<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077</id><updated>2011-12-21T22:34:15.861Z</updated><title type='text'>υψικαμινος</title><subtitle type='html'>...μια ρηχη λιμνη με γραπτα κητη, λευκα, βαλμενα αναστροφα, που περιμενουν να τα βγαλει στην οχθη ο κυματισμος.</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>37</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-3957414082162208470</id><published>2011-12-21T22:34:00.000Z</published><updated>2011-12-21T22:34:15.870Z</updated><title type='text'>Η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;       &lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;o:DocumentProperties&gt;   &lt;o:Template&gt;Normal.dotm&lt;/o:Template&gt;   &lt;o:Revision&gt;0&lt;/o:Revision&gt;   &lt;o:TotalTime&gt;0&lt;/o:TotalTime&gt;   &lt;o:Pages&gt;1&lt;/o:Pages&gt;   &lt;o:Words&gt;545&lt;/o:Words&gt;   &lt;o:Characters&gt;3112&lt;/o:Characters&gt;   &lt;o:Company&gt;UOO&lt;/o:Company&gt;   &lt;o:Lines&gt;25&lt;/o:Lines&gt;   &lt;o:Paragraphs&gt;6&lt;/o:Paragraphs&gt;   &lt;o:CharactersWithSpaces&gt;3821&lt;/o:CharactersWithSpaces&gt;   &lt;o:Version&gt;12.0&lt;/o:Version&gt;  &lt;/o:DocumentProperties&gt;  &lt;o:OfficeDocumentSettings&gt;   &lt;o:AllowPNG/&gt;  &lt;/o:OfficeDocumentSettings&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:WordDocument&gt;   &lt;w:Zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:TrackMoves&gt;false&lt;/w:TrackMoves&gt;   &lt;w:TrackFormatting/&gt;   &lt;w:PunctuationKerning/&gt;   &lt;w:DrawingGridHorizontalSpacing&gt;18 pt&lt;/w:DrawingGridHorizontalSpacing&gt;   &lt;w:DrawingGridVerticalSpacing&gt;18 pt&lt;/w:DrawingGridVerticalSpacing&gt;   &lt;w:DisplayHorizontalDrawingGridEvery&gt;0&lt;/w:DisplayHorizontalDrawingGridEvery&gt;   &lt;w:DisplayVerticalDrawingGridEvery&gt;0&lt;/w:DisplayVerticalDrawingGridEvery&gt;   &lt;w:ValidateAgainstSchemas/&gt;   &lt;w:SaveIfXMLInvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:IgnoreMixedContent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:Compatibility&gt;    &lt;w:BreakWrappedTables/&gt;    &lt;w:DontGrowAutofit/&gt;    &lt;w:DontAutofitConstrainedTables/&gt;    &lt;w:DontVertAlignInTxbx/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;  &lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:LatentStyles DefLockedState="false" LatentStyleCount="276"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;  &lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt; /* Style Definitions */table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Table Normal"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:12.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-ascii-font-family:Cambria; mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; mso-fareast-theme-font:minor-fareast; mso-hansi-font-family:Cambria; mso-hansi-theme-font:minor-latin; mso-ansi-language:EN-US;}&lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;    &lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;br /&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-gu24dMHgyz8/TvJezAXd6-I/AAAAAAAAAIg/quWC4RlfKCs/s1600/missingbean.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="279" src="http://1.bp.blogspot.com/-gu24dMHgyz8/TvJezAXd6-I/AAAAAAAAAIg/quWC4RlfKCs/s320/missingbean.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; text-align: justify;"&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; text-align: justify;"&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;Τα απογεύματα του χειμώνα ήταν τα πιο δύσκολα. Κυρίως επειδή νύχτωνε πολύ νωρίς. Ένα τέτοιο απόγευμα, υπό δυνατή βροχή, περπατούσε προς τη στάση του λεωφορείου. Είχε αφήσει το ποδήλατο κλειδωμένο στο Τμήμα Βιοχημείας. Σπάνια έκανε ποδήλατο υπό βροχή. Περνώντας μπροστά από το μικρό καφέ απέναντί από το κολλέγιο &lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EN-GB;"&gt;Lincoln &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;επιβράδυνε. Του έκανε εντύπωση η μεγάλη τζαμαρία, θολωμένη από τα χνώτα των θαμώνων. Στο &lt;i&gt;κλουβί &lt;/i&gt;του δεν τον περίμενε κανείς. Έκλεισε την ομπρέλα και μπήκε. Κάθισε δίπλα στη θολωμένη τζαμαρία. Περίμενε. Τον πλησίασε ένας υπάλληλος. Και του είπε ότι πρέπει να παραγγείλει πριν καθίσει. Είχε βαριά προφορά και δυσκολεύτηκε να τον καταλάβει. Σηκώθηκε. Πήγε μέχρι το ταμείο και πλήρωσε για ένα τσάι. Ύστερα επέστρεψε στη θέση του. Και με το μανίκι της ζακέτας του καθάρισε ένα μικρό κομμάτι της τζαμαρίας στο ύψος των ματιών του. Από την τσέπη του έβγαλε το κινητό του και το ακούμπησε δίπλα του. Σαν να περίμενε τηλέφωνο. Θυμήθηκε την αγγλίδα φοιτήτρια που οι γονείς του είχαν φέρει ένα καλοκαίρι—την έλεγαν Ρουθ. &lt;i&gt;Να βελτιώσει τ’ αγγλικά του&lt;/i&gt;. Ήταν ακόμα στο δημοτικό. Θυμήθηκε πως επαναλάμβανε σαν κασσετοφωνάκι τα λόγια της μηχανικά περιμένοντας να τελειώσουν. «What is this? This is…» Θυμήθηκε πως όταν εκείνη έφευγε έμενε (επιτέλους) μόνος με την εικόνα του, κοκκινισμένου απ’ τον ήλιο, στήθους της.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; text-align: justify; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;Τότε ο υπάλληλος του έφερε το τσάι. Του ένευσε. Και πήρε το φλυτζάνι στα χέρια του. Η βροχή σταμάτησε. Οι δύο άλλες παρέες σηκώθηκαν σχεδόν συγχρονισμένα κι έφυγαν. Εκείνος κοιτούσε έξω από τη τζαμαρία μια παρέα φοιτητών. Δεκαοκτώ-είκοσι χρονών, ντυμένοι σαν ακαδημαϊκοί της δεκαετίας του ’30—τουίντ σακάκια, δετά σκαρπίνια, πλεκτές γραβάτες, όλα σε αποχρώσεις του καφέ. Ένας κάπνιζε μια ξύλινη πίπα. Ένας άλλος κρατούσε κάτι σκληρόδετα παλιά βιβλία. Ένας τρίτος ένα ταλαιπωρημένο ποδήλατο. Ο υπάλληλος είχε αρχίζει να σκουπίζει το μαγαζί. Και είχε αφήσει ανοικτή την πόρτα. Ένιωσε το κρύο να τον χτυπάει στα πόδια. Κατάλαβε. Και κατέβασε το τσάι του με μια μεγάλη γουλιά. Βγήκε χαιρετώντας χαμηλόφωνα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; text-align: justify; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;;"&gt;Μπαίνοντας στο σπίτι του είδε μια κασσέτα να ξεχωρίζει μέσα στο χαμό από μαύρες σακούλες στην είσοδο. Είχε ένα αυτοκόλλητο που έγραφε &lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EN-GB;"&gt;MTV Ηits 1991. Το ξεκόλλησε. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;Και την έβαλε στο μαγνητόφωνο. Τη γύρισε στην αρχή. Και πάτησε το &lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EN-GB;"&gt;rec. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;;"&gt;«Κατοικώ σε μια χώρα της οποίας δε μιλάω τη γλώσσα, ποιό Proficiency in English του Πανεπιστημίου του Καίμπρητζ, μια γλώσσα που το ‘όχι κι άσχημα΄ σημαίνει ‘υπέροχα’, που το ‘πολύ καλά’ πάει να πει ‘όχι και τόσο καλά’, που το ‘δε θα διαφωνήσω’ κραυγάζει ‘δε συμφωνώ’. Δε μιλάω λέξη. Μια γλώσσα όπου νεύρα, κλάμματα, ταχυκαρδίες, γαλήνη εκφράζονται στον ίδιο τόνο, στον τόνο εκείνο με τον οποίο δε μπορώ να συντονιστώ. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;Ούτε λέξη. &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;;"&gt;Πες&lt;i&gt; αγ-γλι-κά&lt;/i&gt;, επτά γράμματα, τρία φωνήεντα, τέσσερα σύμφωνα, είμαι ένας βουβός μετανάστης, κάθε λέξη που θέλω να χρησιμοποιήσω τη φέρνω στο στόμα μου, τη γυρνάω γύρω-γύρω σαν τον καπνό του τσιγάρου και καταλήγω να την καταπίνω. Όταν πάω να τη βάλω στο χαρτί από τον αριστερό μου ώμο κρέμεται ένα χέρι που δεν ξέρει να κρατάει στιλό, &lt;i&gt;πες δεν κα-τα-λα-βαί-νω&lt;/i&gt;—πες! Είχα εναποθέσει, βλέπεις, όλες μου τις ελπίδες σε αυτές τις ξένες λέξεις, ότι θα με γλίτωναν από την αλήθεια, ότι θα την έκαναν να ξεφτίσει σαν τους σοβάδες των τοίχων στο κλουβί μου, όμως στον ξύπνιο μου είναι σαν να τραυλίζουν οι νευρώνες μου και να μη μπορούν να βάλουν τους σωστούς ήχους στη σειρά και στον ύπνο μου τους επαναλαμβάνω διαρκώς, σαν ποίημα που προσπαθώ να αποστηθίσω για σχολική γιορτή ή σαν το &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;μουρμουρητό&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;;"&gt; προσευχής ενός δήθεν άθεου, δύο χιλιάδες οκτώ, Νοέμβρης, δύο χιλιάδες δώδεκα, Γενάρης, τρία χρόνια και, τόσες χιλιάδες αποσιωπημένες λέξεις. Το τίμημα της μοναξιάς; Ή μήπως η απομαγνητοφώνησή της;» &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;Το κουμπί του &lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EN-GB;"&gt;stop &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EL;"&gt;είχε ένα λευκό τετράγωνο επάνω, το οποίο είχε μισοσβήσει από τα πολλαπλά πατήματα&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; mso-ansi-language: EN-GB;"&gt;.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 150%; text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;!--EndFragment--&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-3957414082162208470?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/3957414082162208470/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=3957414082162208470' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3957414082162208470'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3957414082162208470'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2011/12/blog-post_21.html' title='Η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-gu24dMHgyz8/TvJezAXd6-I/AAAAAAAAAIg/quWC4RlfKCs/s72-c/missingbean.