Τρίτη, Οκτωβρίου 21, 2008

Tρελό αίμα



Ι.
“Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Όχι κυκλικά. Βουρτσίζουμε δεν κοροϊδεύουμε την κοινωνία. Σαράντα φορές τα μπροστά, σαράντα τα πλαϊνά, σαράντα κι από μέσα. Παντού βουρτσίζουμε, παντού. Να φύγουν τα μικρόβια. Τι θέλεις να μεγαλώσεις και να μείνεις χωρίς δόντια;” Έτσι μου ‘λεγε η μάνα μου όταν ήμουνα μικράκι. Κι εγώ πάσχιζα, πάνω κάτω, πάνω κάτω, με μίσος. Κούραζα το δεξί μου χέρι κι όταν αυτό απόκαμε έβαζα την οδοντόβουτρα στ’ αριστερό. Μέσα έξω, μπρος πίσω, πάνω κάτω. Και δώσ’ του βούρτσισμα. Τρεις φορές τη μέρα κι η κυρά Φανή πάνω απ’ το κεφάλι μου στητή. Ακάματος φανοστάτης, να φωτίζει τη συνέπεια και την ταγή μου στην καθαριότητα. Κι όταν κατά το πρωινό βούρτσισμα μάτωνε το ούλο μου, εδώ να, κι έτρεχε αίμα ως το χείλι μου εγώ το ‘φτυνα τρομαγμένος. Έρεε απ’ το παιδικό μου στοματάκι μια αφρισμένη πράσινη παχύρευστη ουσία μ’ ένα πορφυρό κύμα στη μέση. Έκλεινα τα μάτια μη δω να χάνεται ένα κομμάτι του εαυτού μου στη δίνη του νιπτήρα. Τότε ήταν που λύγιζε ο φανοστάτης, μου σκούπιζε το στόμα με μια πετσέτα καθαρή που’ χε στην άκρη πλεκτή μπορντούρα και μου’ λεγε στοργικά: “Μη σε νοιάζει, αυτό είναι τρελό αίμα, πρέπει να φύγει, μη σε πιάσει και τρελαθείς αγόρι μου”. Μ’ αυτά και μ’ αυτά δε φοβόμουν. Φορτωνόμουν ξαλαφρωμένος τη σάκα μου κι έβγαινα στο δρόμο για το σχολείο.
   Σαράντα φορές έκανα κι άλλα πράγματα. Το μάσημα για παράδειγμα. Μάσαγα κάθε μπουκιά σαράντα φορές σε κάθε πλευρά του στόματος. Δυο ώρες μου’ παιρνε το μεσημεριανό κι άλλες τόσες το βραδυνό. Ύστερα πλύσιμο τα χέρια σαράντα φορές η ράχη της παλάμης, σαράντα κι άλλη της πλευρά. Για τα δόντια τα ‘παμε. Η μάνα μου μάλιστα με ορμήνευε κάθε πρωί για τα παρακάτω: “Τώρα που θα πας στο σχολείο πρόσεξε καλά. Σε κάθε διάλειμμα πλένουμε τα χέρια μας με το σαπούνι που σου ‘χω στη σάκα. Το ίδιο ισχύει και για όταν χτυπήσει το κουδούνι για το σχόλασμα. Προς Θεού μην ακουμπήσεις το φαϊ στο κυλικείο, θα φας σπίτι μας μια και καλή, και όχι τουαλέτα στο σχολείο, θα πιάσεις κανά μικρόβιο. Κρατήσου. Σφίξου. Σπίτι μας πας στο μπάνιο όσο θες”. Βέβαια, όπως το θυμάμαι και το θυμάμαι πολύ καλά, ούτε εκεί με άφηνε να κάθομαι με τις ώρες. Ποτέ δε φώναζε, βέβαια, η κυρά Φανή, αλλά κοφτά κι αποφασιστικά με παρατηρούσε που καθόμουν μες τη βρώμα τόσην ώρα και που θα μουλιάζανε τα ρούχα μου στη μπόχα απ’ τα αφοδεύματά μου κι ύστερα δε θα με πλησίαζε κανείς άνθρωπος έτσι που θα’ μουν σαν γιός βόθρου. Σήκωνα κι εγώ τα παντελόνια κι έβγαινα χωρίς να τραβήξω το καζανάκι, αφού ο ολόφωτος φανός των νεανικών μου χρόνων έφεγγε το φως του στα αποκυήματα του παχέως εντέρου μου κι εξέταζε, έτσι έλεγε, την υγεία του οργανισμού μου. 
   Όσο περνούσαν τα χρόνια η συμπεριφορά της δε με τρόμαζε, απλά μ’ ενοχλούσε και μ’ αποσυντόνιζε. Στην τουαλέτα, στο βούρτσισμα των δοντιών, στο ντους. Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρονών όταν την έπεισα, χωρίς φωνές -δεν πιάναν οι φωνές στη μάνα μου- πως δεν έπρεπε να στέκει μπάστακας μέσα στο μπάνιο όταν πλένομαι για να βεβαιώνεται για το σχολαστικό καθαρισμό κάθε γωνίας του κορμιού μου. Για να μην πω πως μέχρι τα έντεκα-δώδεκα αναλάμβανε εκείνη την προσωπική μου υγιεινή. Ήταν ένα συναίσθημα παράξενο, αλλά τ’ ομολογώ δε το’ νιωθα βασανιστήριο. Το κατάπιασμά της με το τρίψιμο ανάμεσα στα δάκτυλα χεριών και ποδιών, με το ενδελεχές πλύσιμο των αυτιών, έως και του πισινού μου μου απέδιδε μια ευχαρίστηση. Είχα την αμέριστη προσοχή και φροντίδα της. Ήμουν το επίκεντρο των εμμονών της. Κι αν πάντα έτσι ήταν η κυρά Φανή αλλά σε μένα δεν έφτανε έτσι πάντοτε. Κι αν στην εφηβεία την αρνήθηκα τη ζέση της ήταν γιατί μου είχε πια προκύψει μια άλλη, πιο ζεστή και κάπως πιο πικρή στη γεύση, μια άλλη που ανάβλυζε από ανάμεσα απ’ τα σκέλια μου.

ΙΙ.
Κατέβηκα χθες τ’ απόγεμα στο φαρμακείο. Περίμενα λίγο να πέσει ο ήλιος μη με βαρέσει στο δόξα πατρί. Στερέωσα λοιπόν το ψαθάκι μου στο κεφάλι και βγήκα. Κατέβηκα από τις σκάλες, για άσκηση. Πήγαινα με βήμα σταθερό από το πεζοδρόμιο και πρόσεχα πάντα να ακουμπά το παπούτσι μου μέσα στις πλάκες του πεζοδρομίου κι όχι στους αρμούς. Βάδιζα προσεκτικά για το λόγο τούτο και τσατίστηκα όταν ένα μηχανάκι αραγμένο στο πεζοδρόμιο μου χάλασε την ασχολία. Με τα πολλά έφτασα στο φαρμακείο. Στάνταρ προμήθειες. Οινόπνευμα, μπεταντίν, ασπιρίνες που κάνουν καλό στην καρδιά και γάζες αποστειρωμένες. Μ’ αυτές σκουπίζομαι στη τουαλέτα, γιατί τα χαρτιά υγείας ποιός ξέρει από πόσα χέρια έχουν περάσει. Πλήρωσα. Είπα ύστερα να βολτάρω λιγάκι. Είχε δροσιά. Περπάτησα προς την πλατεία της Κυψέλης. Στο ύψος της Αμοργού είχε σπάσει μια σωλήνα. Ανάβλυζε νερό στο δρόμο και είχαν σχηματιστεί δυο ρυάκια που πήγαιναν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Πήρα το ένα στο κατόπι. Κελάριζε το νερό κι εγώ ακροπατούσα δίπλα του, λες και φοβόμουν μη βραχώ. Θυμήθηκα το κτήμα στο Δημητρόπουλο, με τις λεμονιές και το ποτάμι που όταν φούσκωνε έκοβε πέντε-δέκα μέτρα απ’ τη γη μας. Θυμήθηκα που’ ταν σ’ ένα τρίστρατο βαλμένο και που πιάναμε τα τζιτζίκια απ’ τα δέντρα το καλοκαίρι. Τι ωραία που ήταν εκεί το καλοκαίρι! Είχε δροσιά απ’ το νερό, κι ας είχε μισοστερέψει το ποτάμι, είχε σκιά και μύριζε λεμόνι. Βέβαια, ο πατέρας τα’ πιανε τα τζιτζίκια γιατί κατουράνε τα χέρια και δεν ήτανε να λερωθώ. Μου τα’φερνε κοντά στη μούρη κι εκείνα ζουζούνιζαν μπας κι ελευθερωθούν κι εγώ τραβιόμουν πίσω σιχασιάρικα κι εκείνος τ’ άφηνε να φύγουν κι εκείνα χάνονταν κόντρα στο φως. Εις μνήμην της αναπόλησης σκάρωσα επιτόπου ένα ποιηματάκι, κάπως έτσι πήγαινε:

Τρεις στράτες,
πριν τέσσερεις μέρες,
μια κουβέντα γλυκή,
μια βόλτα μικρή
πλάι στο νερό σε πιάνει η ψύχρα,
χωρίς προορισμό,
με λάγνο δισταγμό πατάς εκεί,
μια μύγα έλιωσε
νεκρή,
του βόμβου έσβησε η φωνή.
Τρελός, σίγουρα όχι.
Ίσως πάλι ναι.

Το’ λεγα και το ξανάλεγα. Με κοιτούσαν οι περαστικοί να το απαγγέλω μεγαλόφωνα. Γύρισα σπίτι, άφησα τα παπούτσια στο χαλάκι της εισόδου, ακούμπησα το καβουράκι δίπλα στη μαγκούρα του μακαρίτη του πατέρα. Πήρα ένα λεμόνι απ’ το ψυγείο, ξαπλώθηκα στο καναπέ και το’ βαλα κάτω απ’ την μύτη μου.

