
Σάββατο, Ιουλίου 10, 2010
On Living Life

Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2010
Confession

Τρίτη, Μαΐου 25, 2010
Άλφα ή άλφα;

Η Άνοιξη (με κεφαλαίο άλφα ή με μικρό;) είναι μια εποχή παράξενη. Στην Ελλάδα (με κεφαλαίο έψιλον ή με μικρό;) ήταν μια εποχή ξεχασμένη--την θυμόταν κανείς μόνο όταν τον πλήγωνε βαθιά ο έρωτας (που τώρα έχει ξεχάσει, οπότε με έψιλον μικρό). Εδώ (Oxford, Oxfordshire, United Kingdom--δεν έχουν σημασία τα μικρά ή τα κεφαλαία) η ίδια εποχή είναι εντελώς άλλη (μάλλον με άλφα κεφαλαίο). Είναι, κάπως, σαν την αρχή ή το τέλος ενός έρωτα (μάλλον με έψιλον κεφαλαίο μιας και η τύχη του δεν έχει οριστικά κριθεί από την ιεράρχησή του στη βραχεία μνήμη μας). Στοργικά ζεστή, αφόρητα ζεστή, μουντή όλο καταχνιά, με υγρή πρωινή ομίχλη, με ριπές αέρα από το Στενό ή τη Βόρεια Θάλασσα (όλα με κεφαλαία, αφού ορίζουν την καθημερινότητά σου), με ανθισμένα δέντρα, κι οι άνθρωποι να βουτούν στον Τάμεση και ν' αρνούνται να αποχωριστούν τα κοντομάνικα. Μυρίζει αλλιώς. Αναπτύσσεται αλλιώς στο χρόνο. Πατάει αλλιώς στους ώμους σου και σε βαραίνει ή σε αλαφρώνει--έτσι είναι η Άνοιξη. Πάντα διαφορετική. Σήμερα, όπως θα κάνω ποδήλατο μόνο με το κοντομάνικο και το βοριαδάκι στην πλάτη, θα προσπαθήσω να ξανασκεφτώ την Άνοιξη (όπως την γνώρισα και όμως μου ξανασυστήνεται--με μικρά ή κεφαλαία γράμματα). Δίπλα μου θα περνάνε δίπατα λεωφορεία (πάντα με λάμδα μικρό). Στ' αυτιά μου θα παίζει το Song for my father του Horace Silver.
[Ας κάνουμε όμως μια συμφωνία, ας μην ξαναμιλήσουμε για Άνοιξη πια, εντάξει; Ας κάνουμε αυτή τη συμφωνία. Πες το κι εσύ, δεν θα ξαναμιλήσουμε για Άνοιξη.]
Κυριακή, Μαΐου 16, 2010
Η νυσταλγός

“Μιλάω μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο της λησμονημένης πλέον πόλης που πάνω της στέκεται τώρα το Κιότο”, ήταν οι πρώτες κουβέντες της γριάς Κίμικο. Μετάφραζε ο Τοκάι, εγώ σημείωνα. “Αυτήν τη νοσταλγώ κι είμαι η μόνη. Θα σας λέω μιαν ιστορία που είναι η πιότερο όμορφη σ’αυτή την πλευρά της θάλασσας. Όμως να ξέρετε πως ετούτες οι μνήμες δε μ’αφήνουν να κλείσω τα μάτια. Έχω να κοιμηθώ από όταν τα πουλιά της μνήμης μου έστειλαν ξανά τούτα τα λόγια. Τόσο παλιά που ήταν ακόμη αθώοι ο αριθμός σι κι ο αριθμός κου(4)”. Κάθε λίγες λέξεις, που ο Τοκάι ζοριζόταν αφόρητα να μεταφράσει από την ημιθανή και παραχαραγμένη διάλεκτο, η Κίμικο κατέβαζε τα βλέφαρα. Νυσταγμένη, με το κουπάκι του εσπρέσσο στα δυο χέρια, σχεδόν αποκοιμιόταν. Σωπαίναμε μην την ταράξουμε και την ίδια στιγμή ξυπνούσε έντρομη. Με τα δυο χέρια πλησίαζε το κουπάκι στα ξεραμένα της χείλη, έπινε μια κοφτή γουλιά από το δυτικόφερτο ρόφημα, καταριόταν κάποιο δαίμονα του ύπνου, συνέχιζε. “Στους κήπους της πόλης εκείνης φύτρωνε ένα πουλί που οι ντόπιοι το λέγαν μαγνόλια. Αστραφτερό χρυσοπράσινο χρώμα στο κεφάλι, πορφυρό δακτυλίδι στο λαιμό, λαμπερό καφετί φτέρωμα και τα πόδια χωμένα στη γη. Η εύφορη γη το αιώνιο κλουβί του”, διηγούταν. Κι ύστερα σηκωνόταν μ’έναν κουρασμένο πήδο απ’το παγκάκι, υποκλινόταν και βάδιζε προς το μικρό της σπίτι κάπου κοντά στη Σένμπον ντόρι(5). Την πρώτη φορά έκανα να την πάρω στο κατόπι. Με σταμάτησε ο Τοκάι. “Άστη να πάρει ανάσα”, μου είπε, “οι άνθρωποι εδώ μιλάνε όταν νιώθουν έτοιμοι και λένε τα πάντα”. Κι εγώ ξανάκατσα.