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-4485038488335542608</id><published>2011-12-19T21:18:00.000Z</published><updated>2011-12-19T21:18:15.377Z</updated><title type='text'>πορνογραφία</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;       &lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;o:DocumentProperties&gt;   &lt;o:Template&gt;Normal.dotm&lt;/o:Template&gt;   &lt;o:Revision&gt;0&lt;/o:Revision&gt;   &lt;o:TotalTime&gt;0&lt;/o:TotalTime&gt;   &lt;o:Pages&gt;1&lt;/o:Pages&gt;   &lt;o:Words&gt;209&lt;/o:Words&gt;   &lt;o:Characters&gt;1195&lt;/o:Characters&gt;   &lt;o:Company&gt;UOO&lt;/o:Company&gt;   &lt;o:Lines&gt;9&lt;/o:Lines&gt;   &lt;o:Paragraphs&gt;2&lt;/o:Paragraphs&gt;   &lt;o:CharactersWithSpaces&gt;1467&lt;/o:CharactersWithSpaces&gt;   &lt;o:Version&gt;12.0&lt;/o:Version&gt;  &lt;/o:DocumentProperties&gt;  &lt;o:OfficeDocumentSettings&gt;   &lt;o:AllowPNG/&gt;  &lt;/o:OfficeDocumentSettings&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:WordDocument&gt;   &lt;w:Zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:TrackMoves&gt;false&lt;/w:TrackMoves&gt;   &lt;w:TrackFormatting/&gt;   &lt;w:PunctuationKerning/&gt;   &lt;w:DrawingGridHorizontalSpacing&gt;18 pt&lt;/w:DrawingGridHorizontalSpacing&gt;   &lt;w:DrawingGridVerticalSpacing&gt;18 pt&lt;/w:DrawingGridVerticalSpacing&gt;   &lt;w:DisplayHorizontalDrawingGridEvery&gt;0&lt;/w:DisplayHorizontalDrawingGridEvery&gt;   &lt;w:DisplayVerticalDrawingGridEvery&gt;0&lt;/w:DisplayVerticalDrawingGridEvery&gt;   &lt;w:ValidateAgainstSchemas/&gt;   &lt;w:SaveIfXMLInvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:IgnoreMixedContent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:Compatibility&gt;    &lt;w:BreakWrappedTables/&gt;    &lt;w:DontGrowAutofit/&gt;    &lt;w:DontAutofitConstrainedTables/&gt;    &lt;w:DontVertAlignInTxbx/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;  &lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:LatentStyles DefLockedState="false" LatentStyleCount="276"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;  &lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt; /* Style Definitions */table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Table Normal"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:12.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-ascii-font-family:Cambria; mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; mso-fareast-theme-font:minor-fareast; mso-hansi-font-family:Cambria; mso-hansi-theme-font:minor-latin; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-bidi-theme-font:minor-bidi; mso-ansi-language:EN-US;}&lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;    &lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;br /&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-FYn9zfe0-To/Tu-p7SfsHII/AAAAAAAAAIY/c_1XH8ybbTE/s1600/empty-room.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="211" src="http://2.bp.blogspot.com/-FYn9zfe0-To/Tu-p7SfsHII/AAAAAAAAAIY/c_1XH8ybbTE/s320/empty-room.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 9.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 9.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;What potions have I drunk of Siren tears,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 9.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Distill'd from limbecks foul as hell within,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 9.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Applying fears to hopes and hopes to fears,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 9.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Still losing when I saw myself to win!&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 9.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;&amp;nbsp;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 9.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Shakespeare, Σονέτο 119&lt;i&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 10.5pt; mso-bidi-font-family: Verdana;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;(Υπόγειο· παρέα οι φτερουγισμένοι· σκοτάδι, δωμάτιο τετράγωνο· μια αναμμένη λάμπα κρέμεται από το πανύψηλο ταβάνι)&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Σ’ αρέσει; Φάε λίγο. Ορίστε.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-...&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Φάε. Σε παρακαλώ.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-...&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Ξέρεις σε τί κόπο μπήκα να το βρω; Ποτισμένο με νερό τ’ Αχέρωντα στη ρίζα—τί μαλακίες άκουσα για να το πάρω. Έλα, να.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Με τα πολλά παρακάλια πήρε μια φέτα στα χέρια. Την έφερε στο στόμα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Μπράβο. Κοριτσάκι μου εσύ.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Δε νομίζω ότι με άκουγε. Μάτια κλειστά. Ζουμιά που τρέχαν από το στόμα στο στήθος της. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Μμμ...&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Σου ‘χω πεί... πόσο μ' αρέσει το καρπούζι;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Κι άλλη μια φέτα καρπούζι. Κι άλλη. Ολόκληρη το στόμα. Κι άλλη. Και τα κουκούτσια στο πιάτο. Όλα τα δάκτυλα πασαλειμμένα. Κι αυτά στο στόμα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Εμένα; Τίποτα εμένα;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Ο ιδρώτας μου έσταζε στο πρησμένο φερμουάρ του παντελονιού μου. Το στόμα της κολλούσε απ’ τη ζάχαρη. Έβγαλε τη γλώσσα της. Με την ακρούλα πέρασε το στόμα της γύρω-γύρω (πορνό στον άλλο κόσμο· κι ένας γάτος αποδίπλα). Σώθηκε το καρπούζι.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Ό,τι δροσίστηκες δροσίστηκες. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Μμμ...&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Δεν έκανε το παραμικρό. Μόνο πού και πού άνοιγε τα πόδια και μου θύμιζε το φύλο της. Παρά τα άγουρά της στήθη. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;-Ας παίξουμε τους εραστές, είπε ξαφνικά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Δεν κρατήθηκα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Μετά μύρισε πράσινο σαπούνι, καπνός τσιγάρου και γλυκό καρπούζι. Στο στόμα μου ξέμεινε μια γεύση από γάλα μητρικό.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;!--EndFragment--&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-4485038488335542608?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/4485038488335542608/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=4485038488335542608' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/4485038488335542608'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/4485038488335542608'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2011/12/blog-post.html' title='πορνογραφία'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-FYn9zfe0-To/Tu-p7SfsHII/AAAAAAAAAIY/c_1XH8ybbTE/s72-c/empty-room.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-6740993521216437248</id><published>2011-12-14T23:21:00.000Z</published><updated>2011-12-14T23:21:30.832Z</updated><title type='text'>Xωρίς σκοπό</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;       &lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;o:DocumentProperties&gt;   &lt;o:Template&gt;Normal.dotm&lt;/o:Template&gt;   &lt;o:Revision&gt;0&lt;/o:Revision&gt;   &lt;o:TotalTime&gt;0&lt;/o:TotalTime&gt;   &lt;o:Pages&gt;1&lt;/o:Pages&gt;   &lt;o:Words&gt;190&lt;/o:Words&gt;   &lt;o:Characters&gt;1084&lt;/o:Characters&gt;   &lt;o:Company&gt;UOO&lt;/o:Company&gt;   &lt;o:Lines&gt;9&lt;/o:Lines&gt;   &lt;o:Paragraphs&gt;2&lt;/o:Paragraphs&gt;   &lt;o:CharactersWithSpaces&gt;1331&lt;/o:CharactersWithSpaces&gt;   &lt;o:Version&gt;12.0&lt;/o:Version&gt;  &lt;/o:DocumentProperties&gt;  &lt;o:OfficeDocumentSettings&gt;   &lt;o:AllowPNG/&gt;  &lt;/o:OfficeDocumentSettings&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:WordDocument&gt;   &lt;w:Zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:TrackMoves&gt;false&lt;/w:TrackMoves&gt;   &lt;w:TrackFormatting/&gt;   &lt;w:PunctuationKerning/&gt;   &lt;w:DrawingGridHorizontalSpacing&gt;18 pt&lt;/w:DrawingGridHorizontalSpacing&gt;   &lt;w:DrawingGridVerticalSpacing&gt;18 pt&lt;/w:DrawingGridVerticalSpacing&gt;   &lt;w:DisplayHorizontalDrawingGridEvery&gt;0&lt;/w:DisplayHorizontalDrawingGridEvery&gt;   &lt;w:DisplayVerticalDrawingGridEvery&gt;0&lt;/w:DisplayVerticalDrawingGridEvery&gt;   &lt;w:ValidateAgainstSchemas/&gt;   &lt;w:SaveIfXMLInvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:IgnoreMixedContent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:Compatibility&gt;    &lt;w:BreakWrappedTables/&gt;    &lt;w:DontGrowAutofit/&gt;    &lt;w:DontAutofitConstrainedTables/&gt;    &lt;w:DontVertAlignInTxbx/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;  &lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:LatentStyles DefLockedState="false" LatentStyleCount="276"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;  &lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt; /* Style Definitions */table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Table Normal"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:12.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-ascii-font-family:Cambria; mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; mso-fareast-theme-font:minor-fareast; mso-hansi-font-family:Cambria; mso-hansi-theme-font:minor-latin; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-bidi-theme-font:minor-bidi; mso-ansi-language:EN-US;}&lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;    &lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'GFS Didot Regular';"&gt;          &lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;o:DocumentProperties&gt;   &lt;o:Template&gt;Normal.dotm&lt;/o:Template&gt;   &lt;o:Revision&gt;0&lt;/o:Revision&gt;   &lt;o:TotalTime&gt;0&lt;/o:TotalTime&gt;   &lt;o:Pages&gt;1&lt;/o:Pages&gt;   &lt;o:Words&gt;12&lt;/o:Words&gt;   &lt;o:Characters&gt;69&lt;/o:Characters&gt;   &lt;o:Company&gt;UOO&lt;/o:Company&gt;   &lt;o:Lines&gt;1&lt;/o:Lines&gt;   &lt;o:Paragraphs&gt;1&lt;/o:Paragraphs&gt;   &lt;o:CharactersWithSpaces&gt;84&lt;/o:CharactersWithSpaces&gt;   &lt;o:Version&gt;12.0&lt;/o:Version&gt;  &lt;/o:DocumentProperties&gt;  &lt;o:OfficeDocumentSettings&gt;   &lt;o:AllowPNG/&gt;  &lt;/o:OfficeDocumentSettings&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:WordDocument&gt;   &lt;w:Zoom&gt;0&lt;/w:Zoom&gt;   &lt;w:TrackMoves&gt;false&lt;/w:TrackMoves&gt;   &lt;w:TrackFormatting/&gt;   &lt;w:PunctuationKerning/&gt;   &lt;w:DrawingGridHorizontalSpacing&gt;18 pt&lt;/w:DrawingGridHorizontalSpacing&gt;   &lt;w:DrawingGridVerticalSpacing&gt;18 pt&lt;/w:DrawingGridVerticalSpacing&gt;   &lt;w:DisplayHorizontalDrawingGridEvery&gt;0&lt;/w:DisplayHorizontalDrawingGridEvery&gt;   &lt;w:DisplayVerticalDrawingGridEvery&gt;0&lt;/w:DisplayVerticalDrawingGridEvery&gt;   &lt;w:ValidateAgainstSchemas/&gt;   &lt;w:SaveIfXMLInvalid&gt;false&lt;/w:SaveIfXMLInvalid&gt;   &lt;w:IgnoreMixedContent&gt;false&lt;/w:IgnoreMixedContent&gt;   &lt;w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;false&lt;/w:AlwaysShowPlaceholderText&gt;   &lt;w:Compatibility&gt;    &lt;w:BreakWrappedTables/&gt;    &lt;w:DontGrowAutofit/&gt;    &lt;w:DontAutofitConstrainedTables/&gt;    &lt;w:DontVertAlignInTxbx/&gt;   &lt;/w:Compatibility&gt;  &lt;/w:WordDocument&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;&lt;!