ΙΙΙ.
Ο πατέρας μου ζήταγε τον καφέ σερβιρισμένο με λουκούμι τριαντάφυλλο και νερό με παγάκια στη βεράντα κάθε απόγεμα μετά το μεσημεριανό του ύπνο. Κι ήταν ιερός ο ύπνος του αυτός. Τόσο που η βαφτιστήρα του πατέρα συχνά περνούσε τις ώρες αυτές αγκαλιά με το κόκκορα μέσα στο κοτέτσι. Είχε αποσυντονιστεί ο δόλιος και κακάριζε μέρα μεσημέρι. Η παράδοξη συντροφιά της Μαρίτσας του ‘δινε μια σύντομη παράταση ζωής. Φυσικά, τηλεόραση από τις δυόμιση μέχρι τις πέντε δεν είχε. Και για παιχνίδι ούτε λόγος. Εγώ κι αδερφή μου, μωρό ακόμη, δίναμε όρκο σιωπής μην ξυπνήσουμε τον πατέρα. Κι η κυρά Φανή περιπολούσε το διάδρομο, από την τραπεζαρία έξω απ’ το υπνοδωμάτιο μέχρι το σαλόνι που στεκόμασταν εμείς. Δυο ώρες ακίνητα σα μπιμπελό στο σύνθετο. Ακόμη και το μωρό συναισθανόταν τη σοβαρότητα της κατάστασης κι έμενε στήλη άλατος, άντε να’ ριχνε κανά ακαταλαβίστικο μουρμουρητό που και που. Ήταν τόσο συμπαθητικό το αδερφάκι μου. Τόσο που κόντεψα να πεθάνω για χάρη του. Η κοιλιά της μάνας μου μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνε κι η θανατερή μου διάθεση. 
   Γύρναγε ο πατέρας από τη Χαρτοποιεία το μεσημέρι, έβρισκε ζεστό φαΐ και καλοσιδερωμένο τραπεζομάντηλο, ζήταγε να φάει με το γιο του που ‘χε και τ’ όνομα και τα μάτια του δικού του πατέρα. Μα εγώ είχα ώρα πριν μπει κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας κι έβλεπα αηδιασμένος. Το πρώτο που’ κανε ήταν να χαϊδέψει την κοιλιά της μάνας μου κι ύστερα άφηνε το κορμί του να πέσει στην καρέκλα. Μα εγώ το ‘χα βάλει σκοπό να τους εκδικηθώ και τους δυο. Αν βάλεις κι εκείνο που ήταν στο δρόμο, τότε και τους τρεις. Δεν έκοψα το φαΐ, αλλά έκοψα την τουαλέτα. Κάθε που μ’ έπιανε η ανάγκη κρυβόμουν γονατιστός κάτω απ’ το τραπέζι κι έσπρωχνα τα γεννήματα του πισινού μου πάλι μέσα με τη φτέρνα μου. Ζοριζόμουν, κοκκίνιζα, έσπρωχνα κι ο πόνος κάποτε περνούσε. Το ξέραν κι οι δυο τους πως ήμουν εκεί κάτω κι η φωνή μου, που έβγαινε κομπιαστικά καθώς προσπαθούσα να πιάσω αδιάφορη συζήτηση, με πρόδινε. Αλλά είχα το σχέδιό μου. Το ζόρι κράταγε έξι μήνες και παράλληλα στο σχολείο μασούλαγα τις άκρες από τα μολύβια και τα βιβλία. Όπως τα υπολογίζω πρέπει να’ θελα δυο με τρία μολύβια και τουλάχιστον σαράντα άκρες από σελίδες σχολικών βιβλίων και τετραδίων τη βδομάδα. 
   Κι αν κάτι απέδωσε το ζόρι μου ήταν που μαζί πήγαμε στο νοσοκομείο της Πάτρας με τη μάνα μου. Δίπλα δίπλα στ’ αυτοκίνητο, εκείνη να ζαλίζεται απ’ τον τοκετό κι εγώ να λιγοθυμάω από το δηλητήριο των εμετών μου. Της κράταγα το χέρι, ο πατέρας βλαστήμαγε την τύχη του, η κόρνα προμήνυε τα παρακάτω. Από τη μάνα μου βγάλανε ένα κούτσικο μωρό, ένα σάρκινο κουφέτο. Από την άκρη του εντέρου μου έβγαλαν αρκετά γραμμάρια συμπυκνωμένων κοπρόλιθων κι απ’ το στομάχι μου ένα συφερτό μολυβιού και κυτταρίνης. Σε δυο μέρες πήγαν οι τρεις τους σπίτι στα Σελιανήτικα κι εμένα άρχισε να επισκέπτεται μια συμπαθητική ξανθιά. Γλυκομίλητη, συγκαταβατική και γεμάτη απορίες. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι τα’ θελε όλα αυτά που με ρώταγε. Όμως το ένστικτο του ένοχου με κρατούσε στα ψέμματα. Της αράδιαζα πως δε μου δίνανε λεφτά οι δικοί μου να φάω στο σχολείο κι έτσι έτρωγα τα μη βρώσιμα, πως στην τουαλέτα δεν πήγαινα αφού η μάνα μου δεν την καθάριζε και βρωμοκοπούσε κι άλλα τέτοια. Ανάμεσα σ’ αυτά μ’ έβαζε να της ζωγραφίζω, ότι μου’ ρχόταν έλεγε, κι εμένα το χέρι μου έπιανε σε κάτι τέτοια καλλιτεχνικά κι ας μην καταπιάστηκα τελικά ποτέ μαζί τους. Σκάρωνα κι εγώ λιβάδια ολάνθιστα και ήλιους λαμπερούς και σπίτια πολύχρωμα και φίλιους ανθρώπους γελαστούς κι εκείνη απορούσε με την τόση ευτυχία, αλλά δε μου’ λεγε λέξη. Μόνο μια φορά, εκεί προς το τέλος, της ξέφυγε ένα: “Τρελό αίμα τρέχει στις φλέβες σου παιδί μου”, αλλά δεν του ‘δωσα σημασία. Παντζάρια γίναν οι δικοί μου όταν τους μετέφερε τα καθέκαστα η απορημένη γιατρέσσα και με πήραν άρον άρον σπίτι. Έτσι βρέθηκα τελικά να μοιράζομαι το δωμάτιο με το θηλυκό ανθρωπάκι, να κάνουμε μαζί ησυχία τα μεσημέρια, να έχουμε και την κυρά Φανή μισή μισή. 

IV.
Από το πρωί καίει ο τόπος. Έχει σαραντατρείς βαθμούς κι όπως έβγαζα το κεφάλι στο άνοιγμα του παραθύρου ν’ ανασάνω λίγο μ’ έπαιρνε ο λίβας στα ρουθούνια και μου κοβόταν η ζωή. Σκατά. Το κλιματιστικό ήταν του διπλανού. Για δικό μου ούτε λόγος. Ένα ενοχλητικό ζουζούνισμα εκεί ακριβώς στο όριο της βεράντας μου. Κάθε μισή ώρα κοβόταν και το ρεύμα. Μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Να μην μπορείς να βάλεις στη διαπασών τη μουσική να του τη σπάσεις λίγο του διπλανού που δροσίζεται κι εμένα καψώνει ο πισινός μου. Ναι. Να του βάλεις εκείνες τις όπερες με τις στριγγλιές και τα στεντόρια ανεβοκατεβάσματα της φωνής που μου ‘βαζε η μάνα για να κοιμηθώ. Αυτά σπάνε τζάμια μου είχε πει μια φορά που με πέτυχε στ’ ασανσέρ. Σε τόνο δασκαλίστικο. Και το μυξιάρικο απέναντι στολισμένο σα πεταλουδίτσα. Το κωλοπαιδάκι. Κουκλί με τις αστραφτερές κεραιΐτσες στερεωμένες στο κεφάλι, με τα διάφανα χρωματιστά φτεράκια στην πλάτη, πασαλειμένο απ’ την κορφή ως τα νύχια με κραγιόνια και με ένα χαμόγελο απόλυτης ευτυχίας. Ούτε ζέστη, ούτε λίβας, ούτε πυρκαγιές, ούτε κάψες. 
   Απ’ τ’ άλλο πλάι του σπιτιού σηκώνουν μια πολυκατοικία. Δε σ’ αφήνει να κλείσεις μάτι. Απ’ τις εφτά το πρωί γκράκα-γκρούκα. Ζω σε σύννεφο λευκής σκόνης πια. Λευκή σκόνη στα ηχεία του στερεοφωνικού, στο τραπεζάκι του καθιστικού. Λευκή σκόνη στα σώβρακά μου. Σα λερωμένο παραμύθι στην ομίχλη. Είμαι ολημερίς με ένα βρεγμένο πανί και μαζεύω τη σκόνη. Τώρα έκατσε κι ο καύσωνας κι απόγινε. Σαν να έλιωσε απ’ τη ζέστη η λευκή σκόνη μέσα στο κεφάλι μου κι έκανε μια κρούστα γύρω απ’ το μυαλό σου. Μου πιέζει τη σκέψη. Μου τη χαλάει. Και δώστου τρυπάνια βζζζτ και δώστου σφυριά νταπ-ντουπ και δώστου φωνές. Πέφτουν οι χριστοπαναγίες σύννεφο. Καταβρέχει η μάνα του μωρού απέναντι τα ντουβάρια με το λάστιχο. Αυτά δροσίζονται και δακρύζουν μέχρι το μωσαϊκό της βεράντας. Εκείνη ξαναμπαίνει μέσα στα δροσερά και το πεταλουδάκι στο λιοπύρι, στη λιμνούλα του, αγέρωχο να βγάζει κάτι πνιχτές κραυγούλες. Εγώ κοιτάζω και σφουγγίζω τον ιδρώτα με αρωματισμένα πανάκια.

V.
Τρεις μέρες κολλημένο το θερμόμετρο στους σαράντα. Ποτάμι ο ιδρώτας σου πατέρα στον καναπέ. Να μουσκεύει η πλάτη κι ο κώλος. Σηκωνόσουν να πάς μόνο μέχρι το ψυγείο. Γύρναγες με μια μπύρα στο χέρι και ξανά στο ίδιο σημείο. Κέντραρες τη στάμπα του ιδρώτα στο καναπεδάκι και άφηνες το κορμί σου να πέσει πάνω της. Δυο γουλιές. Μια τζούρα απ’ το άφιλτρο. Θυμάσαι τη Σουηδία πατέρα; Δεν γνώρισες λίβα εκεί. Κρύο, βροχή, κρύο, βροχή. Μόνο αν έριχνε κανά χιόνι σου θύμιζε τους χειμώνες στο ποτάμι στο χωριό. Έτρεχες έξω απ’ το κουτί σου κι απλωνόσουν στο παγωμένο νερό. Τριβόσουν σαν λευκή αρκούδα που’ χε μόλις γυρίσει απ’ τους τροπικούς. Έτριβες τη θύμιση στο ξένο χώμα κι ετσι λίγο φίλιωνες με την ιδέα της ξενιτιάς. Η Χαρτοποιεία έκλεισε εκεί που δεν το περίμενες. Η κόρη ήρθε εκεί που δεν το περίμενες. Η Σουηδία σε περίμενε. Κορόνες στο φάκελο. Το κεφάλι του Νομπέλ στην πάνω γωνία, Sotiropoulos Tasos, Stockholm, Sweden με τα γράμματα αλλουνού πιο κάτω. Παρ αβιόν. Αυτό έβλεπε η κυρά-Φανή από σένα όταν η μικρή έγινε πέντε χρονώ. Αυτό λάμβανε μέχρι να φτάσει τα επτά. Κι ύστερα ανέβηκαν στο αεροπλάνο να’ ρθουν στη Στοκχόλμη. Τρίφτηκαν οι μνήμες στους στο χιόνι. Στις ιταλικές Άλπεις. Χάθηκαν. Θάφτηκαν. Πάγωσαν. Ξεχάστηκαν. Έσβησαν. Πάλιωσαν. Απολίθωμα οι μνήμες τους. Κι εσύ γύρισες στο χωριό. Καύσωνας ή χιόνι εσύ εκεί. Έσφαξες και τον κόκκορα που σε ξύπναγε τα μεσημέρια με τα κρωξίματά του. Και πια ψυγείο-μπύρα-καναπεδάκι. Θυμάσαι τη Σουηδία πατέρα; Θυμάσαι τις Άλπεις; Θυμάσαι το γιό σου πατέρα;

VI.
Απ’ το πρωί έχει παρκάρει κάποιος μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ένα μαύρο τρίθυρο αυτοκινητάκι με μοχθηρά μάτια. Μισό πάνω στο πεζοδρόμιο, μισό στην άσφαλτο. Κοίτα θράσος. Έχω κατέβει τρεις φορές κάτω. Έχει πάει μεσημέρι κι ο οδηγός άφαντος. Να μην μπορείς να βαδίσεις στο πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι σου. Δεν είμαστε καλά. Τόσο δα. Δυο πιθαμές από το κεφαλόσκαλο της εισόδου. Δυο θρασύτατα μοχθηρά πλαστικά μάτια μπροστά στην πόρτα μας. Δεν κλείνεις κύριε ένα σπίτι. Κλείνεις τόσα. Δώδεκα. Κλείνεις τα σπίτια μας. Κλωτσάω με τη μύτη απ’ τα παπούτσια μου τα λάστιχα. Το κάνω επιφυλακτικά μη τα σκονίσω. Δείχνουν τόσο όμορφα έτσι καλογυαλισμένα που τα ‘χω. Αλλά πόση υπομονή να κάνεις; Πόση; Στο διάτανο και το γυάλισμα. Το κλωτσάω με όση δύναμη έχω. Το κλωτσάω και βλαστημάω. Στη μαμά δεν άρεσε να βλαστημάω. Ούτε στον πατέρα, αλλά όταν με βάζανε οι συμμαθητές μου στο σχολείο να βλαστημάω εκείνος δε μ’ άκουγε. Στη Στοκχόλμη δε φτάναν οι βλαστήμιες. Το κλοτσάω με μανία. Αφιονίζομαι. Αφιονίζονται και τα ματάκια του. Αναβοσβήνουν και όλο το σασί πάλλεται. Δονείται στους ήχους μιας στριγγής σειρήνας. Ίου ίου ίου ίου. Πήραν φωτιά τ’ αυτιά μου. Έβρασε το αίμα στις φλέβες μου. Η φασαρία έφερε και τον υπαίτιο κοντά στο μοχθηρό αμαξάκι με το μαύρο χρώμα και τις τρεις θύρες. Μου είπε κάτι σαν τι έγινε εδώ ρε μπάρμπα. Δεν άκουγα. Χτυπάγαν οι παλμοί σα σφυριά στ’ αυτιά μου. Το ‘νιωθα καψωμένο το πρόσωπό μου. Μόλις έφτασε μπροστά στο πλατύσκαλο του χίμηξα. Χωρίς σκέψη. Βούτηξα στο μέρος του και άνοιξα διάπλατα τις σιαγόνες μου. Ήθελα να του καρφώσω τα ψεύτικα δόντια μου στο λαιμό. Εκείνος ξαφνιασμενος έκανε ένα αργό βηματάκι όπισθεν. Βρέθηκα για μια σύντομη στιγμή να αιωρούμαι στο κενό και μετά έσκασα σαν καρπούζι στις πλάκες του πεζοδρομίου. Το κεφάλι μου έξυσε το φτερό από το μαύρο αυτοκίνητο. Το αίμα μου αναβλυζε ασθενικά δίπλα στο βρόμικο λάστιχο. Ο νεαρός έκανε να με σηκώσει. Ρώτησε αν είμαι καλά. “Μη φοβάσαι είναι τρελό αίμα. Έπρεπε να φύγει. Μη με πιάσει. Σε πιάνει το τρελό αίμα στο κεφάλι.” Έτσι του ‘πα.

