήρε στην αγκαλιά της. Τύχη, αναφώνησε, υψώνοντάς το λάβαρο στον ουρανό. Εμείς αγόρι μου, απευθύνθηκε με τα θαμπά αγγλικά της στο Λόγκαν, λέμε πως τίποτα δε συμβαίνει χωρίς λόγο. Η φύση σου επιστρέφει τη μέρα του γάμου σου αυτό που άλλοτε σου στέρησε. Να! Ο γαμπρός δεν ήταν ο μόνος αποσβολωμένος. Θεία…, προσπάθησε να τη συνετίσει η νύφη. Εις μάτην. Εκείνη συνέχισε ακάθεκτη. Αυτό είναι δώρο Θεού, είπε ελληνικά αυτή τη φορά, προίκα. Prika, διόρθωσε. Η πρόβα έληξε νωρίς, η θεία αγκαλιά με το πτώμα, ο γάμος την επομένη με καλεσμένους λίγο αμήχανους, λίγα βήματα πιο μέσα από το εκεί που αρχικά θα στηνόταν το σκηνικό. Για σιγουριά.
Γύρισα στο διαμέρισμά μου, με την τουαλέτα μακριά απ’την κρεββατοκάμαρα, με τα πεσκέσια της Ευδοξίας. Αλλά και με πειστήρια. Ο γάμος έγινε. Το ζευγάρι μ’άφησε να το απαθανατίσω. Μπροστά στο τζάκι, με τη θεία στην άκρη δεξιά και πάνω στο μπουφέ σε παράταξη τα προικιά: μια ασημένια κορνίζα, η πιατέλα με τα καλτσούνια της Ευδοξίας, το σεμεδάκι της Ευδοξίας, μια γυάλα με φορμόλη και μέσα το αριστερότροπο πτώμα.