--[if gte mso 9]&gt;&lt;xml&gt;  &lt;w:LatentStyles DefLockedState="false" LatentStyleCount="276"&gt;  &lt;/w:LatentStyles&gt; &lt;/xml&gt;&lt;![endif]--&gt;  &lt;!--[if gte mso 10]&gt; &lt;style&gt; /* Style Definitions */table.MsoNormalTable {mso-style-name:"Table Normal"; mso-tstyle-rowband-size:0; mso-tstyle-colband-size:0; mso-style-noshow:yes; mso-style-parent:""; mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt; mso-para-margin:0cm; mso-para-margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:12.0pt; font-family:"Times New Roman"; mso-ascii-font-family:Cambria; mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-fareast-font-family:"Times New Roman"; mso-fareast-theme-font:minor-fareast; mso-hansi-font-family:Cambria; mso-hansi-theme-font:minor-latin; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-bidi-theme-font:minor-bidi; mso-ansi-language:EN-US;}&lt;/style&gt; &lt;![endif]--&gt;    &lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="text-align: right;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: 12px; line-height: 18px;"&gt;&lt;i&gt;&lt;br /&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; font-size: 11pt; line-height: 16pt; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-r57gUfAS8pU/TukvHsQdpWI/AAAAAAAAAIQ/gLPyDnJbzTY/s1600/DSC01633.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="320" src="http://3.bp.blogspot.com/-r57gUfAS8pU/TukvHsQdpWI/AAAAAAAAAIQ/gLPyDnJbzTY/s320/DSC01633.jpg" width="210" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="font-size: 11pt; line-height: 150%; text-align: right;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 9pt; line-height: 150%;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="font-size: 15px; line-height: 22px;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 9pt; line-height: 18px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="font-size: 15px; line-height: 22px;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 9pt; line-height: 18px;"&gt;Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="right" class="MsoNormal" style="font-size: 15px; line-height: 22px;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 9pt; line-height: 18px;"&gt;-Φ. Πεσόα (&lt;i&gt;ενδεδυμένος&lt;/i&gt;&amp;nbsp;Μπ. Σοάρες)&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--EndFragment--&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-align: justify;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;(Τα παιδικάτα μου άνοιξαν βρυσούλα και τρέχουν νεράκι στη μνήμη μου: λουλούδια της άνοιξης στις λευκές πετσέτες, ρούχα κυλισμένα στο γρασίδι, λεκέδες από μαρμελάδα σύκο. Μόνο εκείνος ο θόρυβος από τα φύλλα των εβραϊκών εφημερίδων, ολόκληρα τραπεζομάντηλα, κι οι πεισματικές αναγνώσεις απ’ την Τορά, πατικωμένα χρόνια στο πατάρι, δεν λένε να χαθούν)&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-align: justify; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Κάποιες φορές την Άνοιξη το ‘σκαγα από το σχολείο. Φορούσα πουλόβερ μπλε πάνω από λευκό (κολλαριστό) πουκάμισο, γκρι φαρδύ παντελόνι και ριγέ γραβάτα (αφόρητη θηλειά στο λαιμό μου). Έτρεχα όσο να ιδρώσω και σταμάταγα όταν πια μ’ εγκατέλειπε η αναπνοή μου -αυτό με έφερνε σχεδόν πάντοτε μπροστά από ένα κτήμα με στάχυα. Ένα μπόι ψηλότερα από μένα, πρώιμα, ποτισμένα στην υγρασία. Περνούσα ανάμεσα, έφτανα ως τη μέση περίπου, τα ‘στρωνα και ξαπλωνόμουν πάνω τους. Είχα γύρω μου ένα τείχος από αφράτη παπαγαλί μαρέγκα και μ’ έκρυβε. Άναβα τσιγάρο κλεμμένο απ’ τους θειούς μου (οι δικοί ούτε το είχαν δοκιμάσει ποτέ). Τριβόμουν σαν το γατί. Κουλουριαζόμουν σαν το έμβρυο. Φούμαρα σαν το θεριακλή. Κάποιες φορές έβαζα στο ένα μάτι μια καρέλα και παρατηρούσα τον ουρανό χωρίς σκοπό. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="line-height: 16.0pt; mso-line-height-rule: exactly; text-align: justify; text-indent: 36.0pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: &amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;; font-size: 11.0pt; mso-bidi-font-size: 12.0pt;"&gt;Χωρίς να κανω τον κόπο να τιναχτώ, να ισιώσω το γιακά ή να ξανασφίξω τη γραβάτα έσερνα το λερό σαρκίο μου μέχρι το σπίτι: ίσια στην πορσελάνινη αστραφτερή μπανιέρα και τη σκληρή βούρτσα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;!--EndFragment--&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-6740993521216437248?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/6740993521216437248/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=6740993521216437248' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/6740993521216437248'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/6740993521216437248'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2011/12/x.html' title='Xωρίς σκοπό'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-r57gUfAS8pU/TukvHsQdpWI/AAAAAAAAAIQ/gLPyDnJbzTY/s72-c/DSC01633.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-1306758091100323173</id><published>2011-05-22T22:17:00.002+01:00</published><updated>2011-05-22T22:20:28.517+01:00</updated><title type='text'>4+1 απόπειρες χαϊκού</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-LVh0DhRQzT4/Tdl9-vO95fI/AAAAAAAAAII/yMxz30UVO0s/s1600/soulages4.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 246px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-LVh0DhRQzT4/Tdl9-vO95fI/AAAAAAAAAII/yMxz30UVO0s/s320/soulages4.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5609653327651268082" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;(πίνακας του Pierre Soulages)&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Το όνομα/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Της άγνωστης φωνής σου/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p3"&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;θύμησέ μου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Χωρίς/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Ήλιο, βροχή, άνεμο ή χιόνι/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p3"&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;ανάσα καμιά.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Στο νιπτήρα σου/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Οι προσμονές ή οι αλήθειες/ &lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p3"&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;σιωπηλά ξεπλένονται;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Μάθε μου/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Ξανά τους φθόγγους εκείνους/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p3"&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;χωρίς φωνή.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Στις στάλες της βροχής/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Το λεξικό των εποχών/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p3"&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;κι η γεύση σου.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-1306758091100323173?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/1306758091100323173/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=1306758091100323173' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/1306758091100323173'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/1306758091100323173'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2011/05/41.html' title='4+1 απόπειρες χαϊκού'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-LVh0DhRQzT4/Tdl9-vO95fI/AAAAAAAAAII/yMxz30UVO0s/s72-c/soulages4.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-691286547908891966</id><published>2011-04-16T18:00:00.002+01:00</published><updated>2011-04-16T18:03:54.859+01:00</updated><title type='text'>Six attempts to haiku</title><content type='html'>&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-KjLqLXX1WaI/TanLyKh5f1I/AAAAAAAAAH4/GVx_nM4jAoE/s1600/richter_rby.jpg" onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 122px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-KjLqLXX1WaI/TanLyKh5f1I/AAAAAAAAAH4/GVx_nM4jAoE/s320/richter_rby.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596228074664984402" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;i&gt;(detail from a painting by G. Richter)&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Winter solstice&lt;/span&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;the light of color black&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;our recurrence.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Turning tides&lt;/span&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;placing polished pebbles/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;back under water.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Winter holds&lt;/span&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—/&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;I force the last hot drops/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;from this teabag.