Πέμπτη, Ιουλίου 31, 2008

Χωρίς τίτλο




Δεν άφησε πίσω τίποτα. Τα μάζεψε, όλα. Ένα προς ένα. Έκανε ένα τελευταίο γύρο στο σπίτι μην τυχόν και κάτι του ‘χε ξεφύγει. Συρτάρια, κουτιά, ντουλάπες, κάτω απ’ το κρεββάτι, πίσω από το ψυγείο. Τίποτα. Στο αεροδρόμιο τον πήγαν συνοδεία. Ολόκληρη κουστωδία και εκείνος τους χαμογέλαγε, τους τσίγκλαγε με χαζά αστεία όσο κλαψούριζαν. Μόνο η αδερφή του έλειπε. Είχαν τσακωθεί για λίγο χώμα, όσο είχε μείνει σ’ εκείνο το περιβόλι του παππού και της γιαγιάς. Βιάστηκε -διακριτικά- να κάνει τσέκ ιν. Πέρασε στην αίθουσα αναχωρήσεων κουνώντας το χέρι μπροστά απ’ την πλάτη του. Έβαλε το κινητό στο αθόρυβο αμέσως μόλις έστριψε και δεν μπορούσαν πια να τον δουν. Το άφησε έτσι για τέσσερα ακριβώς χρόνια.

Στο Μάντισον έφτασε δεκατέσσερεις ώρες μετά. Νοίκιασε το πρώτο σπίτι που βρήκε, το κουτί μου. Ένα ημιυπόγειο -εννιακόσια δολάρια το μήνα. Τους χειμώνες, που κρατούσαν σχεδόν επτά μήνες το χρόνο, το χιόνι σκέπαζε τους φεγγίτες ως επάνω. Κουτί δικό μου. Δεν είχε τηλεόραση, δεν είχε ψυγείο. Ούτε κι αγόρασε ποτέ. Το φουρνάκι που ‘χε αφήσει ο προηγούμενος ένοικος το είχε βάλει για κομοδίνο. Ακούμπαγε τις νύχτες τα γυαλιά του κι ένα πλαστικό ποτήρι με νερό. Στο χωλ, ακριβώς εκεί που άνοιγε η εξώπορτα, είχε όλα τα πράγματά του, σε μαύρες σακούλες. Όπως ακριβώς είχαν φτάσει με τη φορτωτική. Βιβλία ανάκατα, δίσκοι και κασσέτες που δεν είχε πού να τα παίξει. Στο σαλόνι ούτε ένα αντικείμενο, εδώ θα μπει ένα γραφείο -βέβαια, εκτός από ένα πορτατίφ ξαπλωμένο στο πάτωμα. Τη μοκέτα την είχε σκουπίσει διακόσιες φορές κι όταν μετά έσκιζε τη χάρτινη σακούλα της σκούπας κι έψαχνε ανάμεσα στα χνούδια και τη σκόνη ακόμα ξετρύπωνε τρίχες και νύχια του προηγούμενου. Τα φύλαγε σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας στο περβάζι του φεγγίτη. Ίσως να έπεφτε πάνω του στο δρόμο και να του τα ‘δινε. Δικά του πράγματα, μπορεί να του λείπουνε. Στην κρεββατοκάμαρα το στρώμα, το μαξιλάρι, οι δυο πετσέτες απλωμένες στο καλοριφέρ, τα ρούχα του ατάκτως ερριμμένα πάνω στις βαλίτσες. Κάνα χρόνο αργότερα του πρότειναν να μετακομίσει. Καλύτερο σπίτι, μικρότερο ενοίκιο, έλληνας συγκάτοικος, με ψυγείο. Αρνήθηκε χωρίς σκέψη, έχω το κουτί μου.

Κάποια βράδια που δεν τον έπιανε ύπνος, άφηνε το κορμί του να γλιστρήσει στο πάτωμα, σερνόταν μέχρι το διάδρομο κι έβαζε τα γυαλιά του. Με την πλάτη στον τοίχο παρατηρούσε το πίνακα του ηλεκτρικού που έβγαζε σπίθες κάθε τόσο.

Πού και πού σκεφτόταν τους γονείς του. Συνήθως όταν πήγαινε στο πλυντήριο. Έβαζε ένα κέρμα στη σχισμή κι ύστερα περίμενε. Και σκεφτόταν. Οι δυο τους είχαν βρει μια ισορροπία. Ο πατέρας του που πάντα κάτι έβρισκε ν’ ασχολείται. Κάρφωνε, έτριβε, βίδωνε -πέθανε το ‘97. Δεν γύρισε για την κηδεία του. Η μάνα του που μαγείρευε ασταμάτητα. Ούτε για το μνημόσυνό του. Σοφιζόταν διαρκώς δικαιολογίες για τη βίζα και τα εισιτήρια και τη δουλειά. Για τρεις εβδομάδες, κάθε βράδυ, έπαιρνε τη μάνα του στο τηλέφωνο και την άκουγε να κλαίει. Μόνο ένα γειά της έλεγε, στην αρχή. Το κατέβαζε όταν στην άλλη άκρη της γραμμής άκουγε μια μεγάλη παύση ή κατά λάθος, αν είχε προλάβει να τον νανουρίσει το κλάμα της. Στον ύπνο του έβλεπε το νεκρό να τριγυρνά το σπίτι φορώντας ρούχα του γιού του ευτυχισμένος.

Στα σαράντα, η μάνα του ‘στειλε ένα γλαστράκι. Ήταν μια τόση δα νερατζιά σε λίγο χώμα. Καρποφόρο για καλή τύχη και λίγο χώμα του πατέρα σου, του ‘γραφε, στο μνημόσυνο είχαν έρθει πανω από διακόσιοι άνθρωποι, σε ζητάγανε. Έβαλε το φυτό στο περβάζι δίπλα στο βάζο της μαρμελάδας. Το πότιζε μ’ ότι έβρισκε κάθε φορά, νερό ή κόκα-κόλα ή γάλα.

Ψώνιζε τα βασικά από ένα Λιβανέζο, ακριβώς στη γωνία απέναντι από το σπίτι του. Ήταν πολύ τακτικός πελάτης. Αγόραζε κάτι ντόνατς που ‘βαζε στο στόμα του το πρωί πριν το γραφείο, κόκα-κόλα λάιτ τα απογεύματα, κανά σάντουιτς και τσιγάρα. Πάντα τσιγάρα. Ο Λιβανέζος του υποσχέθηκε να του φέρνει ελληνική εφημερίδα. Δεν του έφερε ποτέ.

Κάποιο βράδυ έφερε σπίτι μια αμερικάνα. Μια ξανθιά, παχουλή. Όταν ξεκλείδωσε την πόρτα της ένευσε να περάσει πρώτη. Δεν πρόσεξε την έκπληξη στο πρόσωπό της. Έκανε κρύο αλλά εκείνη φορούσε ξώφτερνα, χωρίς καλσόν. Μπήκε πίσω της σπρωχτά. Την έφερε μέχρι το κέντρο του σαλονιού. Την ξάπλωσε στο πάτωμα. Σφήνωσε το χέρι του ανάμεσα στα λευκά μπούτια της. Ύστερα την έγδυσε, μπλέχτηκαν. Όταν ξεθύμανε γύρισε ανάσκελα πλάι της. Αναψε ένα τσιγάρο. Όσο εκείνη ανέβαζε την κιλότα, της έδειχνε με το χέρι γύρω γύρω, mine, all mine, empty but mine. Τον κοίταξε με χαμόγελο σαν να ‘λεγε το πιάνω το αστείο, οκέι. Δεν ήταν αστείο. Της πρότεινε το τσιγάρο. Δεν είχε τίποτε άλλο να την κεράσει. Ούτε να της πει. Άνοιξε μόνη της την πόρτα κι έφυγε.

Ούτε φίλους είχε πολλούς, ούτε πάρε δώσε. Μια καλημέρα, κάνα δύο κουβέντες στο μεσημεριανό. Έβγαινε μόνο όταν δεν μπορούσε να το αποφύγει. Δεν έπινε ποτέ. Τις μέρες που το χιόνι άφηνε να φανεί λίγο η πόλη έβγαινε μικρούς περιπάτους. Πεζοδρόμιο πεζοδρόμιο, πάντα βάζοντας τα ίδια σημάδια. Μη χαθεί σε μια πόλη που δεν γνώριζε. Ένα μεσημέρι, τέσσερα χρόνια έκλεινε στο Μάντισον, κάποιος οδηγός καβάλησε το πεζοδρόμιο. Εκείνος στεκόταν και χάζευε τη βιτρίνα ενός κρεοπωλείου. Πέθανε ακαριαία. Οι οδηγοί του ασθενοφόρου μάζεψαν αργότερα το απόγευμα τα κομμάτια του από το δρόμο.

Στην Αθήνα στείλανε μια σακούλα με τα χαρτιά του, ένα πιστοποιητικό θανάτο, μερικές φωτογραφίες του ατυχήματος. Τα υπάρχοντά του, όλα του τα πράγματα, τα κράτησε το κράτος. Δεν βρέθηκε δικός του να κανονίσει τα διαδικαστικά. Στο λάκκο, δυο τάφους πιο δίπλα ο πατέρας του, κατέβασαν ένα άδειο κουτί. Τον τακτοποίησαν χωρίς κόπο. Τα μάρμαρα τα διάλεξε η μάνα του μπεζ, που δε λερώνουν.

Είχε περάσει πάνω από χρόνος. Πέντε-έξι άνθρωποι είχαν μαζευτεί μεσημεριάτικα στο μνήμα. Κι ο παπάς που έφτυνε ευχές και ψαλμούς. Η μάνα ανακάτευε τα κόλλυβα να πάει παντού η ζάχαρη. Η αδερφή του μοίραζε πλαστικά κυπελλάκια και κουταλάκια στους ανθρώπους που ‘χαν ανέβει στο νεκροταφείο κι έπλεναν τους τάφους των δικών τους ή τους άλλαζαν λουλούδια. Ίσως έπρεπε να ‘χα βάλει περισσότερο ρόδι, έλεγε η μάνα, του άρεσε το ρόδι. Κάποιος έδωσε στον παπά ένα χαρτονόμισμα. Οι υπόλοιποι κούναγαν τα κεφάλια τους. Του άρεσε πολύ το ρόδι –βέβαια.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2008