Κάθε μέρα λοιπόν εδώ. Με το σημειωματάριο μου, τα καλοξυσμένα μολύβια μου, τον ευγενικό μεταφραστή μου, τη γλυκόξινη γεύση που μου αφήνουν τα θραύσματα του παραληρήματός της. “Σ’εκείνη τη λησμονημένη πόλη ήμουν κι εγώ μαγνόλια, ψυθίριζε, με περιποιούνταν κόρες με λευκό δέρμα και χείλια ευαίσθητα σαν φύλλα ορχιδέας. Σ’εκείνη την πόλη οι κόρες φορούσαν πλατιά καπέλα, να τους κρύβει η σκιά το βλέμμα. Κι άμα περνούσαν δεκαέξι χειμώνες από πάνω τους, την πρώτη μερα της άνοιξης τις ξύπναγε ο άρχοντας Ισικάβα Ένσου. Κι ήταν η ώρα να μπλεχτούν τα χνώτα τους. Οι κόρες θύματα εξιλαστήρια της σκληρής αγάπης, ξαπλωμένες σε ψάθινα στρώματα”. “Εκείνος της νύκτας ασκητικός διαβάτης κι ο σπόρος του την αυγή υπερήφανος νικητής”, έλεγε κι έσπαγε η φωνή της. “Κι οι κήποι γέμιζαν μαγνόλιες ίδιες αδελφές”. “Αλίμονο αν κάποια αρνιόταν!”, φώναξε για μια στιγμή, “τότε ο δαίμονας, καυτός, την ονόμαζε νυσταλγό”. Σώπασε.
Μια φορά ο Τοκάι με ρώτησε γιατί επιμένω να κάθομαι ν’ακούω αυτά τα δύσκολα, τα φθαρμένα, τα διεστραμμένα. Δεν ήξερα τι ακριβώς να πω. Και του’πα το εξής: “Είμαι ζητιάνος όμορφων παραμυθιών”. Κι ήταν αλήθεια. Μετά του έδειξα με το δάκτυλο να σωπάσει. Η Κίμικο ξανάνοιξε τα μάτια, ρούφηξε τον καυτό καφέ των γκαϊτζίν που τόσο της άρεσε και συνέχισε από εκεί που είχε μείνει. “Μια κόρη με τους δεκατέσσερεις χειμώνες καρφιτσωμένους στο όμπι(6) της κουβαλούσε στις ευγενικές παλάμες της το ρόδι της χαράς. Πέρασε δυο μέρες κι άλλες τόσες νύκτες γυρνώντας στου κήπους με τις μαγνόλιες κι η πρώτη μέρα της άνοιξης είχε έρθει κι είχε φύγει. Ο Ισικάβα Ένσου πέρασε από την ψάθα της άπρακτος. Εκείνη την αυγή της τρίτης μέρας σύνθλιψε με τ’απαλά της δάκτυλα το ρόδι, γονάτισε κι άρχισε να λερώνει τα νύχια της με το χωμάτινο κλουβί που κράταγε δεμένες τις μαγνόλιες”. “Να πετάξουν ελεύθερα τα πουλιά”, είπε κι έδειξε ψηλά, “όπως εγώ”. “Μα πάνω στον αγώνα της, από τη στέρνα ξεπετιέται ο δαίμονας της λάβας!”. “Τον καλοσώρισε, του πρόσφερε τσάι, σύκα, φτερά πουλιών, φιλιά κι ανάσες”, έλεγε καθώς ξεπέζευε το παγκάκι και απομακρυνόταν με μικρά συρτά βήματα.