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Of the tall tree/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;growing from my worst writings/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;talk to me.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Summer solstice&lt;/span&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;long forgotten snowflakes/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;melt in my palm.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p2"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;My gravestone&lt;/span&gt;&lt;span class="s1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;flocks of migrating butterflies/&lt;/span&gt;&lt;/p&gt; &lt;p class="p1"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;cover the by-dates.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-691286547908891966?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/691286547908891966/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=691286547908891966' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/691286547908891966'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/691286547908891966'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2011/04/six-attempts-to-haiku.html' title='Six attempts to haiku'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-KjLqLXX1WaI/TanLyKh5f1I/AAAAAAAAAH4/GVx_nM4jAoE/s72-c/richter_rby.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-8551068164684547200</id><published>2011-03-19T23:34:00.003Z</published><updated>2011-03-19T23:42:48.035Z</updated><title type='text'>Πτήση νο. ----</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/--vNC6x7SRyU/TYU_DD9G-KI/AAAAAAAAAHw/rUovNUglsFM/s1600/art-nerina-liberopoulou-01.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 300px; height: 213px;" src="http://2.bp.blogspot.com/--vNC6x7SRyU/TYU_DD9G-KI/AAAAAAAAAHw/rUovNUglsFM/s320/art-nerina-liberopoulou-01.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5585940234656741538" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" &gt;&lt;u&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/--vNC6x7SRyU/TYU_DD9G-KI/AAAAAAAAAHw/rUovNUglsFM/s1600/art-nerina-liberopoulou-01.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;line-height: 150%; "&gt;&lt;span lang="EL" style="line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;Στέκεσαι λοιπόν εκεί, περιτριγυρισμένος από θορυβώδες πλήθος, το εισιτήριο στο δεξί χέρι, το σακ-βουαγιάζ στο αριστερό, στη μέση της αίθουσας αναχωρήσεων, χωρίς να έχεις ιδέα που πηγαίνεις, σίγουρα, ναι, πέρασες τον έλεγχο ασφαλείας, είχες στο σακ-βουαγιάζ σου ένα αποσμητικό, 150 &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;ml, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;και σου το πήρανε, είχες και το υγρό για τους φακούς, 125 &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;ml, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;πάει κι αυτό, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;δεν φαντάζεσαι πόσο εκρηκτικό είναι το μείγμα όρασης-όσφρησης&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt; σκεφτόσουν πατώντας με τις κάλτσες στο πάτωμα όσο ο ακτινογράφος εξέταζε τα ύποπτα παπούτσια σου, πέρασες όμως, χωρίς προβλήματα, βοηθά βέβαια κι αυτό το άκακο παιδιάστικο σου ύφος, βέβαια βοηθά, κι αφού πέρασες σημαίνει ότι κάπου έχεις να πας, να πετάξεις, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;άλλη μια υποβοηθούμενη πτήση&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt; σκέφτεσαι, όπως τα όνειρα είναι &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;υποβοηθούμενη πραγματικότητα&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, κάπου πας, σίγουρα, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;θυμασαι όμως που;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, τα χρόνια μπροστά και πίσω από τα φοιτητικά έδρανα σε έβαλαν να κοιτάξεις το εισιτήριο, σοφή κίνηση, το εισιτήριο λέει πάντα την αλήθεια, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;κάπως σαν κλειδί φτιαγμένο από γράμματα και αριθμούς&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt; σκέφτηκες, χαλάλι τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά, το είχες βάλει μέσα στο διαβατήριό σου, πάντα εκεί, η συνήθεια βλέπεις, σαν τον πρωινό καφέ κι ας μην σε κρατά ξύπνιο, ή σαν το απογευματινό τσάι κι ας απεχθάνεσαι τη γεύση του, ανοίγεις το διαβατήριο, η φωτογραφία σου βγαλμένη—ήδη—πέντε χρόνια πριν, πόσο έχεις αλλάξει δεν έχει σημασία, τώρα δεν έχει σημασία καν αν και η απάντηση είναι &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;αρκετά&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, αυτό που έχει σημασία είναι το εισιτήριο, το κρατάς μπροστά στα μάτια σου, οι φακοί σε ενοχλούν, τα μάτια σου ξηρά από τον κλιματισμό της αίθουσας αναχωρήσεων, το εισιτήριο μοιάζει άγραφο, θα φταίνει οι φακοί, ούτε γράμματα ούτε νούμερα, ανοιγοκλείνεις τα μάτια να υγρανθούν, να βρουν οι φακοί τη σωστή θέση τους στους βολβούς των ματιών σου, το σακ-βουαγιάζ ακουμπά στο πάτωμα, αλλά στα δάκτυλα του αριστερού σου χεριού κρατάς ακόμα το λουρί μην τυχόν και σου ξεφύγουν τρία ζευγάρια κάλτσες, τρία μποξεράκια, δύο γαλάζια πουκάμισα—κι αυτό που φοράς τρία, δύο παντελόνια χρώματος μπεζ—κι αυτό που φοράς, χρώματος μπεζ επίσης, τρία, μια οδοντόκρεμα, μια οδοντόβουρτσα, λίγο οδοντικό νήμα, ένα πορτοφόλι, ένα κινητό, ένα λαπτοπ, ο φορτιστής του κινητού, ο φορτιστής του λαπτοπ, ένα διαβατήριο, ένα άγραφο σημειωματάριο και ένα στυλό, όσο όμως κι αν ανοιγοκλείνεις τα μάτια το εισιτήριο παραμένει κενό γραμμάτων και αριθμών, δεν διακρίνεις καν το λογότυπο της αεροπορικής εταιρίας—το όνομα της οποίας σου διαφεύγει, αυτό είναι ανησυχητικό, όχι η δυσλειτουργία της βραχείας μνήμης σου, αυτό είναι αναμενόμενο, πόσο να φορτίσει κανείς τους νευρώνες του με &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;ουδέτερες &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;πληροφορίες, αλλά η ανυπαρξία έντυπης πληροφορίας, απτών αναγκαίων αλληλουχιών από γράμματα και αριθμούς: ώρα αναχώρησης, πύλη αναχώρησης, σημαντικότερο όλων: προορισμός, κι άλλωστε ο προορισμός ενός ταξιδιού είναι μια τόσο προσωπική αλήθεια που δεν θα μπορούσες να ρωτήσεις κάποιον άλλο για αυτό, πώς να απαντήσει κάποιος άλλος σε μια τέτοια ερώτηση, ίσως βέβαια στο γκισέ των πληροφοριών να μπορούσανε να σε βοηθήσουν, ενδεχομένως να αρκούσε μόνο το όνομά σου ή ο αριθμός διαβατηρίων, τον οποίο από την πρώτη στιγμή είχες απομνημονεύσει σε μια προσπάθεια εξασφάλισης ταυτότητας ίσως, μια τέτοια ερώτηση όμως, σε μια όμορφη κοπέλα εντελώς άγνωστη, θα ήταν πολύ ντροπιαστική, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;μήπως μπορείτε να μου πείτε τον προορισμό μου&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, τί εντύπωση θα σχημάτιζε η όμορφη άγνωστη με τα υπέροχα μεγάλα μάτια, οφείλεις να γνωρίζεις τα δύο άκρα του ταξιδιού σου, αρχή και τέλος, αφετηρία και τόπο άφιξης, είναι—ίσως—συγχωρητέο να μη συγκρατήσεις την ώρα αναχώρησης, για την ώρα άφιξης ούτε κουβέντα, το ταξίδι ας είναι μακρύ κι απρόβλεπτο, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt; τα σύντομα ταξίδια είναι σαν ανολοκλήρωτα όνειρα&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, οφείλεις πάντως να μπορείς να αρθρώσεις τα ονόματα του τόπου αναχώρησης και του τόπου άφιξης,&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt; αν όμως δεν συνομιλήσεις με την όμορφη άγνωστη κοπέλα ποιά λύση σου απομένει, να αναζητήσεις στοχαστικά τη σωστή πύλη εξόδου ή—ακόμα χειρότερα—να μην πραγματοποιήσεις το ταξίδι, να ψάξεις για την πλησιέστερη έξοδο στον έξω κόσμο, αυτόν που δεν ταξιδεύει παρά μόνο μετακινείται, αν και είσαι βέβαιος τώρα που το σκέφτεσαι ότι οι αίθουσες αναχώρησης των αεροδρομίων είναι μονόδρομοι, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;κατά συνθήκη αδιέξοδα&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, έχει δει ποτέ κανείς εξόδους σε αίθουσες αναχωρήσεων, απομένει μόνο μια λύση, δίχως άλλο, στο ψιθυρίζουν τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά στο αυτί, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;στην τύχη&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;,  διασχίζεις την αίθουσα, σκουντάς άθελά σου μερικούς ταξιδιώτες που κινούνται αργά, η ευγένειά σου επιτάσσει να ζητήσεις συγγνώμη, ο πανικός σου σε κάνει να το ξεχάσεις, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;στην τύχη&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, κοιτάς γύρω σου τα διάφορα check-in, τα ονόματα των προορισμών, πόλεις από όλα τα γεωγραφιά μήκη και πλάτη, σκέφτεσαι, στριφογυρνάς, ξανασκέφτεσαι, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;στην τύχη&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, κάνεις ένα βήμα μπρος, μετανιώνεις, ένα πίσω τώρα, περπατάς άλλα δέκα μέτρα, πας να πλησιάζεις το γκισέ, σκέφτεσαι, δαγκώνεις το κάτω χείλος σου, κάνει στροφή 180 μοιρών και μπαίνεις στην πύλη 22, με το εισιτήριο προτεταμένο και το διαβατήριο μαζί, δεν ρίχνεις καν ματιά στον αναγραφόμενο προορισμό, δεν σε νοιάζει, δεν κοιτάζεις το πλήθος των οιωνεί συνταξιδιωτών σου σε μια προσπάθεια να μαντέψεις την εθνικότητά τους, &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;στην τύχη&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, απλά αγνοείς τα πάντα, και την ουρά που έχει σχηματιστεί, κι ας επιτάσσει η ευγένειά σου το αντίθετο, σχεδόν ρίχνεις τον εαυτό σου πάνω στην αεροσυνοδό, η οποία χαμογελαστά τσεκάρει το κενό εισιτήριο, κοιτάζει φευγαλέα την από πενταετίας φωτογραφία του διαβατηρίου σου και σου εύχεται &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;καλό ταξίδι&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;, κατεβαίνεις τη φυσούνα με αργό βήμα, η κάρτα επιβίβασης που κρατάς δεν αναγράφει—ανάμεσα σε όλα—αριθμό θέσης, εσύ όμως θα καθίσεις κοντά στο παράθυρο και θα κοιτάς έξω κάθε λεπτό του ταξιδιού, έτσι δεν είναι;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-8551068164684547200?