Η προίκα



στα χρόνια μας στο Ρέθυμνο
 
ΒΑΔΙΖΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΖΑΒΛΑΚΩΜΕΝΟΣ ΑΚΟΜΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΥΠΝΟ. Ποιός μαλάκας είχε σκεφτεί να το βάλει στην άλλη άκρη του σπιτιού από το υπνοδωμάτιο; Τι σκατά σκεφτότανε δεν μπορώ να καταλάβω. Κι όπως αυτός ο ορυμαγδός των σκέψεων βομβάρδιζε το νυσταγμένο μυαλό μου, η κουτσή όρασή μου το είδε να εισέρχεται κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας του διαμερίσματος. Ανάλαφρο, λευκό με ροζ πινελιές ή τέλος πάντων έτσι το φανταζόμουν εκείνη τη στιγμή. Ένας Θεός ξέρει γιατί, αλλά φοβήθηκα. Αναπήδησα χαριτωμένα, εναλλάξ στα δυο μου πόδια. Μάλλον ξεστόμισα μάνα ξέπνοα, αν και δε με τιμά τριάντα τριών χρονών γαϊδούρι, και οπισθοχώρησα στο υπνοδωμάτιο. Ψαχούλεψα, ο γκαβός, το κομοδίνο για να βρω τα γυαλιά μου. Τα φόρεσα. Δεν μπορώ με σιγουριά να πω τι νομίζω πως είδα. Όπως το σκεφτόμουν, εκεί στη σιγουριά της κρεββατοκάμαρας, πίστεψα ότι δε γινόταν κάτι με σχήμα παραλληλόγραμμο, χρώμα λευκό κι ανεπαίσθητα ροζ να είναι τόσο επικίνδυνο πια. Οπλίστηκα με θάρρος. Ξαναβγήκα στο χωλ. Η χρήση των φακών μυωπίας μου ξεκαθάριζε πλέον το τοπίο. Ένα κομμάτι χαρτί. Αδερφή, αυτοχαρακτηρίστηκα. Έσκυψα, με πόνεσε η μέση θυμάμαι. Καταράστηκα τα γεράματά μου. Σήκωσα το χαρτί. Ειδοποιητήριο των ΕΛΤΑ. Παραλαβή δέματος συστημένου… από τότε μέχρι τότε… εκεί… απαιτούνται τα… Οκέι. Η κυρά Ευδοξία το’κανε το καλό πάλι. Πεσκέσι από τον Πρίνο Ρεθύμνης. Ας μην ανατρέψουμε όμως όλο μας τον καθημερινό προγραμματισμό για ένα δέμα. Κατούρημα, μισή ωρίτσα ύπνο ακόμη κι ύστερα ταχυδρομείο. 
Κόσμο δεν είχε ιδαίτερο στην ουρά. Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της απώλειας για την Αθήνα. Έτσι απομένουμε εδώ εμείς οι εκλεκτοί να την απολαμβάνουμε. Αυτά έλεγα στη νεαρή κυρία που με εξυπηρετούσε στο γκισέ του ταχυδρομείου. Εκείνη μου έφερε το ευμεγέθες δέμα. Ευχαρίστησα με ένα νεύμα του κεφαλιού, μια και τα χέρια μου ήταν αγκαζέ. Έφυγα. Είχα ήδη φτάσει σπίτι και γευόμουν ένα ζουμερό καλτσούνι με μυζήθρα και κανέλα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
-Ναι; μουρμούρισα μπουκωμένος.
-Μάθια μου;
-Έλα Ευδοξούλα. Τι κάνεις; Χίλια χρόνια θα ζήσεις.
-Καλά είμαι αγόρι μου. Γιατί το λες αυτό;
-Σε μνημόνευα ρε μάνα, για τα καλτσούνια σου, μόλις τώρα.
-Άνοιξες το δέμα; ρώτησε κι ένιωθα το δέρμα της ν’ασπρίζει απ’τον τρόμο.
-Ναι Ευδοξούλα.
-Άσε τις μαλαγανιές και τις Ευδοξούλες και κλείστο τώρα!
-Τι έπαθες ρε μάνα;
-Ποιός σου είπε πως ήτανε για του λόγου σου αυτά;
-Για ποιόν τα’στειλες ρε μάνα δηλαδή; Για το διαχειριστή;
-Άσε σε παρακαλώ κατά μέρος τις εξυπνάδες, είπε και μου εξήγησε…
Εγώ βέβαια δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να σκεφτώ γιατί εκτός από καλτσούνια επιμελώς αμπαλαρισμένα, ολόκληρα κεφάλια μυζήθρας σε κόκκινο γκοφρέ χαρτί, δυο μπουκάλες λάδι και δυο κρασί, η μάνα μου αποφάσισε να μου στείλει και ένα λινό τραπεζομάντηλο τρία επί ένα μέτρο, ένα σετ πετσέτες καλές με δαντέλα και τρία σεμέν πλεγμένα με βελονάκι. Στο πάτο ήταν κι η πρόσκληση. Παντρεύαμε το Χριστινιώ. Τρίτη μου ξαδέρφη από την πλευρά του σογιού της Ευδοξίας. Είχα να την δω πάνω από δέκα χρόνια, από κάτι διακοπές στον Πρίνο. Κι ούτε τότε την έκανα πολύ παρέα. Την έβρισκα αποκρουστικά χοντρή. Μια αντανάκλαση του εαυτού μου, λέω τώρα πια. Έμαθα τελικά πως έφυγε για την Αγγλία όπου σπούδασε, έπιασε δουλειά και τώρα παντρεύεται κάποιον άγγλο ή ουαλό τύπο, ονόματει Λόγκαν Χώθορν. Κριστίν Χώθορν-Ανωματάκη λοιπόν το Χριστινιώ. Η Ευδοξία μου είπε και το άλλο. Είχε σχεδόν απ’την αρχή πάρει μαζί της τη θεία Βάσω, μια ημίτρελη άκληρη αδερφή της συγχωρεμένης της μάνας της. Ήταν μόνη στο Ρέθυμνο, πάντα καλή ψυχή η Κριστίν την πήρε προίκα. Για να μη μακρυγορώ η μάνα μου τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Εγώ σ’αυτούς τους διαβόλους δε μπαίνω. Να τύχει κανά κακό εκεί όπως θα πετάμε, και να μην ξαναδώ το σπίτι μου, το χωριό μου. Άπαπα. Δεν κουζουλάθηκα ακόμη. Άσε που’χω και το μακαρίτη τον πατέρα σου. Τι να τον αφήσω μοναχό; Δε γίνεται. Δε γινόταν όμως να μην παραστεί το σόι στο γάμο της ξαδέρφης. Εσύ τα μιλάς τα εγγλέζικα, προέτεινε σαν επιχείρημα, τα αεροπλάνα δε τα φοβάσαι και δώρο έχεις να πας. Άρα φεύγεις την Πέμπτη, το Σάββατο είναι ο γάμος, και γυρνάς Κυριακή να μου τα πεις όλα απ’το τηλέφωνο. Α! Και μην ξεχάσεις να πεις στο Χριστινιώ πως αυτά τα προικιά της τα στέλνουν η θεία της η Ευδοξία και ο θείος της ο Σήφης. Ακούς; Άκουσα. Έκλεισα εισιτήρια. Έβαλα το μόνο μου κοστούμι στη βαλίτσα, φορτώθηκα και την πανάρχαια φωτογραφική μου μηχανή. Να φέρω πειστήρια. Ποιός την ακούει αλλιώς.
Πέμπτη αξημέρωτο ήμουν στο Ελ. Βενιζέλος. Τσεκ ιν. Εφημερίδες, περιοδικά από τον Ελευθερουδάκη. Επιβίβαση. Τρεισήμιση ώρες για Γκάτγουικ. Ξεράθηκα όλη την πτήση. Τσάμπα ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος. Πιάστηκα κιόλας κάπως. Βρήκα χρόνο να ξεμουδιάσω περιμένοντας τη βαλίτσα και το δέμα στις ταινίες των αποσκευών. Σέρνοντας, εν τέλει, τη βαλίτσα με το αριστερό και ισορροπώντας επιδέξεια το δέμα με το δεξί χέρι και τον ώμο πλησίαζα την έξοδο. Λίγο πριν από την αυτόματη πόρτα δυο υπάλληλοι του αεροδρομίου με σταμάτησαν για έλεγχο. Τους ενδιέφερε το δέμα. Το άνοιξαν. Ρωταγαν τι είναι αυτό, τι είναι εκείνο. Δε θυμόμουν τη λέξη μυζήθρα στα αγγλικά, ούτε ήξερα πως λένε το καλτσούνι στη γηραιά Αλβιώνα. Η συνεννόηση έμπαζε νερά από παντού. Προίκα, τους είπα τελικά. Prika. Δεν το κατάβαλαν. Αναμενόμενο. Τους μίλησα συνοπτικά για το ελληνικό έθιμο. Λίγο καχύποπτα, λίγο χαμογελαστά μου έγνεψαν να φύγω. Προίκα, σκέφτηκα, υπερεθνική έννοια.
Ο γάμος θα γινόταν στο Μπράιτον. Γνωστό παραθεριστικό θέρετρο στο νότιο άκρο της Αγγλίας. Από το Γκάτγουικ πήρα το τρένο για το Μπράιτον και επιτέλους έπιασε τόπο η αγορά των εφημερίδων και περιοδικών. Διάβαζα σχεδόν όλη τη διαδρομή. Στα διαλείματα κοίταζα από το άθλιο τζάμι του καρέ το φλουταρισμένο τοπίο. Αγγλική εξοχή. Χαμηλή βλάστηση, γραφικά cottages, γκρίζος ορίζοντας, εκνευριστικό ψιλόβροχο. Μετά από κάποια ώρα φτάσαμε στον προορισμό μας και κατόπιν δυσκοίλιου διαλόγου, με εξίσου δυσκοίλιο υπάλληλο στο γκισέ πληροφοριών του σταθμού, κατευθύνθηκα προς το Horses and Carriages, μια πάμπ, όχι πολύ μακριά από το σιδηροδρομικό σταθμό. Περπάτησα ένα δεκάλεπτο με εκατοντάδες μικρές στάλες βροχής να μου λερώνουν τα γυαλιά. Έφτασα στο ξύλινο οικοδόμημα που λειτουργούσε και ως ξενώνας. Η εξαδέλφη Κριστίν είχε κάνει μια κράτηση στ’όνομά μου. Ψευτοτακτοποιήθηκα. Το στενό παράθυρο έβλεπε ως τη Μάγχη. Θάλασσα, παραλία ένα χρώμα.
Κατέβηκα τη στενωπό του κλιμακοστασίου. Στρογγυλοκάθισα σ’ένα σκαμπό του μπαρ και παρήγγειλα μια μπύρα. Είχα ακούσει πως τη σερβίρουν χλιαρή. Φευ! Απλά σε θερμοκρασία δωματίου. Κι έτσι χάλια μου φάνηκε. Πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο κι ως τώρα δε μου άρεσε τίποτα. Σκέφτηκα πως όφειλα να ενημερώσω για την άφιξή μου. Στην πρόσκληση εσωκλείονταν οδηγίες προς το σπίτι των μελλόνυμφων. Βρέθηκα στη σωστή οδό δίχως δυσκολία. Απλωσιά. Τα σπίτια στη σειρά, καρμπόν. Μισοσκυμμένος κοίταζα τα νούμερα στις εξώθυρες. Σταμάτησα στο τριάντα έξι. Περπάτησα τη χλωμή πρασιά. Στην πόρτα δε έψαξα για το κουδούνι. Μ’άρεσε η ιδέα να χρησιμοποιήσω το ρόπτρο. Το βρετανικό σκηνικό είχε κάτι βαθιά παλιομοδίτικο. Γι’αυτό. Απάντηση δεν έλαβα. Ξαναχτύπησα. Τίποτα. Πάνω που έλεγα να ψάξω για το ηλεκτρικό κουδούνι, είδα ένα σημείωμα λευκό, παραλληλόγραμμο με ανοικτά κόκκινα γράμματα, κολλημένο από μέσα στη τζαμαρία της βεράντας. Κάτι μου θυμίζει. Rehearsal by the pier, Christa-Logan. Ένα το κρατούμενο, η Κριστίν-Χριστινιώ είναι τελικά Κρίστα. Κάνουν αυτή τη στιγμή πρόβα της γαμήλιας τελετής στην παραλία κοντά στην προβλήτα, δύο τα κρατούμενα. Ήξερα που να κοιτάξω. Προς τη Μάγχη. Θάλασσα, παραλία ένα χρώμα.
Το ψιλόβροχο σταμάτησε στο δρόμο προς τη θάλασσα. Ανοίξαν τα σύννεφα σε κανά δυο σημεία. Μπαλώματα πυκνού φωτός εμφανίζονταν στην αγγλική γη. Τώρα έφτανα στην παραλία. Λεπτόκοκκη, συμπαγής άμμος. Γκρίζα με λίγο καφέ. Ακτογραμμή ατέλειωτη, χιλιόμετρα παραλίας ως εκεί που πιάνει το μάτι. Έβγαλα τα παπούτσια, έχωσα μέσα τις κάλτσες, δίπλωσα δυο φορές τα μπατζάκια. Η προβλήτα στα δεξιά. Κάτι φιγούρες μαζεμένες μπροστά της. Η πιο λευκή προηγούταν του τσούρμου. Με τα υποδήματα ανα χείρας κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Η άμμος ήταν σκληρή. Σαν άσφαλτος. Στα μισά της διαδρομής με προσπέρασε ένα μπεζ Austin Heally της δεκαετίας του ΄60. Με ανοικτή την οροφή, οδηγό, συνοδηγό άντρες γύρω στα εξηνταπέντε και ευτραφή κυρία καθισμένη στα όρια καθισμάτων-πορτ μπαγκάζ. Πενήντα μέτρα πιο κάτω σταμάτησε. Η συντροφιά ξεπέζεψε. Ντυμένοι με κοντά παντελόνια κι οι τρεις έπιασαν να στήνουν κάτι πτυσσόμενες καρέκλες στην άμμο. Τις έβαλαν με πλάτη στο όχημα, έβγαλαν πουκάμισα και μπλούζες και χύθηκαν στην άνεσή τους. Λευκές επιδερμίδες με φακίδες, κρέμα πιο λευκή στο πρόσωπο, πατούσες χωμένες στην άμμο. Κι έτσι όπως τους είχα σε πρώτο πλάνο στο βάθος πλησίασε η γαμήλια πομπή, με τη λευκοφορεμένη Κρίστα-Κριστίν-Χριστινιώ στην κορυφή.
Μέτρησα περίπου είκοσι ανθρώπους. Όλοι με χλωμές επιδερμίδες και κάπως ανοικτόχρωμα μαλλιά. Ανάμεσά τους ξεχώριζε η νύφη. Ένα κεφάλι ψηλότερη από τους μισούς και από το γαμπρό. Μελαχρινή στο δέρμα και τα μαλλιά. Μια νταρντάνα, που θα’λεγε κι η Ευδοξία. Δε μου έμοιαζε αποκρουστικά χοντρή τώρα. Όσο για το γαμπρό ήταν κι αυτός κάτι που ξεχώριζε. Πιο πολύ κι από τον μαυροντυμένο ψιλόλιγνο ιερέα. Νομίζω πως γι’αυτό ευθύνεται το αναπηρικό καροτσάκι το οποίο χρησιμοποιεί και το οποίο με δυσκολία κινεί στα όρια βρεγμένης-στεγνής άμμου. Όμως πολύ αργότερα έμαθα γιατί του έλειπε το δεξί πόδι. Από το γόνατο και κάτω τίποτα. Η θεία Βάσω, κρυφά, μου διηγήθηκε την ιστορία. Ήταν μια αλλόκοτη ιστορία.
Ο Λόγκαν είναι ηθοποιός. Ωραίος άντρας που σπούδασε ηθοποιός. Ο απογαλακτισμός από την οικογένειά του συνέπεσε με την απόπειρά του να γίνει δεκτός στο περίφημο Actor’s Studio της Νέας Υόρκης. Η πραγματικότητα, ή όπως χαιρέκακα το έθεσε η θείτσα η υποκριτική του ικανότητα, τον προσγείωσε στο ταπεινό Bournemouth School of Drama, στο ομώνυμο μακρινό προάστιο του Λονδίνου. Το πτυχίο δεν του έστρωσε κόκκινο χαλί για τις κινηματογραφικές πρεμιέρες των φεστιβάλ της υφηλίου. Στα πρώτα τρία χρόνια της προσπάθειας για καριέρα είχε συμμετάσχει σε δυο διαφημιστικά σποτ της τηλεόρασης. Στο πρώτο ως οδηγός ταξί διαφημίζοντας τσίχλες για καθαρή αναπνοή. Στο δεύτερο συμμετείχε μερικώς, δηλαδή μόνο οι παλάμες του. Κρέμα χεριών μόνο για άνδρες. Για να τα βγάλει πέρα κατέφυγε στην Κρίστα-Χριστινιώ. Εκείνη δούλευε ήδη σε μια τράπεζα ασιατικών συμφερόντων. Τίποτα σπουδαίο, αλλά μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει ο μισθός έφτανε στα χέρια του ζευγαριού. Μέναν μαζί, και με τη θεία Βάσω, στα όρια των κακόφημων συνοικιών του ανατολικού Λονδίνου. Ο Λόγκαν ψάρευε ασήμαντους ρόλους σε πειραματικές, ημιυπόγειες θεατρικές σκηνές του Σόχο, πολύ πριν το downtown του Λονδίνου γίνει τόσο ακριβό και τρέντι όσο είναι σήμερα. Μετά από δύο χρόνια άκαρπων αναζητήσεων, γινόταν οντισιόν για μια σαπουνόπερα της βρετανικής τηλεόρασης. Μιας πολύ δημοφιλούς σαπουνόπερας. Έλαβε μέρος δίχως σκέψη. Εκεί ενημερώθηκε πως υπήρχαν δύο γυναικείοι και ένας ανδρικός ρόλος ελεύθεροι. Απέκλεισε την περίπτωση αλλαγής φύλου και αφιερώθηκε στην προετοιμασία του ανδρικού ρόλου. Είχε δεκαπέντε μέρες καιρό. Αποστήθισε τα λόγια. Έμενε αξύριστος και κοιμόταν ελάχιστα, να επιτείνει την εικόνα ταλαιπωρίας. Θα υποδυόταν το χαμένο αδελφό του γοητευτικού πρωταγωνιστή της σειράς. Το σενάριο έλεγε πως είχε χαθεί σε αεροπορικό δυστύχημα, περιπλανιόταν σε κάποια απρόσιτη βουνοκορφή της κεντρικής Ευρώπης, έχασε το πόδι του από τον παγετό. Όλα τα’χε ετοιμάσει, με τη βοήθεια και της Χριστίνας έκανε ασταμάτητα πρόβες. Ήταν στο πετσί του ρόλου. Είχε μάλιστα “δανειστεί” ένα αναπηρικό καροτσάκι από το κέντρο υγείας της περιοχής και κυκλοφορούσε παντού με αυτό. Καθόταν επάνω στο διπλωμένο δεξί του πόδι. Μούδιαζε, μυρμήγκιαζε, αλλά ο Λόγκαν δεν άλλαζε στάση μέχρι να πάει το βράδυ για ύπνο. Το δεκαπενθήμερο παρήλθε. Το ίδιο κι η οντισιόν. Είχε επιλεγεί στην τελική πεντάδα. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός, έλεγε. Έπρεπε να πάρει το ρόλο πάσει θυσία. Θα’ταν το εισιτήριό του προς την επιτυχία. Έψαχνε για το κάτι παραπάνω. Η Χριστίνα έλειπε στο Εδιμβούργο για ένα σεμινάριο, είχε και τη θεία Βάσω μαζί της. Οι πρόβες ήταν πιο βαρετές έτσι. Βγήκε να πάρει λίγο αέρα, χρειαζόταν μια ιδέα, κάτι ξεχωριστό. Γύρισε σπίτι μετά τις έντεκα κρατώντας στο χέρι μια μεγάλη σακούλα με πάγο. Από την εξώπορτα πήγε, χωρίς καν να βγάλει το σακάκι του, κατευθείαν στο μπάνιο. Άδειασε τη σακούλα στη μπανιέρα, έβγαλε κάλτσες και παπούτσια, σήκωσε το δεξί μπατζάκι ως πάνω από το γόνατο κι έχωσε το πόδι μέσα. Καθισμένος στο χείλος της μπανιέρας έγειρε προς τα πίσω, τεντώθηκε, άνοιξε το καθρέπτη πάνω από το νιπτήρα. Αποκαλύφθηκε το ντουλάπι με τα φάρμακα. Έπιασε κάτι ηρεμηστικά που έδινε η Κρίστα στη θεία, έβαλε κάμποσα στο στόμα του, τα’κανε μια χαψιά. Ήπιε και λίγο νερό με τη χούφτα του. Ζαλίστηκε. Χάθηκε. Το πόδι πάντα στη μπανιέρα. Περνούσαν οι ώρες, πέρασε η δράση των χαπιών, συνήλθε. Μουσκεμένο μπατζάκι. Το μπλαβί του δεξί πόδι κολυμπούσε σε μια λίμνη παγωμένου νερού. Δεν το ένιωθε. Έκανε να το κουνήσει, σφάδασε από τον πόνο. Έπεσε στα πλακάκια, σύρθηκε, τηλεφώνησε. Μερικές ώρες μετά ήταν λιγότερος άνθρωπος. Δε σωνόταν. Ακρωτηριασμός. Από το γόνατο και κάτω τίποτα. Η Κρίστα γύρισε, εκείνος ήταν στην οντισιόν. Δε μαθεύτηκε τι του είπαν. Θα ξαφνιάστηκαν βέβαια. Τη μια αρτιμελής, την επομένη κουτσός. Το ρόλο δεν τον πήρε. Ξαφνιάστηκε, έκλαψε, τρόμαξε με τον εαυτό του. Τι πήγε κι έκανε; Γύρισε σπίτι, το καροτσάκι έπρεπε να το κρατήσει τώρα. Τι είπε η ξαδέρφη μου, δεν ανέφερε η θείτσα. Φαντάζομαι τον δέχτηκε με συμπόνοια, παρά την αναμενόμενη αρχική έκπληξη. Πάντα έτσι ήταν το Χριστινιώ. Εγώ πάντως δεν είπα λέξη, σημείωσε η θεία Βάσω. Κι όταν καταλάγιασε ο κονιορτός της σύγχυσης το σκέφτηκαν ψύχραιμα. Μήνυσαν την παραγωγή της σαπουνόπερας. Τα βρήκαν στο συμβιβασμό. Ήταν ευκαιρία. Έτσι πήραν το δίπατο σπίτι στο Μπράιτον, πήρε κι η Χριστίνα μετάθεση. Τώρα ο γάμος.
Ο ιερέας μας έβαλε σε θέση μόλις τέλειωσαν οι χαιρετούρες κι οι συστάσεις. Εδώ παντρεύονται πολύ διαφορετικά. Όταν έφτασε η ώρα να ανταλλάξουν λίγα λόγια οι μελλόνυμφοι, λόγια αγάπης φαντάζομαι, η δεξιά πτέρυγα των παρευρισκόμενων ούρλιαξε εν χορώ. Διακόπηκε η πρόβα, γυρίσαμε όλοι κεφάλια δεξιά προς το νερό. Η άμπωτη είχε δώσει τη θέση της στην πλημμυρίδα. Η θάλασσα ξέβρασε στα πόδια μας ένα πόδι. Μπλαβί, νύχια μαυρισμένα, κομμένο λίγο κάτω απ΄το γόνατο, με κάτι πράσινα φύκια τυλιγμένα γύρω του, αριστερό. Σχηματίσαμε κύκλο γύρω από το μακάβριο δώρο της Μάγχης. Και τότε απρόσμενα η θεία Βάσω έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς το πόδι και το πήρε στην αγκαλιά της. Τύχη, αναφώνησε, υψώνοντάς το λάβαρο στον ουρανό. Εμείς αγόρι μου, απευθύνθηκε με τα θαμπά αγγλικά της στο Λόγκαν, λέμε πως τίποτα δε συμβαίνει χωρίς λόγο. Η φύση σου επιστρέφει τη μέρα του γάμου σου αυτό που άλλοτε σου στέρησε. Να! Ο γαμπρός δεν ήταν ο μόνος αποσβολωμένος. Θεία…, προσπάθησε να τη συνετίσει η νύφη. Εις μάτην. Εκείνη συνέχισε ακάθεκτη. Αυτό είναι δώρο Θεού, είπε ελληνικά αυτή τη φορά, προίκα. Prika, διόρθωσε. Η πρόβα έληξε νωρίς, η θεία αγκαλιά με το πτώμα, ο γάμος την επομένη με καλεσμένους λίγο αμήχανους, λίγα βήματα πιο μέσα από το εκεί που αρχικά θα στηνόταν το σκηνικό. Για σιγουριά.
Γύρισα στο διαμέρισμά μου, με την τουαλέτα μακριά απ’την κρεββατοκάμαρα, με τα πεσκέσια της Ευδοξίας. Αλλά και με πειστήρια. Ο γάμος έγινε. Το ζευγάρι μ’άφησε να το απαθανατίσω. Μπροστά στο τζάκι, με τη θεία στην άκρη δεξιά και πάνω στο μπουφέ σε παράταξη τα προικιά: μια ασημένια κορνίζα, η πιατέλα με τα καλτσούνια της Ευδοξίας, το σεμεδάκι της Ευδοξίας, μια γυάλα με φορμόλη και μέσα το αριστερότροπο πτώμα.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007