Την τελευταία μέρα που την είδα μίλαγε ακόμη πιο κοφτά από τις άλλες φορές, θυμωμένα. Φώναζε τις λέξεις στο τέλος κάθε πρότασης και ενδιάμεσα διαμαρτυρόταν πως νύσταζε, μα πονούσαν τα μάτια της από χιλιάδες καρφίτσες όταν τα’κλεινε. Πρώτη φορά διέκοπτε την αφήγηση να γκρινιάξει και τον εσπρέσσο τον άφησε απείραχτο στο παγκάκι. Όσο για την κόρη της ιστορίας η Κίμικο έλεγε κι εγώ σημείωσα τα εξής: “Είχε νυκτώσει στους κήπους της πόλης που έχασα. Η κόρη κυλιόταν ανάμεσα σε ξεριζωμένες μαγνόλιες αγκαλιά με το δαίμονα. Η φωνή σου θωπεύει τη δροσιά που απλώνει η δύση στο κορμί μου, του ψυθίριζε στ’αυτί. Το χνούδι στην πλάτη μου δονεί στα θερμά παρακάλια της ανάσας σου, στο βλέμμα σου ηχεί το νερό απ’τις πηγές των βουνών. Νοσταλγούσε τους προηγούμενους δεκατρείς χειμώνες”. “Τον παραπλανούσε να μην την ονομάσει νυσταλγό”, μας τόνισε διδακτικά η Κίμικο. Κι ο δαίμονας απάντησε. “Θα τσακίσω εγώ την αρνησιά σου, θα μαχαιρώσω τη μυστική σου καρδιά με τ’άσπρα μου σύννεφα που μαζεύονται στα μάτια σου. Μη φοβάσαι θα συνθλίψω το αυγό του φιδιού που κρύβεις στην αυλή σου. Μετά έριξε την κατάρα σε μια μαγνόλια που, ελεύθερη πια, τους κοιτούσε από τα κλαδιά ενός πεύκου”. “Τώρα η ψυχή μου ποθεί τη γαλήνη και μόνο”, μάθαμε πως είπε η κόρη. “Πείτε πόσοι νοσταλγοί ζητούν να γυρίσουν κι όμως στο τέλος δεν το έπραξαν μη τυχόν και ξανανοσταλγήσουν”, αναρωτήθηκε. Μετά την τελευταία λέξη η Κίμικο μίλησε για πρωτη φορά Κάνσαϊ-μπέν(7). Δε χρειάστηκα τον Τοκάι. Είπε, τραγουδιστά, πόσο πολύ νυστάζει. Έφυγε.
Δεν ξανάρθε στο παγκάκι και λίγο καιρό αφότου γύρισα στην Ελλάδα μου’ στειλε ο Τοκάι το τέλος της Κίμικο. Δε ρώτησα ποτέ πως το’ μαθε. Για μένα είναι και το τέλος της ιστορίας της. Να’ το. “Στον κήπο της μια αγριόπαπια κλώσσησε το αυγό του φιδιού. Μια πάπια με χρυσοπράσινο χρώμα στο κεφάλι, πορφυρό δακτυλίδι στο λαιμό και λαμπερό καφετί φτέρωμα. Αυτοκρατορική. Και το αυγό τετράκροκο, γέννησε τέσσερα φίδια. Μαύρες γυαλιστερές φολίδες κι ολόλευκα κεφάλια. Τα τρία πέρασαν από τον ξύλινο φράκτη στις γύρω αυλές. Το τελευταίο τρύπωσε στα στρωσίδια της. Τη δάγκωσε στη γάμπα. Πέθανε στον ύπνο της. Μ’έναν πόνο. Πρώτη φορά που κοιμόταν έτσι βαθιά”.
(1) Ευχαριστώ ξένε (δυτικέ).
(2) Ιαπωνία.
(3) Είναι κοντά (σε απόσταση).
(4) Σι, σημαίνει στα ιαπωνικά τέσσερα, όπως προφέρεται κι ο θάνατος. Κου, σημαίνει εννέα και ακούγεται σαν τις λέξεις πόνος, έγνοια. Οι προληπτικοί ιάπωνες αποφεύγουν τη χρήση των αριθμών αυτών ειδικά σε νοσοκομεία, δημόσιους χώρους κτλ.
(5) Οδός.
(6) Ζώνη παραδοσιακού κιμονό.
(7) Ιαπωνική σύγχρονη διάλεκτος, μελωδική, μιλιέται στο Κόμπε, το Κιότο και την Οσάκα.
Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2009
Ετών δώδεκα σε σχολική εορτή

Ο τοίχος μούσκεμα. Ο σβέρκος μου μούσκεμα. Το κάδρο με τη μάνα μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή, αντιφεγγίζει στο μεσημεριανό ήλιο. Τα μάτια μου τζούζουν, η μάνα μου δεν φαίνεται. Όλα μου τα πράγματα βαλμένα σε κούτες, το κινητό μου πάνω στο μαξιλάρι. Όλες μου οι σκέψεις σε κουτάκια: οι φτερουγισμένοι με τους φτερουγισμένους, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, οι ξεχασμένοι στην πρώτη γραμμή της μνήμης, οι παρόντες κάτω από τόνους σκόνης. Όλο το βράδυ κρύωνα. Ένα ρίγος ανεβοκατέβαινε από τον άτλαντα στον κόκκυγα. Το κινητό μου δεν χτυπάει. Όλο το βράδυ έβλεπα τα χέρια μου να φυτεύουν μικρούς λευκούς σταυρούς στις ζαρντινιέρες της βεράντας στο πατρικό μου. Κοιτάζω τα νύχια των χεριών μου και ρουφάω μικρές γουλιές κοκα-κόλα από το κουτάκι. Κατουριέμαι, αλλά βαριέμαι να πάω ως το μπάνιο. Το κινητό μου δεν χτυπάει. Κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσω να σκέφτομαι την πιθανότητα εγκατάστασης ερ-κοντίσιον σ’ αυτήν την τρύπα. Περιμένω× σκέφτομαι μαλακίες: αν ο θάνατος είναι ο μεγάλος ύπνος κι ο οργασμός είναι ο μικρός θάνατος, τί είναι ο βαθύς ύπνος; Όπως είμαι οκλαδόν στον καναπέ ανασηκώνομαι όσο να φτάσω το σι-ντι πλέιερ. Αρχίζει να παίζει μια τρομπέτα το κονσέρτο D’ Aranjuez. Το βάζω σε χαμηλή ένταση, αν χτυπήσει το κινητό να τ’ ακούσω. Πια μετρώ το χρόνο όπως τα λουλούδια, μέρα-νύχτα. Τέρμα οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Μόνο μέρα και νύχτα. Σκέφτομαι ότι πρέπει να φάω. Το ψυγείο το έβγαλα χθες από τη μπρίζα, όταν σηκώθηκα έφαγα το τελευταίο κρακεράκι, το μαγαζάκι στη γωνία έχει κλείσει για τον Αύγουστο. Το να φάω απαιτεί περισσότερη προσπάθεια απ’ όση μπορώ να επενδύσω. Αποφασίζω ότι δεν χρειάζεται να φάω. Χρειάζεται απλά να περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο. Δίπλα στο κάδρο με τη μάνα μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή, υπήρχε μια φωτογραφία του παππού στις εργατικές πολυκατοικίες στη Δραπετσώνα, να κρέμεται από τον έκτο καθώς καρφώνει στον τοίχο. Τώρα μένει το αποτύπωμά της στη φθορά του χρώματος. Μπορώ να το κοιτάζω ώρα. Κι όπως ζαβλακώνω, κάποιο βραχυκύκλωμα της μνήμης την βγάζει από την κούτα και την ξανακρεμά στο ίδιο καρφί. Έτσι μπορώ να σας επαναφέρω όλους, πάλι μαλακίες. Δίπλα στην πόρτα υπάρχουν τρεις κούτες από πατατάκια Τσακίρης, παραγεμισμένες και κλεισμένες με ταινία. Από πάνω το άδειο κλουβί απ’ τα δυο κανάρια του παππού, όπως τα ‘χε στο μαγαζί – προ αμνημονεύτων – μάλλον με την ίδια εφημερίδα στον πάτο: 22 Δεκεμβρίου 1999. Το ‘χαμε φυλάξει για να φυλακίζουμε ρεσό, θυμάσαι; Το τηλέφωνο συνεχίζει όπως ξύπνησε: βουβό. Το σι-ντι πέρασε στο επόμενο κομμάτι. Δεν ξέρω τον τίτλο του. Σηκώνομαι. Ανοίγω παντζούρια και παράθυρα, σηκώνω την τέντα στο μπαλκονάκι, ξαπλώνω φαρδύς-πλατύς στο μέσο του δωματίου και το φως μου καίει τα βλέφαρα. Με το δεξί χέρι, το καλό, ψηλαφίζω να βρω το κινητό. Πατάω στην τύχη ένα κουμπί. Ο ήχος με βεβαιώνει ότι δεν έχει μείνει από μπαταρία. Ξαναξαπλώνω, αυτή τη φορά χέρια ανοιχτά, σαν σε σταύρωση. Μετράω εισπνοές, μετά μετράω τις τάβλες ραμποτέ στο ταβάνι, μετά τους ρόζους σε μια τάβλα, τους δακτύλιους