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/8551068164684547200/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=8551068164684547200' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8551068164684547200'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8551068164684547200'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2011/03/blog-post.html' title='Πτήση νο. ----'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/--vNC6x7SRyU/TYU_DD9G-KI/AAAAAAAAAHw/rUovNUglsFM/s72-c/art-nerina-liberopoulou-01.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-99313807432143644</id><published>2010-12-20T21:11:00.003Z</published><updated>2010-12-20T21:15:46.770Z</updated><title type='text'>Χριστουγεννιάτικη Ιστορία</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TQ_HOncLYkI/AAAAAAAAAHA/KMVNSt9wSsI/s1600/7-playgound_snow.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 209px;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TQ_HOncLYkI/AAAAAAAAAHA/KMVNSt9wSsI/s320/7-playgound_snow.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5552875919490376258" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;u&gt;&lt;br /&gt;&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TQ_HOncLYkI/AAAAAAAAAHA/KMVNSt9wSsI/s1600/7-playgound_snow.jpg"&gt;&lt;/a&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;i&gt;η λογοτεχνία δε λύνει το αίνιγμα της πραγματικότητας, &lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;i&gt;επιμένει ωστόσο να μας το υπενθυμίζει &lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;i&gt;(Μιχαήλ Μήτρας)&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;Μπήκε στο λεωφορείο, ήταν γεμάτο κεφάλια τυλιγμένα σε παλτά και κασκόλ και σκούφους, είχε τα ακουστικά στα αυτιά κι άκουγε &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;Scriabin, &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;τα μποτάκια του είχαν χιόνι στις μύτες και τα τακούνια, η μύτη του ήταν κόκκινη και από το άνω χείλος του έτρεχε το αίμα ποτάμι, όλα τα κεφάλια—τυλιγμένα σε παλτά, κασκόλ και σκούφους—γύρισαν και τον κοιτούσαν, ο οδηγός δίστασε όταν του έβαλε το εισιτήριο στο ντυμένο με δερμάτινο γάντι χέρι του, εκείνος κοιτούσε πάνω από τα κεφάλια, έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να τρυπήσει τα θαμπωμένα από τα χνώτα τζάμια με το βλέμμα, το λεωφορείο ξεκίνησε γλιστρώντας ελαφρά στον πάγο, τα κεφάλια—τυλιγμένα σε παλτά, κασκόλ και σκούφους—κράτησαν την ανάσα τους, αίμα συνέχισε να τρέχει από το άνω χείλος του, το χέρι του με το δερμάτινο γάντι και το εισιτήριο ακουμπούσε στο στομάχι του, το άλλο, γυμνό, κρεμόταν στο πλάι, τα κεφάλια συνέχισαν να κρατούν την ανάσα τους, το λεωφορείο περνούσε αργά μπροστά από την παιδική χαρά του πάρκου, το βλέμμα του ακόμα προσπαθούσε να τρυπήσει τα θαμπωμένα από τα χνώτα τζάμια, οι κούνιες, οι τσουλήθρες και οι τραμπάλες ήταν θαμμένες στο χιόνι, τα κεφάλια με το ζόρι μπορούσαν να κρατήσουν άλλο την αναπνοή τους, το αίμα είχε λερώσει το παλτό, το δερμάτινο γάντι και το εισιτήριο, τώρα έσταζε και στις μύτες από τα μποτάκια του, η σονάτα του &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;Scriabin &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;έφτανε στο τέλος της, τα γόνατά του δεν τον κρατούσαν άλλο, ο οδηγός κοιτούσε ανήσυχα από τον καθρέφτη του, τα κεφάλια—τυλιγμένα σε παλτά, κασκόλ και σκούφους—είχαν γίνει σχεδόν μπλε από την έλειψη οξυγόνου, το εισιτήριο έπεσε στο πάτωμα, εκείνος γονάτισε απότομα, ο οδηγός φρέναρε απότομα, τα κεφάλια άφησαν μια εκπνοή και πήραν μια βαθιά εισπνοή συγχρονισμένα, το κεφάλι του χτύπησε στο κουμπί για τη ‘στάση’, ο οδηγός άνοιξε την πόρτα, το κεφάλι του έφυγε προς τα πίσω και προσγειώθηκε στο χιονισμένο πεζοδρόμιο, ένα από τα κεφάλια έβαλε τα κλάμματα, το χιονισμένο πεζοδρόμιο γέμισε αίματα, οι κούνιες, οι τσουλήθρες και οι τραμπάλες παρέμεναν θαμμένες στο χιόνι.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EN-GB"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-99313807432143644?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/99313807432143644/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=99313807432143644' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/99313807432143644'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/99313807432143644'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/12/blog-post.html' title='Χριστουγεννιάτικη Ιστορία'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TQ_HOncLYkI/AAAAAAAAAHA/KMVNSt9wSsI/s72-c/7-playgound_snow.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-2371570034781384994</id><published>2010-12-04T20:17:00.001Z</published><updated>2010-12-04T20:21:24.080Z</updated><title type='text'>Park bridge</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPqimtYUFsI/AAAAAAAAAG4/rZszIOuX88w/s1600/mark_rothko_gallery_10.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 214px; height: 320px;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPqimtYUFsI/AAAAAAAAAG4/rZszIOuX88w/s320/mark_rothko_gallery_10.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5546924676960491202" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="right" style="text-align:right;line-height:150%"&gt;&lt;i&gt;&lt;span lang="EN-US" style="line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;because of revisiting Thomas Bernhard&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 11.0pt;mso-bidi-font-size:12.0pt;line-height:150%"&gt;He spent his days roaming the city; his nights—sleepless—under the bridge. That bridge went over the small lake of this park, one that you could walk around in ten of fifteen minutes. There was no purpose for that bridge being there; except for sheltering him. This is why he spent every night he could remember of under it—sleepless, lying in a shattered cello case. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-indent:36.0pt;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size:11.0pt;mso-bidi-font-size:12.0pt;line-height:150%"&gt;Every now and then, at night, people would walk under the bridge, right past him. He would then raise his head, without ever standing up, and make some kind of&lt;span style="mso-spacerun: yes"&gt;  &lt;/span&gt;a remark: on the unusual weather, on the colours of dusk and dawn, on the egoism of nature, on books he never read, on intentions, on the lack of intentions, on not eating and not sleeping, on truth and lies, on the footpaths of this park he had walked on, on trips he never set out to, on people he fell in love with and then forgot about him, on people he never met and hated him—remarks on just about anything. And every now and then, at night, someone would spare some change, or a word of compassion; ever so rarely a tear would fall furtively out of a girl’s eye. He would, only then, stand up and say: think of life as a constant exercise on breathing; on breathing in seasons, the coming and going of days, on breathing in memories, noises, the pulse from underneath someone else’s skin. And these words of his would always drive the girl away—her tears dry, her hands in her pockets making sure nothing was missing.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 11.0pt;mso-bidi-font-size:12.0pt;line-height:150%"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 11.0pt;mso-bidi-font-size:12.0pt;line-height:150%"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-2371570034781384994?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/2371570034781384994/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=2371570034781384994' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/2371570034781384994'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/2371570034781384994'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/12/park-bridge.html' title='Park bridge'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPqimtYUFsI/AAAAAAAAAG4/rZszIOuX88w/s72-c/mark_rothko_gallery_10.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-7230814039321163170</id><published>2010-12-03T22:30:00.007Z</published><updated>2010-12-04T20:29:00.376Z</updated><title type='text'>On Ferris Wheels</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPl2tBvVhpI/AAAAAAAAAGw/CQ7tilCNmaA/s1600/wheel.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 320px;" src="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPl2tBvVhpI/AAAAAAAAAGw/CQ7tilCNmaA/s320/wheel.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5546594932016645778" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: 14px; line-height: 21px;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: 16px; line-height: normal;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;span style="font-size: 10.5pt; line-height: 150%; font-family: Georgia; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;I am tired, he said. Tired. I can’t stand this ferris wheel—not anymore, he said. I can’t deal with being high-up this instant and bottom-low the next. How can I deal with such swings between charming and hateful, admirable and negligable, eloquent and mute, far-sighted and near-sighted, free as a bird and earthbound? I won’t be charming nor hateful, admirable or negligable, eloquent or mute, far-sighted or near-sighted, free as a bird or earthbound, he said. Don’t ask me what I choose to be though, he said, for I cannot answer that. Don’t ask me that, please, he said. Anything but that. These are all the things he said. Then drowned himself in the warmth of his winter attire, as the lit ferris wheel took him up to bring him back down again. And again. And again. And again—&lt;/span&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;span style="font-size:10.5pt; mso-bidi-font-size:12.0pt;line-height:150%;font-family:Georgia;color:black; mso-ansi-language:EN-GB"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-7230814039321163170?