Μικρή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία


Τα μάτια της ίσα που έβλεπαν μέσα από την ξανθιά της φράντζα, έτσι όπως έπεφτε διαγώνια στο μέτωπό της, ενώ με το ζόρι χώραγε στην πλεκτή κόκκινη κάλτσα -αυτή με το άσπρο γουνάκι και τον κεντητό Αη-Βασίλη. Το κεφάλι της εξείχε από τη μύτη κι απάνω. Μόλις πέντε λεπτά πριν είχε καθίσει στον καναπέ, απέναντι από το τζάκι που ακόμα έκαιγε, τον παππού, τη γιαγιά και τη μαμά, ενώ ο Τασούλης, ο μικρός της αδερφός, ήταν από ώρα μέσα στη ντουλάπα καλυμμένος με τρεις και τέσσερεις κουβέρτες και το λουλουδιαστό πάπλωμα της μαμάς. Δεν αφήνει τα μάτια της από την πόρτα, αλλά κανονικά τον περίμενε να μπει από την καμινάδα, εξάλλου γι’ αυτό ακριβώς είχε ανάψει τη φωτιά -«να δούμε πως θα μπει με τις φλόγες ως εκεί πάνω». Η πόρτα τρίζει ελαφρά, ο μπαμπάς μπαίνει και κρατάει δυο κουτιά φαρδιά όσο μια αγκαλιά και ψηλά σαν εκείνη τη σκουριασμένη ξιφολόγχη του παππού, τ’ αυτιά τους είχε πάρει με το Γράμμο και το Βίτσι και τη συντρόφισσά του την ξιφολόγχη που της χρωστάει τη ζωή του και που στην -πάλαι ποτέ- κοφτερή της μύτη καρφώθηκαν τόσοι Ελασίτες, τα κουτιά, με τον μπαμπά να ακολουθεί, στο μεταξύ έχουν πλησιάσει το δέντρο που αναβόσβηνε σαν τρελό και τραγουδούσε την Άγια Νύχτα, αλλά ξαφνικά σωριάστηκαν στο πάτωμα όταν συνειδητοποίησε ο ψεύτικος Αη-Βασίλης, δεν είχε καν την ευθιξία να φορέσει μια λευκή γενειάδα και μια ψεύτικη φουσκωμένη κοιλιά, ότι όλη η οικογένεια περίμενε ακίνητη στον καναπέ, εκτός από τη μικρή που παραφύλαγε στη μεγάλη κάλτσα και τον Τασούλη που ‘ταν στη ντουλάπα, τότε όμως ήρθε η ώρα να εμφανιστεί, η μικρή όχι ο Τασούλης ο οποίος θα’ πρεπε εκτός από το βουνό των σκεπασμάτων να βρει ένα τρόπο να λύσει τα χέρια και τα πόδια του, πήδηξε έξω από την κάλτσα, αν ο μπαμπάς κράταγε ακόμη τα κουτιά σίγουρα θα του ‘χαν πέσει τώρα, για λίγο έμπλεξε η σκουριασμένη ξιφολόγχη στις ραφές της, ισορρόπησε κραδαίνοντάς την, ο μπαμπάς γούρλωσε τα μάτια, ο παππούς, η γιαγιά κι η μαμά τα ‘χαν ήδη γουρλωμένα με τις κόρες τόσο δα μικρές, η μικρή έσπρωξε με φόρα την ξιφολόγχη, όταν βρήκε αντίσταση στο στομάχι του έσπρωξε λίγο ακόμα, κι άλλο λίγο, κι άλλο, τα στομωμένα μαχαίρια πονάνε πιο πολύ έλεγε ο παππούς, κι άλλο, ένας πίδακας από σκούρο αίμα πιτσίλησε την ξανθιά της τούφα, «ώστε υπάρχει Αη-Βασίλης, ε;», τράβηξε το μέταλλο και το σκούπισε στην ολόχρυση κορδέλα του δώρου της.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 22, 2007