ενός ρόζου, τους δακτύλιους από χρώματα πίσω απ’ τα κλειστά μου βλέφαρα. Σσσσσσσσς! Στ’ αριστερά μου είναι η ντουλάπα. Άδεια. Από το ένα φύλλο της πόρτας κρέμεται η κρεμάστρα με τα μαύρα μου: σακάκι-παντελόνι-πουκάμισο-γραβάτα-ζώνη. Τα παπούτσια μου στο πάτωμα σκονισμένα γύρω-γύρω. Γυρνάω μπρούμυτα. Βάζω το κινητό στο πάτωμα μπροστά μου. Δεν χτυπάει. Σταυρώνω τα χέρια για ν’ ακουμπήσω το κεφάλι μου. Δεν χτυπάει. Από την Τετάρτη μέχρι σήμερα, Σάββατο, έχω επισκεφτεί τρία νεκροταφεία: Καλαμάκι, Ελληνικό, Ηλιούπολη. Το κοστούμι τα ‘βγαλε τα λεφτά του. Σε ένα τριήμερο. Κατά σειρά: παππούς, νονά, μητέρα. Τα παπούτσια τα ‘χω χρόνια. Χθες το βράδυ πέρασα – το αμάξι δανεικό – από το μανάβικο της παλιάς μου γειτονιάς και από κανά δύο σούπερ-μάρκετ και μάζεψα χαρτόκουτα. Πατατάκια, γάλατα, φρούτα, ρύζια ή ζάχαρες. Όλο το βράδυ πακέταρα. Πριν το πρώτο φως με πήρε ο ύπνος. Δεν πρόλαβα να ξεκρεμάσω αυτό το κάδρο με την φωτογραφία της μάνας μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή. Δεν έχω πια τίποτα σ’ αυτές τις γειτονιές. Οι ρίζες μου εκεί όπου ανήκουν. Στο χώμα. Οι μνήμες εκεί όπου καρπίζουν× στο μπροστά μέρος του μυαλού μου. Τα μαζεύω και φεύγω. Ότι δεν μπήκε σε κούτα θα μείνει εδώ: το κοστούμι και τα παπούτσια, το κλουβί απ’ τα κανάρια, το κάδρο με τη φωτογραφία της μάνας μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή. Όλα τα άλλα έχουν τη θέση τους, το κουτάκι τους. Η ζέστη είναι τώρα πιο έντονη. Το τηλέφωνο δεν χτυπάει. Ο τοίχος ιδρώνει ασταμάτητα. Κι ο σβέρκος μου. Στο φως διακρίνω τα σωματίδια της σκόνης καθώς αιωρούνται. Αν δεν χτυπήσει μέχρι το τέλους του επόμενου τραγουδιού, O Pastor των Madredeus, θα το κλείσω. Φαντάζομαι πως δεν θα χτυπήσει, δεν απόμεινε κανείς να συνοδέψω μέχρι την άκρη της σκαμμένης στη γη τρύπας. Δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα. Το κινητό δεν έχει κουτάκι. Μάλλον θα πρέπει να μείνει κι αυτό εδώ. Στην αριστερή τσέπη από τη βερμούδα μου έχω μια φωτογραφία μου, ετών δώδεκα να λέω ποίημα σε κάποια σχολική εορτή. Η μάνα μού κρατά το χέρι χωρίς να φαίνεται ολόκληρη. Κλείνω το κινητό και το βάζω μέσα στο κλουβί.
Τετάρτη, Μαΐου 20, 2009
Δαγκώνει το κίτρινο σκυλί;
Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2009
Καπνίζοντας πατ

Όταν ο Α. ξύπνησε κανένας δεν είχε αλλάξει θέση. Στέκοταν όλοι απαράλλαχτοι, γονατιστοί και τα κεφάλια ανάμεσα σε σουρωμένους ώμους. Δεν πρέπει να’ χε κοιμηθεί ούτε δέκα λεπτά. Ίσως πάλι και να’ χαν περάσει εικοσιτέσσερεις ώρες⋅ να’ χε ξημερώσει και βραδιάσει ξανά. Η χόβολη κάπνιζε. Ο αέρας είχε πέσει. Τον κοιτούσαν όλοι με μάτια γουρλωμένα. Ένιωθε πως κάτι έπρεπε να πει, αλλά ήταν το μυαλό του άδειο. Κόμπιασε ντροπιασμένος. Σφίχτηκε. Απάντησε ο εαυτός του αμέσως, «δεν φαίνονται ‘κείνα από ‘δω. Όσο κι αν στενεύεις τα βλέφαρα δε φαίνονται». Ο Α. δεν άκουσε τίποτα απ’ όλα αυτά. Είχε ανάμεσα απ’ τα λόγια του ανάψει ένα ακόμα στριφτό και το ‘χε λαίμαργα ρουφήξει. Γλάρωναν τα μάτια του. Σιγά σιγά είχε ξαπλώσει μπρούμυτα κι όταν έφτασαν οι πρώτες ψιχάλες -είχε από ώρα αρχίσει να κλείνει ο ουρανός- τον νανούρισαν χτυπώντας τον στην πλάτη και στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Πριν αποκοιμηθεί εντελώς άκουσε ξαφνικά φτερουγίσματα. Δεν έδωσε σημασία.