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/7230814039321163170/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=7230814039321163170' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/7230814039321163170'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/7230814039321163170'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/12/on-fairest-wheels.html' title='On Ferris Wheels'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPl2tBvVhpI/AAAAAAAAAGw/CQ7tilCNmaA/s72-c/wheel.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-8103900157811374977</id><published>2010-12-01T23:28:00.006Z</published><updated>2010-12-01T23:58:26.860Z</updated><title type='text'>A last waltz</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPbe4Q3kLfI/AAAAAAAAAGo/qIR9tIpVOns/s1600/art-grammatikopoulos-dimitris-01.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 300px; height: 229px;" src="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPbe4Q3kLfI/AAAAAAAAAGo/qIR9tIpVOns/s320/art-grammatikopoulos-dimitris-01.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5545865049335410162" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: Times; "&gt;&lt;span class="body" style="font-family: Verdana, Arial, Helvetica, sans-serif; "&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt; A confession has to be part of your new life &lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: Times; "&gt;&lt;span class="body" style="font-family: Verdana, Arial, Helvetica, sans-serif; "&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;(L. Wittgenstein)&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt; &lt;p class="p1" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="p1" style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;This is it then. Firmly decided for. Impossible to change. Inexplicable, as much as well understood. Meant to be forgotten, just as much as destined to permanently scar your memories. This is it then. Irreversible like death. Eminent like every unforeseen fate. Indescribable, yet in demand of words. This is it then. As elusive as time itself. The sand having long escaped the hourglass. Words not made out of consonants and vowels anymore. I put my memories to sleep and stay awake to watch them sleepwalk. Full stop._&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-8103900157811374977?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/8103900157811374977/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=8103900157811374977' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8103900157811374977'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8103900157811374977'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/12/last-waltz.html' title='A last waltz'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TPbe4Q3kLfI/AAAAAAAAAGo/qIR9tIpVOns/s72-c/art-grammatikopoulos-dimitris-01.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-4058750016480134496</id><published>2010-10-21T11:32:00.002+01:00</published><updated>2010-10-21T11:36:37.084+01:00</updated><title type='text'>Reverent Silence</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TMAXlrmzZpI/AAAAAAAAAGg/kdsn_i_1aYk/s1600/RothkoTryptich.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 202px;" src="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TMAXlrmzZpI/AAAAAAAAAGg/kdsn_i_1aYk/s320/RothkoTryptich.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5530446278539044498" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="margin-bottom:13.0pt;line-height:150%;mso-pagination: none;mso-layout-grid-align:none;text-autospace:none"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="margin-bottom:13.0pt;line-height:150%;mso-pagination: none;mso-layout-grid-align:none;text-autospace:none"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Old Lecture Hall, New Harvard University, Boston, ΜΑ. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana;mso-ansi-language:EN-GB"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;He had been waiting in the&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt; dark, but is now taken into the Old Lecture Hall by four men in formal attire. His palms are not at all sweaty—most unusual&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana;mso-ansi-language:EN-GB"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;ly&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-size: 13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri;mso-ascii-theme-font:major-latin; mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family:Verdana"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;. A smell of formaldehyde is in the air. He is having trouble remembering his opening sentence. It has always been a joke about his long, greek, unpronounceable name. &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;One always needs a captivating opening sentence&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;. This time, though, it somehow seems very inappropriate. More than thirty minutes before the designated time and the front rows of the auditorium are already occupied. In the first row more than twenty Nobel laureates: long-dead, stiff straight backs, lips and eyelids stitched shut. In the second row, in ornate &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-bidi-font-size:13.0pt; line-height:150%;font-family:Calibri;mso-ascii-theme-font:major-latin; mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family:Verdana;mso-ansi-language: EN-GB"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;cassock,&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%; font-family:Calibri;mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin; mso-bidi-font-family:Verdana"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;every important member of the New Clergy&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height: 150%;font-family:Calibri;mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font: major-latin;mso-bidi-font-family:Verdana;mso-ansi-language:EN-GB"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;:&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt; their lips and eyelids tirelessly moving. Third and fourth row seats were reserved for the countless Deans, Rectors, Professors of New Harvard University. Most have already entered the Hall, their hair combed in exactly the same way, their shirts buttoned all the way up. Ten minutes before the designated time students and lower-rank members of the Clergy take their seats in an orderly fashion. The Old Lecture Hall is now full—nine hundred nighty nine attendees and him.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="margin-bottom:13.0pt;text-indent:36.0pt;line-height: 150%;mso-pagination:none;mso-layout-grid-align:none;text-autospace:none"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;His palms are still not sweaty—really unusual, given that he cannot remember that opening sentence. The lights dim. His position elevates a few inches and tilts slightly forward automatically—an unearthly sensation. He does not open his eyes. A smell of formaldehyde still present. The projector lights up; the wall-wide screen now shows, in white lettering, that same title he has been using in his talks, on that same black background, with the same cartoon he drew more than twenty years ago. He is still striving to find that original opening sentence; his palms completely dry. For reasons that utterly escape him he fails to put together words that do not make unfunny fun of his long, greek, unpronounceable name, or to open his eyes. Reverent silence spreads throughout the Hall, most probably invoked by the rigid posture and stitched lips of the Nobel laureates. The Dean of Many Deans comes to the podium to give the introduction. He has a non-fluctuating, high-pitch voice; his words are, without doubt, well-rehearsed. Nevertheless he mispronounces the long, greek, unpronounceable name—no one seems to notice. The Dean of Many Deans then reads out loud the twenty year-old title: &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;On the memory of affection and discipline&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;, adding the following: a set of landmark discoveries that led to his undisputed recognition, crowned by the 2046 Nobel Prize in Physiology and Medicine'. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana;mso-ansi-language:EN-GB"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;He is waiting for his queue; to take the podium, use his still elusive opening sentence, go through his twenty year-old lecture slide by slide, bow graciously before a standing ovation, and withdraw behind the heavy curtains. He has long dreamt of giving this lecture. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="margin-bottom:13.0pt;text-indent:36.0pt;line-height: 150%;mso-pagination:none;mso-layout-grid-align:none;text-autospace:none"&gt;&lt;span style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana;mso-ansi-language:EN-GB"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;But he is not invited to the podium. The Dean of Many Deans flicks through the slides himself giving brief, totally unentertaining descriptions of methods, results, concepts. This completely confuses him; that smell of formaldehyde persists. From his awkward position he listens as the Dean of Many Deans sums up work of more than twenty years in less than seven minutes. He accentuates the potential behind manipulating memories of affection or—&lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;most importantly!