Aίγιον, τότε, τώρα, πάντοτε, ποτέ




AΞΙΟΤΙΜΕ ΑΓΙΕ ΒΑΣΙΛΗ, θα έρθω, σχεδόν, απευθείας στο ζητούμενο. Λέω σχεδόν καθώς μια συνοπτική αναδρομή στην προσωπική μου ιστορία θα ξεκαθαρίσει επαρκώς τα πράγματα. Έχουμε και λέμε: η ζωή του καθενός μπορεί να αλλάξει εν μία νυκτί κι ο γράφων αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού. Υπήρξα ένα ευτραφές με διόλου ευκαταφρόνητη σωματική ρώμη. Ήμουν δε, επί σειράν ετών, επικεφαλής οποιασδήποτε δραστηριότητας σε σχολείο και γειτονιά. Δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε έναν, έναν οποιονδήποτε, ο οποίος να μη μου φερόταν με ευγένεια, να μην επιδίωκε να είναι φίλος μου. Σχεδόν από τα χρόνια του δημοτικού μου ήταν πρόδηλο πως ούτε η πληθωρική προσωπικότητα, ούτε οι εκλεπτυσμένοι τρόποι, ούτε καν το κοφτερό μυαλό θα ευδοκιμούσαν ως μέσα για την αύξηση της δημοτικότητάς μου. Θα πρέπει να ομολογήσω πως, δυστυχώς, ήταν ηλίου φαεινότερος ο λόγος της δημοφιλίας μου Άγιε γέροντα. Ήμουν ο φόβος και ο τρόμος οποιουδήποτε συμμαθητή μου. Δεν έπαιζε κανένα ρόλο αν ο άλλος ήταν μαθητής μικρότερης ή μεγαλύτερης τάξης, ούτε φυσικά το κατά πόσον είχε υπάρξει φιλικός μαζί μου στο παρελθόν. Ακόμη και να μου είχε σώσει τη ζωή την προηγούμενη μέρα, τρόπος του λέγειν φυσικά καθώς επουδενί είχα ανάγκη σωτήρων, μπορούσα να είμαι αμείλικτος μαζί του. Κι αυτά προκειμένου να διαφυλάξω το πολυτιμότερο προσόν μου: το φόβο που απέπνεα. Αυτό μέχρι το Πάσχα της έκτης Γυμνασίου.

 

Τώρα, βέβαια, Άγιέ μου όταν λαμβάνεις ένα γράμμα από κάποιον για πρώτη φορά στα εικοσιτρία του χρόνια, φαντάζομαι είσαι ελαφρώς αρνητικά προδιατεθειμένος απέναντί του. Επιπλέον είμαι εκ των προτέρων σίγουρος πως Σε ξενίζει πρωτίστως ο επίσημος λόγος που χρησιμοποιώ. Για να μη μιλήσω για τα αψεγάδιαστα καλλιγραφικά μου. Μην εκπλήσσεσαι φιλεύσπλαχνε γέροντα. Σου εφιστώ δε την προσοχή στο εξής: η απόλυτη δύναμη και η πρωτοκαθεδρία σε οποιοδήποτε πόστο σημαίνει πρωτίστως μοναξιά. Ενδεχομένως να το γνωρίζεις εξ ιδίων άλλωστε. Στη δική μου περίπτωση, αποκλειστική ασχολία αποτελούσε επί σειρά ετών η διατήρηση του κλίματος τρόμου που απέπνεα στους γύρω μου, βρισκόμουν συνεπώς μονίμως χωρίς φίλους και με ατελείωτο ελεύθερο χρόνο. Όμως μη νομίσεις πως είμαι κανένας ξιπασμένος από την εξουσία, την οποία άλλωστε μάλλον η τύχη μου πρόσφερε. Τουναντίον, θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου ιδιαιτέρως συνετό. Χωρίς διάθεση για κομπασμούς. Γέμιζα τις ώρες μου με διάβασμα και το κάνω ακόμη. Δεν κάνω διακρίσεις στο αντικείμενο. Είτε πρόκειται για φιλοσοφία, είτε για ολοκληρώματα και απειροστικό λογισμό, είμαι εξίσου πρόθυμος να πέσω αρειμανίως στη μελέτη. Βέβαια όπως καταλαβαίνεις πολύ καλά, όλα μου τα προσόντα για τα οποία καυχιέμαι σ’ Εσένα τη στιγμή ετούτη δεν τα έχω κοινωνήσει στο ευρύ κοινό. Που ξανακούστηκε άλλωστε ο φόβος και ο τρόμος της Αιγιαλείας να είναι εξίσου μορφωμένος με τα μυξιάρικα που ταλαιπωρεί; Για προσωπική του ευχαρίστηση μάλιστα. Με συγχωρείς Άγιέ μου για αυτή τη μακρά παραδρομή, είναι όμως η αλήθεια. Για να τελειώνω λοιπόν. Μη νομίσεις πως ποτέ με ένοιαζε αυτό, το κρυπτόν των ταλέντων μου δηλαδή, κάθε άλλο. Στο προκείμενο, καθώς φαντάζομαι πως έχεις μυριάδες άλλα γράμματα να διαβάσεις: όλη αυτή η φόρμα στην οποία είχα μάθει να ζω κατέρρευσε τον Απρίλιο του ‘79. Εγώ ήμουν καθ’ όλα βολεμένος με τον τρόπο που κυλούσαν τα πράγματα, έως ευτυχής θα έλεγα, αλλά.

 

Στο σημείο αυτό επέτρεψέ μου μια ακόμη μικρή παραβολή, αλλιώς δυστυχώς δεν θα είσαι σε θέση να αντιληφθείς τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος. Αν και ήμουν εξίσου εύρωστης διάπλασης ακόμη και ως παιδάκι, με στοίχιωνε ένας φόβος. Όχι αόριστος κι αδιόρατος. Είχε σάρκα και οστά, ή καλύτερα σκαρί και λαμαρίνα. Είχε θέση στο χώρο και στο χρόνο. Σε ένα πολύ συγκεκριμένο μέρος, σε μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή. Κάθε Κυριακή, μετά τη λειτουργία στον Ταξιάρχη -βοήθειά μας, ο παππούς μου ο Νικόλας με έπαιρνε απο το χέρι και με οδηγούσε για βόλτα στο λιμάνι του Αιγίου. Σταθμάρχης Αιγίου, θρήσκος έως το μεδούλι και επιφορτισμένος με τις κυριακάτικες βόλτες του εγγονού. Ακολουθούσε απαρεκκλίτως το πρόγραμμά του, το οποίο εκείνος σχεδίαζε, εκτελούσε και εξήρε. Νομίζω πως του οφείλω τη γενετική καταγωγή της διάπλασής μου, ήταν ψηλός και γεροδεμένος ο παππούς, όσο και τη μονοκρατορική φοβία μου. Εγώ, ατρόμητο μειράκιον, επιδιδόμουν σε σειρά θαραλλέων και αλλοπρόσαλων ακροβατικών στο λιμάνι, μέχρι τη στιγμή που πλησιάζαμε το μακρινό άκρο της προβλήτας. Εκεί ήταν αραγμένο, όσα χρόνια μπορώ και θυμάμαι και ως τα σήμερα, ένα παλιό πλοίο. Παρατημένο κουφάρι. Σκουριασμένο ως τα ίσαλα, ημιθανές, συγκρατούμενο μετά βίας από κάτι χιλιοτριμμένους κάβους, με απίστευτα ψηλή πλώρη. Κάτι η μακριά σκιά του, κάτι το μικρό του αναστήματός μου επέτειναν την επιβλητική εικόνα του. Όνομα αδυνατώ ν’ αναφέρω. Η ανάγνωση στη πλώρη ήταν εγχείρημα πέραν των δυνάμεών μου, καθώς επέβαλε η ματιά μου να σταθεί κάθετα στο πανύψηλο σκαρί, η δε πρύμνη στεκόταν ακόμη πιο πέρα στην προβλήτα. Συνεπώς ούτε λόγος. Αυτό το πλοίο, για να το θέσω επιεικώς, μου προκαλούσε δέος. Φοβόμουν να το πλησιάσω σε απόσταση μικρότερη των πενήντα μέτρων. Κάθε Κυριακή βράδυ ξύπναγα τρεις, κατ’ελάχιστον, φορές στον ύπνο μου γιατί έβλεπα τον εαυτό μου να πέφτει στα σκούρα νερά του λιμανιού, ακριβώς διπλα στο άθλιο γκαζάδικο. Βέβαια από την ηλικία των έντεκα, οπότε και ο παππούς έφυγε από κοντά μας -θεός σ’γχωρέστον, έπαψα να περνάω ακόμη και από τον παραλιακό δρόμο που συναντά στο τέρμα του το λιμάνι. Συν το χρόνω, οι εικόνες του προσωπικού μου μαρτυρίου θάφτηκαν με το χρόνο στο βάθος του μυαλού μου και η απολαυστική μου εφηβεία έδιωξε τη φοβία μου, αν εξαιρέσεις μια-δυο βραδιές το μήνα που με ξύπναγαν κάθιδρο άσχημα όνειρα.

 

Επανέρχομαι στον Απρίλιο του ’79. Το Αίγιο, πρωτεύουσα επαρχίας Αιγειαλείας γαρ, ήταν μια αρκετά μεγάλη πόλη, με ζωή. Παρόλα αυτά όλοι γνωρίζονταν με όλους και τα φλέγοντα ζητήματα λύνονταν συνήθως στο κεντρικό καφενείο της πλατείας. Την αλησμόνητη εκείνη άνοιξη γινόταν μέγας θόρυβος γύρω από τη λειτουργία του φάρου στο άνοιγμα του λιμανιού. Κάτι λίγα μέτρα δηλαδή πιο πέρα από το νέο αγκυροβόλιο του παιδικού μου εφιάλτη, όπως λίαν συντόμως έμελλε να ανακαλύψω. Ο παλιός φύλακας, ο κυρ-Αναστάσης, απεβίωσε. Κανείς δε δεχόταν να τον αναπληρώσει, υπήρχε βλέπετε ένας ολόκληρος μύθος για το φάρο, τη θάλασσα, τις δυσκολίες της ολονύκτιας βάρδιας. Ο πατέρας μου, καλή του ώρα εκεί που είναι κι αυτός, πρότεινε εμένα για νέο φαροφύλακα καθώς έβλεπε πως με τα γράμματα οι σχέσεις μου δεν ήταν και τόσο καλές. Ακόμη και στα μάτια των γονέων μου καλλιεργούσα την ίδια έξωθεν εικόνα, του ατρόμητου νεαρού. Τα όποια αναγνώσματά μου φρόντιζα μάλιστα να τα καίω και να εξαφανίζω τις στάχτες επιμελώς. Για να αποφύγω τις μακρυγορίες: οι συντοπίτες μας, ποτισμένοι και οι ίδιοι με την ίδια λάθρα εντύπωση περί της ανδρείας και του ατρόμητου χαρακτήρα μου, συνηγόρησαν ομοφώνως στην ανάθεση του καθήκοντος αυτού απευθείας στην Αυτού Γενναιότητά μου. Δεν χρειάστηκαν παρά λίγα λεπτά της ώρας επιπλέον προκειμένου να πεισθεί και ο Δήμαρχος για τον άμεσο διορισμό μου.

 

Για να είμαι ειλικρινής, στην αρχή καλόβλεπα τη θέση του δημοτικού υπαλλήλου, έστω και των τόσο περιορισμένων νυκτερινών καθηκόντων. Θα μου παρείχε χρόνο για μελέτη, κρυσφύγετο για τα βιβλία μου και μια μικρή οικονομική ελευθερία. Εξάλλου δεν είχα και ιδιαίτερες άλλες απαιτήσεις. Φόβος για τη συναναστροφή μου με τη θάλασσα δεν υπήρχε άλλωστε. Υπήρξα, παιδιώθεν, δεινός κολυμβητής και ο παιδικός μου εφιάλτης βρισκόταν στην εντελώς αντίθετη πλευρά του λιμανιού, τουλάχιστον εξακόσια μέτρα μακριά. Ήταν στα μάτια μου μια βάρκα ανήμπορη, παροπλισμένη, άκακη σαν πασχαλιάτικο ερίφιο.