Σαν σήμερα, ή κάποια μέρα απ’ αυτές, θα έκλεινε τα τριάντα επτά. Κι αυτό βέβαια στο περίπου το μετρούσε, όπως και τις μέρες. Θα ‘ναι πέντε μήνες τώρα που ταξιδεύει. Κι αυτός κι άλλοι. Έχει ένα μικρό κομμάτι χαρτί στην τσέπη κι ένα μολύβι φαγωμένο στην μια άκρη με το σουγιά και στην άλλη με τα δόντια του. Τραβάει μια γραμμή για κάθε μέρα που ξυπνά. Σίγουρα θα ‘χει χάσει κάμποσες. Άλλες φορές κοιμάται μέρα και ταξιδεύει νύχτα, άλλες φορές τ’ ανάποδο. Άλλες πάλι δεν κοιμάται καθόλου. Δύσκολο να τραβήξει τις γραμμές του μ’ ακρίβεια έτσι. Ο Α. όμως, άθελά του, γιορτάζει απόψε, είναι δεν είναι η μέρα η σωστή. Κατσικάκι στη χόβολη. Τρυφερό. Μοσχοβολιστό. Ύστερα ένα τσιγάρο, να μουδιάσει λίγο κι αν προλάβει να κοιμηθεί μέχρι το πρώτο φως. Η χόβολη τονώνεται στο βοριαδάκι που σηκώνει η ερημιά⋅ το πορτοκαλί φως μακραίνει το πρόσωπό του σαν φλόγα σε κερί φτερουγισμένου ερημίτη. Το στριφτό τού κρέμεται απ’ τα χείλη κι ο καπνός τυλίγει κοιμισμένους και ξύπνιους, νεκρούς και ζωντανούς. Ξεφυσάει. Γέρνει λίγους πόντους μπροστά και ξαναρουφά απ’ τη μύτη ότι μόλις είχε διώξει απ’ το στόμα. Δυσκολεύεται να δει καλά, τα μάτια του τσούζουν και το κεφάλι είναι πιο βαρύ απ’ το -πρώτη φορά- γεμάτο στομάχι του. Κάποιοι έχουν πάρει κοτρώνια για προσκέφαλο, άλλοι έχουν χωθεί στην ψιλή άμμο, άλλοι σκεπάζονται ο ένας με το κορμί του διπλανού, μερικοί δεν κοιμούνται ακόμα. Στη μυρωδιά του κρέατος κάτι πουλιά φτεροκοπάνε πάνω απ’ τα κεφάλια τους και κάθονται δίπλα τους. Δειλά στην αρχή. Ύστερα θρασύτατα. Δεν τα διακρίνεις μες στο σκοτάδι, μόνο μάτια κόκκινα.
Απ’ το σινάφι του κανέναν δεν έχει φίλο. Πιο πολύ θα’ λεγες με το σκυλί κάνει παρέα παρά με τους ανθρώπους. Και με την κόρη του -φυσικά. Με τους υπόλοιπους λίγες κουβέντες και καλές. Γι’ αυτό όλοι τον έχουν περί πολλού, είναι κι ο μόνος που ξερει δυο λέξεις αγγλικά. Το στριφτό έχει σχεδόν σωθεί και η κάφτρα πυρώνει πολύ κοντά στα χείλη του. Η μικρή κοιμάται εδώ και ώρα πάνω στο σκύλο. Τα σκούρα μαλλιά της μπερδεύονται με το βρώμικο τρίχωμα του ζώου. Οι ανάσες τους συγχρονίζονται. Ο Α. στραγγίζει το παγούρι του από την τελευταία γουλιά νερό, το τινάζει στο ανοικτό του στόμα και σκουπίζει τα χείλια του στο μανίκι του. Ύστερα παίρνει αγκαλιά το σάκο του και κλείνει τα μάτια για δεύτερη φορά. Με τα μάτια κλειστά απλώνει το χέρι και ψάχνει την πλάτη του κοριτσιού. Σκεπάζει το παιδί μ’ ενα γαλάζιο κομμάτι νάυλον.
Στον ύπνο του είδε τον εαυτό του από ψηλά, να κάθεται στην αργιλένια άμμο της Καλανσία. Οι κορμοράνοι έρχονταν σε μεγάλα σμήνη απ’ το Αρ Αρ. Ορμούσαν με φόρα στο νερό, κολυμπούσαν φτιάχνοντας μαύρες κηλίδες στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καθιστός εαυτός του σηκώθηκε. Κοίταξε, με το χέρι αντήλιο, προς τ’ ανοιχτά. Δίπλα του περπάταγε -με το νερό ως τη μέση- ένας ψαράς. Μελαψός, αξύριστος, με βλέμμα υποταχτικό, ίδιος ο Α. κι αυτός. Έσερνε τον καλαμένιο κιούρτο του κόντρα στο ρεύμα. Περνούσε ανάμεσα απ’ τους κορμοράνους πισωπατώντας. Εκείνοι ατάραχοι. Δεν κοίταγε στον κιούρτο να δει αν έπιασε τίποτα, παρά κράταγε σταθερά στραμμένο το βλέμμα στο πλάι πάνω απ’ τον ώμο του και πήγαινε. Η επόμενη στιγμή θα τον έβρισκε στ’ ανοιχτά, με πόδια ξυλοπόδαρα καρφωμένα στο μαύρο του βυθού, να σέρνει ακόμη τον άδειο κιούρτο του και ξαφνικά, να’ το, πιάνεται στο στόμα του καλαθιού μια μεγάλη φάλαινα με μελαγχολικά μάτια. Το κήτος χτύπησε την ουρά στο νερό με δύναμη, ν’ απελευθερωθεί. Οι κορμοράνοι ξεσηκώθηκαν με τρομαγμένες φωνές και φτερουγίσματα. Ο ψαράς τη χάιδεψε στη ράχη. Εκείνη ηρέμησε.