&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;—discipline in a &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;socially-favourable manner&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;; this clearly puts a smile on the faces of the New Clergy. He finishes by reiterating the Clergy’s moto, now also inscribed on the New Harvard crest: &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Science beyond truth. &lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Then, using a gavel, he makes everyone stand and the procession begins. One by one, in order of seniority, the attendees go past the front row, bowing slightly to each of the long-dead Nobel laureates; then walk up to the main stage to pay their respects to him in the coffin where he lies—his lips and eyelids stitched shut. Some bow, some mutter words, some put their foreheads right up against his cold hands; then everyone leaves through the side door of the Old Lecture Hall. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="margin-bottom:13.0pt;text-indent:36.0pt;line-height: 150%;mso-pagination:none;mso-layout-grid-align:none;text-autospace:none"&gt;&lt;span style="mso-bidi-font-size:13.0pt;line-height:150%;font-family:Calibri; mso-ascii-theme-font:major-latin;mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family: Verdana;mso-ansi-language:EN-GB"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Sanctification has now concluded. The four men in formal attire are taking him out of the coffin and, forcing his stiff muscles into a whole different position, sit him in the first row alongside the rest of the deceased Nobel laureates. The Hall is now empty. The four men talk amongst themselves as they are taking their white gloves off. One says he still remembers the days when Nobel prizes were given to people alive, not dead. The second one says he also remembers that no members of the Clergy were, back then, members of the nomination committee. The third one says he does not mind all New Saints being scientists, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;at least they’ve won a Nobel prize&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;. The fourth man remained silent while the others spoke. As they walked away he turned to the latest addition to the Row of Saints and spit into the long-cold right-hand palm; then closed the fist. He hated the smell of formaldehyde.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-bidi-font-size:13.0pt; line-height:150%;font-family:Calibri;mso-ascii-theme-font:major-latin; mso-hansi-theme-font:major-latin;mso-bidi-font-family:Verdana;mso-ansi-language: EL"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-4058750016480134496?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/4058750016480134496/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=4058750016480134496' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/4058750016480134496'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/4058750016480134496'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/10/reverent-silence.html' title='Reverent Silence'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TMAXlrmzZpI/AAAAAAAAAGg/kdsn_i_1aYk/s72-c/RothkoTryptich.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-1659469392221266105</id><published>2010-10-16T10:35:00.001+01:00</published><updated>2010-10-16T10:47:49.643+01:00</updated><title type='text'>στα σύννεφα</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TLl0q3WsHJI/AAAAAAAAAGY/LKtVSyusYlE/s1600/gauguin_wrestling.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 251px;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TLl0q3WsHJI/AAAAAAAAAGY/LKtVSyusYlE/s320/gauguin_wrestling.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5528578297336437906" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;η επαύριο της Δημιουργίας;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;Σ’ ένα αφράτο, στρουμπουλό σύννεφο κάθεται μπρούμυτα, με το κεφάλι ακουμπισμένο μέσα στις παλάμες του και τους αγκώνες να καρφώνονται στους λευκούς βόστρυχους του νέφους. Συννεφάκι τόσο δα. Μικρό προσωπικό σύννεφο. Σχεδόν ιδιόκτητο. Μια ιδιότυπη εξορία. Το δέρμα του αγγελικό. Κατάλευκο, άτριχο, γυαλιστερό κι αρυτίδιαστο. Τα μάτια καταγάλανα, πιο μπλε κι απ’ του ουρανού. Και τα μαλλιά του… αχ, τα μαλλιά του. Μπούκλες από χρυσάφι. Χρυσάφι τέτοιο που φωτίζεται η νύχτα, των από κάτω η νύχτα, αφού εδώ είναι πιο ψηλά απ’ τον ήλιο, πιο αλλού απ’ το σύμπαν, πιο μακριά απ’ το πουθενά κι είναι πάντα κάπως σαν μέρα. Ξεσκαλώνει το’ να χέρι κάτω απ’ το κεφάλι και με χάρη αγγελική ξύνει το τουρλωτό κωλαράκι του. Ύστερα τη λιλιπούτεια μύτη του. Κοιτάξτε τον. Ούτε ρυτίδα, ούτε σημάδια, ούτε φακίδες. Δάκτυλα αέρινα, αν και κάπως κοντά. Μόνο το ύφος του κάπως προδίδει την ιστορία του. Είναι μονίμως συνοφρυωμένο το αγγελάκι και την καμπύλη απ’ το στόμα και τα μάγουλά του, αχ, τι μάγουλα ρόδινα, την ακολουθούν και τα φτερά του. Φύονται από τις δυο του ωμοπλάτες και γυρίζουν πένθιμα προς τα κάτω, τόσο  πένθιμα που θαρρείς θα στάξουν δάκρυα. Θυμάμαι κάποιος κάποτε έλεγε πως όταν βρέχει κλαίει κάποιος άγγελος. Τι ωραίο! Τώρα ανασηκώνει ελαφρά τη λεκάνη του, τινάζει τη χρυσαφένια κόμη, πεταρίζει τα φτερά του. Αναριγεί. Δε βολεύεται. Παραείναι μαλακό κι άνετο αυτό το συννεφάκι κι αυτός δεν το κουνάει από’ δω. Η εξορία του στο Βασίλειο των Ουρανών. Δεν ανήκει πλέον στους αγγέλους. Το καταλαβαίνει κανείς από την απουσία των κατάλληλων διακριτικών. Δεν κρατά ρομφαία, εξαπτέρυγο, μεταξωτή κορδέλα, ούτε καν εκείνα τα βέλη με την απόληξη καρδιάς--και τι καρδιά, μυτερή, θανατηφόρα, πασπαλισμένη με το δηλητήριο του έρωτα. Κι είναι ολόγυμνο, ούτε καν εκείνο το λευκό μισοφόρι που οι πρώην όμοιοί του τυλίγουν γύρω από τη μέση -δεν κάνει να φαίνεται το άφυλο γυμνό των αγγέλων. Έτσι είναι. Πλάσματα άφυλα, άκακα, απεσταλμένα του Κυρίου. Αυτός ο αγγελάκος όμως εξέπεσε του αξιώματος αυτού. Λάθος κατασκευαστικό. Ξύνει τώρα το σημείο της μέσης του όπου τον γαργαλό το φτερό του όπως πενθεί. “Γαμώ το Θεό μου, γαμώ”, αναφωνεί αναπάντεχα. “Πατέρα Κύριε των Ουρανών, γαμώ τον Πατέρα μου”, φωνάζει. Σηκώνεται όρθιος και σκοτεινιάζει. Μέσα από το αφράτο νέφος προβάλλει μια ατσούμπαλη φιγούρα. Όλα καλά κι αγγελικά ως τη μέση, ύστερα σεισμός. Στο όριο της καλοσχηματισμένης κοιλιάς προβάλλει άκομψα ένα παράταιρο προκοίλι, εκεί ακριβώς ξεφυτρώνουν και τα πρώτα δείγματα μιας θαμνώδους τριχοφυίας, η οποία φουντώνει και θεριεύει προς τα κάτω, στο βαρβάτο αρσενικό μόριο με την απίστευτη διάμετρο και τα ακανθώδη αρχίδια, στα ξερακιανά θεόστραβα κανιά του, στα κατάφυτα πέλματα με τα κιτρινόμαυρα, μακρουλά κι ακανόνιστα νύχια. Σεισμός. Σκύβει το ανουσιούργημα του Κυρίου κι ανασηκώνει ένα μπουκάλι μπύρα απ΄το κρυπτόν του νέφους. Με το κεφάλι ριγμένο πίσω κατεβάζει μια γενναία γουλιά. Ρεύεται. “Εγώ! Ο εξόριστος μαλάκας. Το παιδί ενός άλλου Θεού. Έτσι πατέρα;”, λέει με τη ματιά στηλωμένη στο άπειρο. “Μ’ έκανες σαν αυτούς τους σκατένιους που σε δοξάζουν; Τι σκεφτόσουν;”, λέει και ξαναλέει. “Μεθυσμένος θα’ σουν κι εσύ, τότε που’ φτιαξες αυτούς κι αργότερα που έφτιαξες εμένα. Επουράνιε πατέρα. Μέθυσε χωρίς συκώτι σαν το σπλάχνο σου το εξορισμένο. Επαίτη της λατρείας και της αφοσίωσης, πολιτικάντη της επουράνιας ζωής και παραμυθά της αιωνιότητας. Λαϊκιστή!” Ξανά πίνει μια γουλιά, κι άλλη. Ρουφάει αέρα. Πετά με μίσος το άδειο μπουκάλι στο κενό. Ξετρυπώνει μια μπύρα ακόμη και την ανοίγει με τους χρυσούς του γομφίους. Φτύνει το καπάκι απ’ το στόμα. Πίνει. “Κι αυτοί όμως τι αφελείς μαλάκες! Είδαν ποτέ κανένα να σώνεται απ’ τον θάνατο; Ένα φευγιό είναι κι αυτός. Άλλοι φεύγουν σ’ άλλη χώρα, σ’ άλλο σπίτι, αλλάζουν δουλειά κι άλλοι απλά ζωή. Τη ζωή που τους έμαθες να φοβούνται, αφού τους έταξες άλλη δήθεν πιο πραγματική μετά την πραγματική τους. Κι ας ήταν να τους το’ ταζες για τ’ όνειρο. Είναι τσάμπα τα όνειρα και το ξέρεις…”, μασάει λίγο τα λόγια του όπως ακουμπά στα μεταξένια χείλη ένα στριφτό τσιγάρο και πασχίζει να τ’ ανάψει, “…αλλά όχι, Σωτήρα των ανθρώπων απ’ τους Ουρανούς, Εσύ έβαλες και τους δικούς σου όρους. Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν τους έπλασες τους ταπεινούς ανθρώπους, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν τους καταστρέφεις. Τους έβαλες όρια στο φευγιό, τους έβαλες αστυνόμους με ράσα, τους έστειλες γράμματα κι εντολές. Τους έστησες το δόκανο κι εκείνοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του ηλίθιου Δημιουργού πιάστηκαν. Ωραίοι τύποι”. Δε σταματάει να λέει μέσα στο μεθύσι του ο μισός άγγελος μισός άνθρωπος. “Και τώρα Θεέ που τα πάντα πληρείς, τώρα που ξεπετάχτηκε ετούτο το υβρίδιο τι λες; Λες θαύμα! Σαν αυτά που πλασάρεις με κόλπα ταχυδακτυλουργού στο ποίμνιό σου. Βέβαια θαύμα, τι άλλο; Κι ύστερα εξορίζουμε το θαύμα εμείς οι θαυματοποιοί, το σταυρώνουμε ως άλλο μάρτυρα θεάνθρωπο και η ζωή συνεχίζεται. Κι αν κάποτε από τον ελικοειδή γαλαξία των καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν πιστών σου φτάσει καμμιά αναρώτηση για την άλλη ζωή, τη σκληρή πίστη, την ανελέητη λύτρωση και τη γεμάτη πόνο αναμονή του θανάτου τι τηλεγράφημα στέλνεις Πατέρα; Λες ο Θεός δεν περιορίζει τον άνθρωπο -ΣΤΟΠ- πιστεύει στη βούλησή σας (ζώα) -ΣΤΟΠ- θα σας σώσει όταν έρθει ο καιρός (ευκολόπιστοι βούβαλοι) -ΣΤΟΠ. Αυτά κυρήττεις. Τέτοια τάζεις αόριστα κι εγκληματικά. Κι οι άγγελοί σου μια στρατιά από άφυλους φλώρους που όλη μέρα χαϊδεύονται και χασμουριούνται…”. Διακόπτει τον ειρμό του με μια γουλιά χλιαρής μπύρας, χαϊδεύει το πηγούνι του με απορία. Ξέχασε που το πήγαινε. Πήρε μια τζούρα ακόμα απ’ το τσιγάρο. Θόλωσε το μυαλό που έκρυβαν οι χρυσαφένιες μπούκλες. Έχει σκληρό κύμα στο ολογάλανο βλέμμα του. Έχει μια ρυτίδα θυμού στο αψεγάδιαστο μέτωπό του. Κι ενώ τα παχουλά του χεράκια μετά βίας έφτασαν ν’ αγκαλιάσουν το συγκλονιστικό του πέος, σε χρώμα μαύρο, η μέση του κυρτώθηκε και προτάχθηκε η λεκάνη του επιδεικτικά, στηρίχθηκε στα τριχωτά του πόδια με το στριφτό στα χείλη, αναρίγησε κι ένα πυρόξανθο υγρό σκόρπισε στο κενό. “Τους κατουράω τους ηλίθιους ακολούθους σου και τους γλείφτες δοξαστές σου, μπας και ξυπνήσουν απ’ τα αγγελικά μου ούρα”, είπε και ένα γαργάλημα σκαρφάλωσε στην αγγελόφτιαχτη σπονδυλική του στήλη.