 

Το πρώτο βράδυ βάρδιας έφτασε. Μεγάλη Τρίτη ήταν, το θυμάμαι σαν να’ναι τώρα. Έφτασα στο φάρο με τα πόδια περίπου μισή ώρα πριν τη δύση του ηλίου. Ξεκλείδωσα την πόρτα με τα κλειδιά που μου’ δωσε ο Λιμενάρχης, πλέον δικά μου κλειδιά. Έβγαλα από την τσέπη μου τη Βάρδια του Καββαδία -εντελώς ταιριαστό με την περίσταση δε νομίζεις Άγιέ μου;- και ένα καλοδιπλωμένο φύλλο χαρτί. Απόθεσα το βιβλίο στο μεταλλικό τραπέζι στο κέντρο του ισογείου του φάρου και κόλλησα το χαρτί πίσω από την πόρτα. Αναφέρονταν σε αυτό η σειρά των βημάτων που έπρεπε να ακολουθήσω προκειμένου να ανάψω το φως του φάρου, καθώς και το τηλέφωνο του λιμεναρχείου, για περίπτωση ανάγκης. Η ώρα κυλούσε χωρίς απρόοπτα. Ο φάρος λειτουργούσε ρολόι και αργά τη νύχτα, θα’ταν τρεις το πρωί, βγήκα στο μπαλκονάκι που έφερνε το γύρο της μεγάλης λάμπας να αγναντέψω λίγο θάλασσα. Έστηνα σκηνικό για την ανάγνωσή μου. Κάθισα στο νοτισμένο τσιμέντο, ακούμπησα την πλάτη στο γυάλινο πέτασμα που περιέβαλλε τη λάμπα και κάρφωσα τα μάτια μου στο σκουριασμένο γκαζάδικο. Ήταν μικρό, όσο που χώραγε στην παλάμη μου, μια φαινόταν και μια όχι, ανάλογα με το αν το που ήταν κάθε στιγμή στραμμένο το φως του φάρου. Χαμογέλασα γεμάτος αυτοπεποίθηση, ένιωθα να το’χω νικήσει. Απόστρεψα το βλέμμα μου. Με τη ματιά μου ευθεία στην απέναντι στεριά άρχισα να νιώθω κάτι να μου γαργαλά τον αυχένα. Ένα μυρμήγκιασμα ανέβαινε τη σπονδυλική μου στήλη. Ήθελα να ψάξω τριγύρω μα κάτι δε μ’άφηνε, ένας φόβος κράταγε το βλέμμα μου στον ορίζοντα, ίσα πέρα. Το μαύρο να συναντά μαύρο Θυμάμαι τη βραδιά τόσο ήσυχη. Μόλις μετά βίας άκουγες τον παφλασμό των κυμάτων στην προκυμαία. Κι όμως, με τον άνεμο να μην έχει δυναμώσει διόλου, στα αυτιά μου έφτανε ένας έντονος ήχος. Λες και κάτι αναστάτωνε τα νερά του λιμανιού. Έσφιξα τις ιδρωμένες γροθιές μου και γύρισα απότομα μετά από κάμποσες στιγμές δισταγμού. Ασύλληπτο. Το ημιθανές γκαζάδικο είχε διασχίσει απ’άκρη σ’άκρη το άνοιγμα του λιμανιού. Τώρα στέκονταν υπερήφανο μπροστά στο φάρο. Ολοζώντανο. Μόλις λίγα εκατοστά από τη μύτη μου έφτανε η σκουριασμένη του πλώρη και ήταν ψηλότερο από ποτέ. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι να σκέπτομαι, πριν λιγοθυμίσω, ήταν πως η αλαζονεία μου το τράβηξε κοντά. Ο φόβος μου το έθρεψε. Αυτό ανέστησε το θεριό που αντίκρυζα. Ξημερώματα Μεγάλης Τετάρτης.

 

Μεγάλη Πέμπτη πρωί ξύπνησα στο Κέντρο Υγείας του Αιγίου. Έξω από το θάλαμο που νοσηλευόμουν, περίμεναν ο πατέρας κι η μάνα μου μαζί με πλήθος γνωστών και συγγενών. Προσπαθώντας να αναστηλώσω την εικόνα του επιβλητικού μου χαρακτήρος πήδηξα από το κρεββάτι, βγήκα στο διάδρομο και πρότεινα το φουσκωμένο, από μια βαθιά ανάσα, στήθος μου. Όλος αυτός ο κόπος μόνο και μόνο για να αντικρύσω πρόσωπα χλευαστικά, μισοκρυμμένα χαμόγελα. Εκείνο της μάνας μου, όμως, ήταν γεμάτο ντροπή. Μάτια χαμηλά και σκοτεινά. Ενώ το μειδίαμα του πλήθους μου προξενούσε απορία και πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, ένας παλιός συμμαθητής μου,  κατ’επανάληψη θύμα της αγριότητός μου, μου αποκάλυψε όλη την αλήθεια σε μια κουβέντα. Κοιτάξτε ένα θαραλλέο άντρα, είπε, που λιγοθύμισε στη θέα ενός καραβιού που δεν υπάρχει εδώ και μια δεκαετία!

Το άθλιο σκίαχτρο του παιδικού μου εφιάλτη είχε καταστραφεί καθώς φαίνεται εδώ και χρόνια. Παλιοσίδερα σε κάποιο καρνάγιο του Κορινθιακού, Για μένα όμως ήταν ακόμη εκεί. Και είναι εκεί κάθε φορά που κοιτάζω έξω από το μικρό παράθυρο του δωματίου μου, εδώ στην κλινική. Η μάνα πέθανε λίγους μήνες μετά, από ντροπή. Ο πατέρας ακολούθησε δυο χρόνια αργότερα. Όσο για μένα το βλέπω στ’αλήθεια το γκαζάδικο. Αφουγκράζομαι τον ισχνό παλμό απ’ το σκαρί του. Από Εσένα λοιπόν Άγιέ μου θέλω ένα μόνο δώρο φέτος τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων: τη φήμη που παιδιώθεν κατείχα. Θέλω πίσω το φόβο. Όχι το δικό μου φόβο, που δε μ’εγκατέλειψε ποτέ, όχι. Το φόβο που μοίραζα στους άλλους. Θέλω πίσω το φόβο μου! Εκλιπαρώ.

Με εκτίμηση

Α. 

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Αργά




του Βασίλη Μπότσιου, ορμώμενου εκ Πρεβέζης και τον ευχαριστώ για τους ωραίους στίχους του

Είσαι ο ήλιος μεσημεριού χειμώνα,η ευφορία μετά τη νάρκωση.

Είσαι οι δυο παλάμες 
που παλεύουν να σβήσουν
στο στήθος μου τον κεραυνό,

δυο χείλη 
που χαράσσουν στο δέρμα μου
τον δικό τους Φλεβάρη

Ευφορία ο ήλιος. 
Ευλογία τα χείλη σου.
Τον Φλεβάρη – άραγε – γιατί τον είπανε κουτσό;

To Καρναβάλι Στις Υψικάμινους


ΝΤΥΘΗΚΑΜΕ ΚΙ ΑΠΟΨΕ. Όπως κάθε νύχτα. Πέφτει το σκοτάδι, βγαίνουν τα σκούρα ρούχα από μπαούλα και ντουλάπια, βγαίνει και το μέσα μας σκοτάδι. Ποτέ βέβαια δεν ετοιμαζόμασταν στο ίδιο μέρος, αλλά πάντα ετοιμαζόμασταν όλοι μαζί. Την Τρίτη σε μια αποθήκη στα Ντεπώ, το Σάββατο κάτω από μια γέφυρα του περιφερειακού, έξω, προς τη Θέρμη. Σήμερα, ήταν κι η μέρα τέτοια, σ’ ένα ξωκλήσι λίγο πριν το Ωραιόκαστρο, στον Αϊ-Γιώργη. Παστωθήκαμε δέκα άνθρωποι ανάμεσα σε μανουάλια, εικονίσματα και στασίδια. Σπρώχναμε ο ένας τον άλλον με τους ώμους για να βάλουμε τις μπότες και τις μαύρες κάπες. Βρίσκαν τα χέρια κι οι αγκώνες στα καντηλέρια όπως κάναμε να φορέσουμε καταπρόσωπα τις κουκούλες. Κι όταν η πλέξη τους κάλυπτε τη μύτη, γινόταν ακόμη δυσκολότερο ν’ ανασάνεις με τα λιβάνια και το θυμιάματα στο χαμηλοτάβανο οίκο του Θεού. Ζωστήκαμε τα πορφυρά μας ζωνάρια και κρύψαμε κάτω από τις κάπες σπαθιά, τσεκούρια, σφυριά. Ότι του’κανε κέφι του καθενός να κουβαλάει μαζί. Εγώ είχα μάλιστα το πιο παράξενο όπλο. Σε μια αλυσίδα είχα μ’ επιμέλεια κολλήσει έναν συμπαγή ατσάλινο κύβο. Δέκα σκουριασμένες ακμές και στην κάτω του πλευρά δυο ατσάλινες πρόκες. Στην άλλη άκρη της αλυσίδας είχα τυλίξει ταινία μονωτική. Την είχα φέρει πολλούς γύρους να φτιάξω ένα πιάσιμο καλό. Φούσκωνε κάτω από τη μαύρη κάπα μου. Μεταλλικό εξόγκωμα που βράζει.

Μια κουβέντα δεν είχαμε ν’ αλλάξουμε ποτέ. Όλοι για όλους, αλλά καθένας γι’ άλλους λόγους. Κι αν με ρωτήσει κανείς πότε, πού, πώς και γιατί βρήκα τούτη την αλλόκοτη παρέα, κουβέντα δε θα πω. Ακόμη και τώρα, που για τους περισσότερους θα μοιάζει ανεξήγητο. Κι ούτε που βλεπόμασταν ποτέ, εκτός των καρναβαλιών αυτών. Ποιός είσαι, ποιός είμαι, δεν υπήρχαν. Ούτε άλλα ζητούμενα. Μόνο μια συμφωνία. Όχι ψευτιές. Τα σπαθιά σας ακονισμένα, τα σφυριά σας βαριά, οι φωνές σας χαμηλές. Εμείς ντυμένοι φονιάδες, οι άλλοι ντυμένοι νεκροί. Και κανένα δισταγμό. Αυτό το καρναβάλι θα βαφτεί στο αίμα.

Κι εγώ την τηρούσα τη συμφωνία κι ας μη ήταν του χαρακτήρα μου να σφάζω. Εγώ είμαι συγγραφέας. Δεν έχω εκδόσει τίποτε στη ζωή μου, αλλά η ιδιότητά μου είναι αυτή, όπως ακριβώς τη λέω. Έχω μια αφηγηματική ευχέρεια, έχω ένα ναρκισσισμό, έχω εμμονές. Μόνον έτσι γίνεσαι συγγραφέας. Και κάποτε κάποιος φτασμένος, με τόσες χιλάδες αντίτυπα από επανεκδόσεις, τόσα βραβεία κι άλλες τόσες δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά, μου είπε: Μαρτυρίες, να’ χεις μαρτυρίες, υλικό. Οι ανάσες των άλλων είναι οι λέξεις σου. Λαθρακρόαση και καταγραφή. Αυτά εγώ τα κατέγραψα κι είπα κάτι θα ξέρει.

Μόλις ντύθηκε κι ο τελευταίος βγήκαμε στο προαύλιο του ναού. Φορτωθήκαμε στο πίσω μέρος του μικρού φορτηγού. Ξεκινάμε. Απόψε το μακάβριο καρναβάλι μας θα στηνόταν στην αναστάσιμη ακολουθία ενός μικρού χωριού, μετά το Ωραιόκαστρο. Η κρυπτικότητα μας ταίριαζε. Κοίταξα γύρω μου τους ομοιόχρωμους καρναβαλιστές. Επιτρέπαμε στους εαυτούς μας μόνο μια μικρή προσωπική τσαχπινιά, στην κατά τ’ άλλα προκαθορισμένη έμφάνισή μας. Ο διπλανός μου είχε κολλήσει δυο κόκκινα διαβολοκέρατα στην κουκούλα του κι ο πίσω μου φοραγε ένα περιβραχιόνιο του Ερυθρού Σταυρού στο δεξί μπράτσο. Ονόματα δε λέω, είπαμε. Όσο για μένα, πρώτα κρύβω στις ζωηρές πτυχές του ζωναριού μου ένα τόσο δα μαγνητοφωνάκι, μετά παίρνω τ’ όπλο μου κι ακολουθώ την πομπή.