Μουσκεμένος μέχρι το μεδούλι στον ιδρώτα του. Το στόμα του κατάξερο, με μια στυφή γεύση από καπνό. Ακούει πόδια να σέρνονται στο χώμα και κάτι ν’ αλυχτά. Χοντρές στάλες παίζουν ταμπούρλο στις πορτοκαλιές τρίχες του κεφαλιού του. Κοιτά γύρω του φοβισμένα, με τα μάτια μισάνοιχτα στο σκοτάδι. Αρπάζει στο χέρι μια πέτρα.
«Αν σας πάρει το μάτι μου σκατόζωα, θα σας κάνω να στενάξετε», λέει με μισόκλειστο το στόμα.
Συνεχίζει να ψάχνει με το βλέμμα, ενώ ζυγίζει την πέτρα καλά καλά στην παλάμη του. Κοιτά το παιδί σκεπασμένο με το νάυλον. Αναστενάζει με ανακούφιση, σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του με την ανάστροφη της παλάμης του, σέρνεται με τον κώλο ως μια συστάδα από φρύγανα και ξύνει την πλάτη κόντρα στα κλαριά τους. Ξαναγυρνά εκεί που το κορμί του είχε αφήσει μια στεγνή στάμπα στο χώμα. Αποκοιμιέται. Συνέχισε να βρέχει για ώρα.
Ξημερώνει κι ούτε το καταλαβαίνεις από τη πηχτή πάχνη που καλύπτει τα πάντα. Εκείνος, ακόμη στην ίδια στάση, δεν μοιάζει να ενοχλείται ούτε από το μουσκεμένο στρωσίδι του, ούτε από τη λάσπη που ‘χει θάψει τα δάκτυλά του. Η χόβολη καπνίζει σαν σβηστό ηφαίστειο. Μια λιμνούλα έχει σχηματιστεί αριστερά της. Σηκώνεται και σπρώχνει το σκύλο από δίπλα του. Κυρτώνει την πλάτη του, την ανασηκώνει από το έδαφος και στηριζόμενος στο κεφάλι και τις φτέρνες τεντώνεται. Μετά αφήνεται να ξαναπέσει στο νοτισμένο χώμα, χώνει το χέρι στην τσέπη, ψαχουλεύει. Τίποτα. Σηκώνεται. Ξεσκονίζεται σε γόνατα κι αγκώνες. Η λάσπη γράφει λοξές γραμμές χαμηλά στο παντελόνι του. Από χθες δε τον νοιάζει να κοιτά πάνω απ’ τον ώμο του ή σκυφτός μέσα από το φύλλωμα ενός θάμνου ή από το στενό άνοιγμα κάποιας πόρτας. Όρθιος πια τινάζει την υγρή σκόνη από τα τριμμένα πέτα του σακακιού του. Είναι πια η σκόνη δέρμα του κι αυτός η ψυχή της. Κι όπως την τινάζει από τα πέτα του είναι σαν να διώχνει φίλο καρδιακό. Βλασφήμια κι ατιμία. Σαν το παιδί κλαίει, με κοφτά αναφιλητά. Γεμίζουν τα μάτια του ως απάνω με δάκρυα και ακουμπάει πίσω τα χέρια να στηριχτεί στα βράχια. Κλαίει και μαζί του κράζουν ρυθμικά κίσσες απ’ τα δέντρα στο βάθος. Νιώθει απ’ τις κόχες να βγαίνει σκόνη που του ‘γδερνε τα βλέφαρα από μέσα. Κάνει δυο αργά βήματα και περνά μετεωριζόμενος πάνω από το παιδί. Τραβά στοργικά το φτηνό δερμάτινο σάκο από κάτω απ’ το μελαχρινό κεφαλάκι της, ανοίγει την μπροστά θήκη, βάζει το χέρι μέσα βαθιά. Τραβά από μέσα ένα τόσο δα σακκουλάκι. Τσιμπάει ευλαβικά με δυο δάκτυλα μια τούφα πράσινο ξερό χόρτο, το περνά κάτω απ’ τη μύτη του και το τυλίγει σε ένα κακοσκισμένο χαρτί. Το μυρίζει. Προτείνει δειλα τη γλώσσα κι γλείφει την άκρη να κολλήσει.
Όταν το χέρι του ξαναβουτά και βγαίνει στο φως βαστά έναν αναπτήρα. Ξεμακραίνει πέντε-έξι βήματα, με τον άνεμο στην πλάτη. Βρίσκει απάνεμο σ’ ένα χορταριασμένο βράχο, κλείνει τον αναπτήρα στη χούφτα του και δοκιμάζει κάμποσες φορές μέχρι ν’ ανάψει. Παίρνει δυο γρήγορες τζούρες να ζωηρέψει η φλόγα κι ύστερα μια μακριά, βαθιά εισπνοή από το μυρωδάτο καπνό που του κρύβει το πρόσωπο. Τσούζουνε τα μάτια του. Σφίγγει τα βλέφαρα. Τα χείλη του χαμογελάνε στις άκρες. Θυμάται τη σβηστή χόβολη. Γυρνά με μια έκφραση βαριεστημένη πίσω και μαζεύει στο λινάρι όλα τα κομμάτια καρβουνιασμένου ξύλου που είχαν απομείνει. Οι υπόλοιποι ξυπνάνε. Διακρίνει τις θαμπές τους φιγούρες να τεντώνονται, ν’ ανασηκώνονται, να ξυπνά η μια την άλλη χτυπώντας την στην πλάτη⋅ ύστερα θαμπά μουρμουρητά. Το τσιγάρο ακροβατεί στην άκρη του κάτω χείλους του. Δένει το ύφασμα από τις τέσσερις γωνίες σ’ ένα πουρνάρι, βλαστημά που ‘ναι μούσκεμα, στίβει ανόρεκτα το κάτω μέρος, τρέχουν κάτι νερά. Τ’ αφήνει εκεί και στρώνεται ξανά στο απάγκιο του. Έχει πάρει το βράχο αγκαλιά με τα δυο χέρια και κάνει βαθιές τζούρες απ’ το στριφτό του. Κλειδώνει το βλέμμα του σε μια συστάδα φρύγανα που ξεφυτρώνουν από μια χαραμάδα. Τα κοιτά επίμονα. Η εικόνα τους θολώνει, καθαρίζει, ξαναθολώνει. Τα κοιτά και δεν τα βλέπει.
Γύρω του μαζεύεται και μια παρέα κίσσες, με κοντούς λαιμούς, λαμπερό μάυρο φτέρωμα κι άσπρες μακριές ουρές. Φτιάχνουν έναν κύκλο γύρω του. Κάνει κρύο. Τον ήλιο μόνο τον μαντεύεις. Δίπλωσαν λοιπόν τα φτερά τους σταυρωτά γύρω από το σώμα τους και τριβόντουσαν να ζεσταθούν. Ο Α. δεν έμοιαζε να κρυώνει κι ας κύλαγε ακόμη νερό από τη μπροστινή τούφα των μαλλιών του στο μέτωπό του. Μιμείται το πέταγμα πουλιού ανοίγοντας τα χέρια δεξιά κι αριστερά του και παλατζάροντας μπρος πίσω. Κάνει μια μικρή παύση στο παιχνίδι να αποτελειώσει με μια τζούρα το στριφτό και ξεφυσά λιγοστό καπνό. Ένιωθε το νησί να στροβιλίζεται. Το κεφάλι του ν’ ελαφρώνει. Όλα γύριζαν κι άλλαζαν χρώματα σαν λούνα πάρκ. Τον τάραξε κάπως ένα σύρσιμο στο χώμα κι αυτός ο ήχος⋅ σαν να ξέσκαβαν τη γη. Το φως λιγοστό. Άκουγε μόνο ράμφη ν’ ανοιγοκλείνουν και γλώσσες να πλαταγίζουν. Τα μάτια του δεν ξεχώριζαν σχεδόν τίποτα στο σκοτάδι. Ακούμπαγε εδώ κι εκεί προσεκτικά μη καεί. Οι ήχοι ήταν κοντινοί κι επέμεναν. Άκουσε κόκκαλα να σπάνε. Γύρισε ύστερα στο ένα πλάι, φάτσα στο πέλαγος. Δυο βήματα μπροστά του χαράσσονταν μια απόκρημνη ακτογραμμή από πορώδη βράχια. Έφερε το κεφάλι του πάνω από το κενό και μπρούμυτα όπως ήταν πια τραβήχτηκε όσο πιο έξω γινόταν. Μισός στο βράχο, μισός στον αέρα. Τον χτύπαγε καταπρόσωπο ο αέρας⋅ που και που του ‘ρχονταν μαζεμένες ριπές θαλασσινού νερού στα μούτρα. Ψαχούλεψε στη δεξιά του τσέπη και έβγαλε ένα νοτισμένο στριφτό. Απ’ την άκρη του τσιγάρου κρέμονταν κάτι πρασινάδες. Το κράτησε στο στόμα, παίζοντας τις πρασινάδες με τη γλώσσα του. Στο πρόσωπό του απλώθηκε μια παιδική γαλήνη. Έμεινε έτσι για ώρες.
ΥΓ. Τα τοπωνύμια αναφέρονται στο νησί της Σοκότρα, ανοικτά της Υεμένης.