Φτάνοντας στο μικρό χωριό, βράδυ Μεγάλου Σαββάτου, αυτό που αντικρύσαμε δεν ήταν αυτό που περιμέναμε. Φώτα σβηστά, η εκκλησία της πλατείας με σφαλιστή πόρτα, ψυχή στους δρόμους. Σταμάτησε τ’αμάξι στην αρχή του οικισμού. Κατεβήκαμε. Οι τρεις προπορευόμενοι μπούκαραν σ’ ένα σπίτι. Κανείς. Μετά σε δεύτερο. Τα ίδια. Σε τρίτο, σε τέταρτο. Ψυχή. Κι όταν οι συνεχόμενοι θόρυβοι ενόχλησαν τους μοναδικούς δυο κατοίκους του χωριού, εκείνοι έκαναν την εμφάνισή τους στο πλακόστρωτο. Με το κερί στο χέρι ο παππούς, ανάστατη η γιαγιά χωρίς μασέλα. «Τι τρέχει πουλάκι μου;», ρώτησαν τον πρώτο που τους πλησίασε. Εμένα η καρδιά μου κοπανούσε το στήθος. Ίδρωναν οι παλάμες. Έσφιγγα το αυτοσχέδιο όπλο στην αριστερή χούφτα. «Γιατί δε μιλάς γιε μου;», αναρωτήθηκαν οι γέροι. Μιλούσαν κι δυο μαζί. Μια φωνή, μια ζωή. «Τι μασκαραλίκια είναι αυτά, δεν είναι καρναβάλι μεγαλοσαββατιάτικα», είπε η γιαγιά πριν ένας από μας τη διαπεράσει με το ακονισμένο ξύλινο παλούκι του. Στα μουγγά την κάρφωσε, μουγγά σωριάστηκε η γιαγιά στο έδαφος. Δυο τρεις άλλοι στράφηκαν στο γέρο. Το κερί του’πεσε απ΄τα χέρια. Γονάτισε. Ίσως να ‘κλαιγε κιόλας. Πέσαν πάνω του σαν τις μύγες στο γλυκό. Με σφυριά και τσεκούρια τον αποτελείωσαν. Οι πιτσιλιές από το αίμα φτάσαν ως την ανοικτή πόρτα του σπιτιού του. Κάποιος άλλος είχε αρχίσει στις βουρδουλιές ένα περαστικό αδέσποτο. Εκείνο γρύλλιζε όπως του σκίζονταν η σάρκα. Ο τύπος με το πλατύ σπαθί του ‘κοψε το κεφάλι. Άλλος ζωντανός δεν υπήρχε. Τζίφος το σχέδιο, σκέφτηκα όπως στεκόμουν στο πίσω μέρος του σχηματισμού, κοντά στο φορτηγάκι. Τότε με βήμα συγχρονισμένο με κύκλωσαν οι σύντροφοί μου. Δε γυάλιζαν τα μάτια τους, δε συννενοήθηκαν στα κρυφά, δε μου απηύθυναν το λόγο. Κράδαιναν σπαθιά, τσεκούρια, σφυριά στα δυο τους χέρια. Πέσαν πάνω μου. Δε σήκωσα ούτε τα χέρια. Δεν έβγαλα κιχ. Έκλεισα τα μάτια να μη δω τον εαυτό μου να καίγεται στο καρναβάλι τους. Το τελευταίο πράγμα που κατάλαβα ήταν το δικό μου τ’ όπλο να συνθλίβει το ξέπνοο στήθος μου. Αυτοί ντυμένοι φονιάδες, εγώ ντυμένος νεκρός.

Κι ύστερα ποιός παράδεισος, ποιά κόλαση. Ρώτησα και με πληροφόρησαν επαρκώς. Όλοι, ανεξαιρέτως όλοι, εδώ καταλήγουν. Κι ο Ροΐδης, κι ο Τζόυς, κι ο Εμπειρίκος, κι ο Ντοστογιέφσκι και όλοι οι άλλοι οι μεγάλοι και τρανοί. Ανάμεσά τους πια κι εγώ, σε τούτο το υπόγειο νησί με τις υψικάμινους. Όταν φτάνουν οι μεταστάντες εδώ βρίσκουν νύχτα, με τα φώτα από τα πανύψηλα καμίνια να λαμπυρίζουν και τις φλόγες να κάνουν μιαν έξοδο φαντασμαγορική από τα στόμια των καμινάδων. Τότε η μαύρη θάλασσα φωτίζεται λευκή και κίτρινη και πορτοκαλιά. Έφτασα χθες, φορούσα τα μαύρα μου, χωρίς όμως την κάπα. Μόνο το κόκκινο ζωνάρι κρατιόταν γύρω απ’ τη μέση. Δεν έκανε κρύο, ούτε τόση ζέστη. Κόσμος περιδιάβαινε τις μεταλλικές κατασκευές. Ακουμπούσαν διαφόροι στους σιδερένιους απαστράπτοντες σωλήνες. Συζητάγαν σε μικρά πηγαδάκια. Παράξενο μέρος. Και κάθε τόσο οι υψικάμινοι να φτύνουν φωτιές, να κουνάει λίγο το νησί απ’τη ρίζα. Έφερνα κι εγώ βόλτες, δε μίλαγα σε κανένα. Ήμουν ακέραιος. Ήμουν θυμωμένος. Ήμουν νεκρός; Στήθηκα τελικά κάτω από ένα μεταλλικό κιγκλίδωμα που περιστοίχιζε μιαν αλουμινένια σκάλα. Κάθισα τον κώλο μου στο έδαφος. Ξέσφιξα το ζωνάρι. Δίπλα μου έπεσε το μαγνητογωνάκι. Το ‘χα ξεχάσει αυτό. Το μοναδικό μου κτέρισμα από τον προηγούμενο κόσμο. Πάτησα το play χωρίς σκέψη, σιωπή, λίγες φωνές γερασμένες στο βάθος κι ύστερα κλαγγές, σκισίματα, γδούποι, πνιχτός πόνος. Το πέταξα στον απέναντι τοίχο. Έσπασε στα δυο. Ήμουν νεκρός συγγραφέας. Σίγουρα. Κι αν τίποτα δεν κατάφερα στη ζωή, ιδού. Ευκαιρία πρώτης τάξης. Ρώτησα καναδυό διαβάτες πού τους έχουν. Αν υπάρχει κάποιος να ρωτήσω. Δε γνώριζαν. Περιπλανήθηκα για ώρες και δε συνάντησα κάποιον που η φάτσα του να μου θυμίζει κάτι, μα το νησί είναι μικρό. Έπρεπε τουλάχιστον να δω ένα νεκρό συγγενή, κάποιον αρχαίο, μια ιστορική φυσιογνωμία. Τίποτα. Κι όσο για τους μεγάλους μάγους της γραφής; Άφαντοι.

Αποφάσισα ν’ ανέβω ψηλά. Άλλη εποπτεία έχει κανείς από ‘κει. Σκαρφάλωσα ένα καγκελόφρακτο, έτρεξα στα μεταλλικά διάτρητα σκαλιά, πιάστηκα ν’ανεβαίνω το ψηλό καμίνι. Λίγα μέτρα πιο πάνω έκανε ένα πλάτωμα. Κάθησα. Κοίταγα από ψηλά αυτό το διαφορετικό καρναβάλι. Πολύχρωμο, μια ακατάληπτη βουή στον αέρα, μια μυρωδιά καμμένης σάρκας και φώτα. Τόσα φώτα. Άλλαζαν θέσεις που και που οι ντυμένοι νεκροί, φτιάχναν καινούριες παρέες ή απομονώνονταν, ξάπλωναν μπρούμυτα στο τσιμέντο να κρυφτούν από τα φώτα ή βλαστημούσαν το γραφτό τους. Κι όσο η ώρα περνούσε δεν ξημέρωνε. Μόνο κάποια στιγμή ησύχασε το σμάρι, σα να’ταν ώρα για κατάκλιση και τότε έφτανε ως τ’αυτιά μου ο παφλασμός της υπόγειας θάλασσας στα βράχια του νησιού μας. Θάλασσας σπαρμένης με λευκά κήτη, όλα βαλμένα ανάσκελα. Πελώριοι νεκροί αλμπίνοι. Ακόμη κι αν το νερό μου φτάνει ως τους αστραγάλους, που δε το νομίζω, δε θα τόλμαγα να περπατήσω ανάμεσά τους. Έτσι σκεφτόμουν όταν μου φάνηκε πως άκουσα: «Εδώ ψηλά κάνει πιο πολλή ζέστη, ε;» Όντως. Στην άλλη πλευρά του ατσάλινου μπαλκονιού είχε κουρνιάσει ένας κύριος γύρω στα πενήντα, κάπως παχουλός, αξύριστος, με λεπτό μουστάκι. Το παντελόνι του το’χε ακουμπήσει πιο δίπλα. Ήταν με το σώβρακο. Τα μπούτια του είχαν μουντζουρωθεί. Είχε ιδρώσει, από πάνω φορούσε μόνο ένα φανελάκι με ξεχειλωμένες τιράντες. Του συστήθηκα. Μου συστήθηκε. Ανταλλάξαμε ιστορίες θανάτου. Κι αν εγώ παραχάραξα τη δική μου, ήμασταν αδελφοί στο θάνατο. Δεν τον γνώρισα αμέσως, αλλά ήταν θύμα μιας εξόρμησής μας. Τσακώνονταν, θυμάμαι, αυτός κι ο εξ αίματος αδελφός του στη μέση του δρόμου, σε κάποιον οικισμό μετά την Πτολεμαΐδα, για κάτι περιουσιακά. Όταν τους ριχτήκαμε παρακάλαγαν για οίκτο αγκαλιασμένοι. Ίσως μάλιστα να ‘μουν εγώ που του κατάφερα το τελειωτικό χτύπημα. Αποσιώπησα τα πάντα. Ούτε και μετά την ύστατη στιγμή αθέτησα τον όρκο σιωπής. Ονόματα δε λέμε. Ξεδίπλωσα λοιπόν τις απορίες μου. Ήταν περισσότερο καιρό από μένα εδώ, κάτι παραπάνω θα’χε να πει.

«Αυτή η άλλη γη», μου εξιστορούσε, «είναι ακριβώς όπως κι η αποπάνω». «Οι όμοιοι πάνε με τους όμοιους. Αυτούς που ζητάς τους έχω δει, κλειστό πηγαδάκι στην πιο μακρινή υψικάμινο, πέρα κοντά στα βράχια της άλλης πλευράς». Έδειξε με το δάχτυλο. «Τους έχουν ακούσει να φλυαρούν συναμεταξύ τους με τις ώρες, όσοι απέμειναν τέλος πάντων. Μόνη διαφορά πως εδώ όλους, συγγραφείς και ποιητές και τσαγκάρηδες και πουτάνες και αγίους, κάποια στιγμή μας ταΐζουν στις υψικάμινους. Θες δε θες έρχεται η σειρά σου. Να τρέφεται η φλόγα, να ζεσταίνεται ο προηγούμενός μας κόσμος από το λίπος, από το κρέας και τα οστά μας», είπε. «Και το συναίσθημά μας», πρόσθεσα εγώ κι άρχισα να κατεβαίνω πάλι στα χαμηλά.

Όταν πάτησαν τα πόδια μου γη φώναξα δυο τρεις από γύρω να βάλουν ένα χεράκι. Όλοι μαζί ξηλώσαμε το σιδερένιο πλέγμα που περιέβαλε τη σκάλα. Τους ευχαρίστησα, μου ‘γνεψαν με το κεφάλι. Γύρισα με υπομονή μια μια τις σιδερένιες άκρες του σύρματος ώστε να εξέχουν προς τα μπρος κι έντυσα τα χέρια μου μ’αυτό. Έφτανε το τυλιγμένο σύρμα ως τους αγκώνες. Έβγαλα και το μακρύ σωλήνα, που κρατούσε το πλέγμα, από το έδαφος και τον έντυσα κι αυτόν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Γύρισα μέτωπο στην άλλη άκρη του νησιού και ξεκίνησα. Λίγα τα κεφάλια που στράφηκαν στη θέα του μεταμφιεσμένου. Εδώ η κρυπτικότητα δεν είχε αξία. Βάδισα ως την ψηλή υψικάμινο. Την περιστοίχιζαν οι υψηλοί προσκεκλημένοι του νησιού. Ξεχώρισα από μακριά ακόμη τον Πόε και τον Καζαντζάκη, ίσως τον Ελύτη, μπορεί τον Μπάροουζ. Δε μπήκα στον κόπο να τους συστηθώ. Έπεσα με ορμή στη λογοτεχνική τους συντροφιά. Με την αμφίεσή μου και το σωλήνα μου χτυπούσα αλύπητα. «Εγώ ντυμένος φονιάς, εσείς ντυμένοι νεκροί», μουρμούριζα πίσω απ’τα σφιγμένα δόντια. Δεν βρήκαν κάτι ευφάνταστο, βαθιά λογοτεχνικό να πουν ενώ τους διαμέλιζα το κορμί. Τους σύνθλιψα τα γεμάτα ιδέες κρανία, τους έσκισα τα ταλαντούχα χέρια, τους έβγαλα τα μάτια που τόσο προσεκτικά ακτινοσκοπούσαν τους ανθρώπους. Τους έβαψα όλους κόκκινους. Κοίταξα γύρω μου, σκουπίζοντας το ακριβό τους αίμα από το πρόσωπό μου. Μέτρησα μια ντουζίνα ποιήματα, νουβέλες και δοκίμια διαμελισμένα. Δεν ξέρω αν σκοτώνει κανείς τους νεκρούς. Διάλεξα μερικά από τα κομμάτια τους, όσα μπορούσα να κουβαλήσω καθώς ανέβαινα στο στόμιο της υψικάμινου δηλαδή, και τα’βαλα κάτω απ΄τη μασχάλη μου. Μπροστά στο φλογοβόλο άνοιγμα μ’έπαιρνε ένας λίβας στο πρόσωπο. Σ’ ετούτη τη φωτιά θέλω να ριχτώ. Αυτό μου πρέπει. Όπως αυτοί. Χωρίς αυτούς.