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-1659469392221266105?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/1659469392221266105/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=1659469392221266105' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/1659469392221266105'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/1659469392221266105'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/10/blog-post.html' title='στα σύννεφα'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TLl0q3WsHJI/AAAAAAAAAGY/LKtVSyusYlE/s72-c/gauguin_wrestling.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-6002750636876553620</id><published>2010-08-12T16:35:00.004+01:00</published><updated>2010-08-12T16:47:55.904+01:00</updated><title type='text'>Οίκαδε;</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TGQW0LeXFbI/AAAAAAAAAGI/-YSrV3ff1UU/s1600/12012010(001).jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 240px;" src="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TGQW0LeXFbI/AAAAAAAAAGI/-YSrV3ff1UU/s320/12012010(001).jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5504549730242729394" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="color:#0000EE;"&gt;&lt;u&gt;&lt;br /&gt;&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%;mso-pagination:none;tab-stops:28.3pt 56.65pt 85.0pt 113.35pt 141.7pt 170.05pt 198.4pt 226.75pt 255.1pt 283.45pt 311.8pt 340.15pt; mso-layout-grid-align:none;text-autospace:none"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:small;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;meta charset="utf-8"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"   style="  color: rgb(51, 51, 51); font-family:'lucida grande', tahoma, verdana, arial, sans-serif;font-size:11px;"&gt;&lt;h3 class="UIIntentionalStory_Message" ft="{&amp;quot;type&amp;quot;:&amp;quot;msg&amp;quot;}"  style="text-align: right; color: rgb(51, 51, 51); margin-top: 0px; margin-right: 0px; margin-bottom: 0px; margin-left: 0px; padding-top: 0px; padding-right: 0px; padding-bottom: 0px; padding-left: 0px; font-weight: normal; overflow-x: hidden; overflow-y: hidden; font-size:13px;"&gt;&lt;span class="UIStory_Message"&gt;&lt;i&gt;Γράφοντας αποκαλύπτουμε τί θέλει να ειπωθεί&lt;/i&gt;. (Max Aub)&lt;/span&gt;&lt;/h3&gt;&lt;/span&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EN-US"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:small;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο νεροχύτης έχει σκουριάσει γύρω από το σιφώνι. Το νερό κομμένο. Στην κουζίνα υπάρχει μια καρέκλα μόνο. Το πίσω αριστερό πόδι της σπασμένο. Αν την κοιτάξεις από το πλάι μοιάζει σαν να επιχειρεί μια βαθιά υπόκλιση—στο χρόνο ή το βάρος μας. Οι πολυθρόνες του σαλονιού έχουν παλιώσει. Έχουν ξεφτίσει στα γαζιά. Τα σκελετά τους δεν αντέχουν άλλο—ούτε το χρόνο, ούτε το βάρος μας. Οι κουρτίνες σαν να έχουν βαρύνει, τραβούν και κυρτώνουν τα κουρτινόξυλα. Το ύφασμά τους είναι όμως σχεδόν διάφανο—από τον ήλιο και τα φιλοπερίεργα βλέμματά μας. Στην πλευρά που βλέπει στο δρόμο, τα παντζούρια μένουν πια μόνιμα κατεβασμένα. Στην πλευρά που βλέπει στον ακάλυπτο, τα τζάμια είναι μπογιατισμένα με λευκή λαδομπογιά—για τον ήλιο και τα φιλοπερίεργα βλέμματά μας. Το μωσαϊκό έχει γυαλίσει κάτω από τα βήματα μας που σέρνονται. Οι διακόπτες στους τοίχους έχουν ανάγλυφα τα αποτυπώματά των δακτύλων μας—τρεις κανονικοί και ένας αριστερόχειρας. Τα στρώματα στα τέσσερα κρεββάτια (η μητέρα και ο πατέρας είναι χρόνια που κοιμούνται χωριστά) έχουν από μια γούβα στη μέση, περιγεγραμμένη από το ίχνος του ιδρώτα μας. Η τραπεζαρία χωρίζεται από το χωλ με μια ξύλινη βιβλιοθήκη. Όλα μας τα βιβλία τα κάψαμε. Στην αρχή επειδή φοβηθήκαμε ότι θα κρυώναμε. Μετά ως παιχνίδι για να διασκεδάσουμε τη ανία μας. Στο τέλος από συνήθεια, μέχρι τελευταίας σελίδας. Το μόνο που έχει απομείνει στα ράφια είναι ένα ανθολόγιο της μητέρας από την πέμπτη τάξη του δημοτικού—όταν έφτασε η σειρά του τέλειωσαν τα σπίρτα. Κάποια στιγμή, αδύνατο να προσδιορίσω πότε ακριβώς, κάναμε την τηλεόραση κομμάτια χρησιμοποιώντας ένα σκαμπό, το οποίο επίσης διαλύθηκε. Μια επόμενη ημέρα ξεκοιλιάσαμε και το ραδιόφωνο. Τα εντόσθια του κατέληξαν στη λεκάνη της τουαλέτας. Άλλωστε, τόσο η τηλεόραση, όσο και το ραδιόφωνο ήταν πλέον άχρηστα. Μας είχαν κόψει το ρεύμα. Συνηθίζαμε, εν είδει παχνιδιού, να κρυβόμαστε στις άδειες ντουλάπες. Τα ρούχα μας τα έχουμε καταστρέψει, σκίζοντάς τα σε λωρίδες με το ψαλίδι. Με τα ρετάλια έχουμε μονώσει γύρω-γύρω τις μπαλκονόπορτες και την εξώθυρα. Καθώς και την καμινάδα του τζακιού. Το ψαλίδι στέκεται τώρα καρφωμένο στην κάσα της πόρτας του μπάνιου. Μόνη του χρήση πια: να ακονίζουμε τα νύχια μας. Έτσι τα βράδια φυλάμε σκοπιές. Καθένας από τέσσερεις ώρες. Το ρολόι έχει σταματήσει πολύ καιρό τώρα. Και το φως που δύσκολα βρίσκει το δρόμο για το εσωτερικό του σπιτιού δεν μας πληροφορεί με ακρίβεια για τη στιγμή της ημέρας. Έχουν, όμως, εκπαιδευτεί τα βιολογικά μας ρολόγια να χτυπάνε τη σωστή στιγμή. Δεν έχουμε χάσει καμιά αλλαγή από όσο μπορώ να θυμηθώ—η μνήμη δυσκολεύεται όταν τα γεγονότα επαναλαμβάνονται σε ομόκεντρους κύκλους. Ως τώρα δεν είχαμε κανέναν που να προσπάθησε να μπει στο σπίτι μας. Από τη μέρα που τα κλείσαμε όλα δεν ξανάδαμε άνθρωπο. Δε νομίζω να έχει καν ανέβει κάποιος το πλατύσκαλο της εξώθυρας. Κοιμόμαστε λίγο. Με τόσο σκοτάδι στο σπίτι—πάντα και παντού πάμε ψηλαφιστά—είναι βέβαια σαν να μην ξυπνάμε ποτέ τελείως. Τα μεσημέρια&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style=" ;font-size:small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style=" ;font-size:small;"&gt;έτσι ονομάζουμε τις ώρες που δεν υπάρχουν σκοπιές για να φυλάξουμε&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style=" ;font-size:small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style=" ;font-size:small;"&gt;καθόμαστε στο μωσαϊκό του σαλονιού και τρεφόμαστε με αφηγήσεις. Από πριν: πριν μας κόψουν νερό και ρεύμα. Πριν παλιώσουν τα έπιπλα και αρχίσει τις υποκλίσεις η καρέκλα στην κουζίνα. Πριν κάψουμε όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης—εκτός από το ανθολόγιο της πέμπτης τάξης του δημοτικού της μητέρας. Πριν κόψουμε σε λωρίδες όλα μας τα ρούχα. Πριν οι γούβες στα κρεββάτια μας γίνουν αρκετά βαθιές ώστε να μας χωράνε ολόκληρους. Δεν θυμάμαι τί μεσολάβησε και περάσαμε από το πριν στο τώρα. Στο τώρα των σκοπιών και των ομόκεντρων κύκλων. Στο τώρα τρεφόμαστε με αφηγήσεις και πίνουμε κόκκινο κρασί. Και οι τέσσερεις. Στο τώρα η μικρή δεν είναι τόσο μικρή ώστε να μην επιτρέπεται να πιεί κι εκείνη. Πίνουμε κόκκινο κρασί σε κολωνάτα ποτήρια&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style=" ;font-size:small;"&gt;—&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style=" ;font-size:small;"&gt;από την προίκα της μητέρας. Στην αρχή αφηγούνταν ο πατέρας. Εδώ και κάποιον καιρό τις αφηγήσεις τις αναλαμβάνει ο αριστερόχειρας: είναι που έχω την καλύτερη άρθρωση από τους τέσσερεις. Είναι, βέβαια, που είμαι και ο μόνος ζωντανός.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;meta charset="utf-8"&gt;&lt;meta charset="utf-8"&gt;&lt;meta charset="utf-8"&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;   &lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-6002750636876553620?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/6002750636876553620/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=6002750636876553620' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/6002750636876553620'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/6002750636876553620'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/08/blog-post.html' title='Οίκαδε;'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TGQW0LeXFbI/AAAAAAAAAGI/-YSrV3ff1UU/s72-c/12012010(001).jpg' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-166982471970229848</id><published>2010-07-10T22:34:00.004+01:00</published><updated>2010-07-11T12:11:31.699+01:00</updated><title type='text'>On Living Life</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TDjnyhs5CnI/AAAAAAAAAF4/jLoECNCSfYU/s1600/IMG00077-20100708-2126.jpg"&gt;&lt;img style="text-align: justify;display: block; margin-top: 0px; margin-right: auto; margin-bottom: 10px; margin-left: auto; cursor: pointer; width: 320px; height: 240px; " src="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TDjnyhs5CnI/AAAAAAAAAF4/jLoECNCSfYU/s320/IMG00077-20100708-2126.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5492394600804452978" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:small;"&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:small;"&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:small;"&gt;The sand on the beach of Den Haag is somewhat hard; a feel of artificiality. It is pumped out of the sea bottom way out in the open. It is then brought back to shore and used to shape the beach. The sand on the beach of Den Haag is somewhat cold; a feel of non-familiarity. It is stacked and pressed upon to withstand the tides. It is caressed by a chilly northern wind to re-remind itself of its geographic stigma. Here I am then, barefoot, walking half-drunk along this cold, somewhat artificial sand. The sun is setting behind my back; behind the monolithic harbor of Rotterdam. It is within several miles from where I'm standing, yet the cargo ships--bright lit and slow-moving--still look their size: skyscraper-high and continent-wide, matching that of the harbor itself. The clouds are hanging low. The sun is sinking in the harbor lights; I can only assume the sunset is magnificent. Old--early childhood--fears, you see, prevent me from gazing at it, for the ships are there to re-remind me of my miniscule existence. Here I am then, almost non-existent, almost drunk, walking along the beach. It was really hot an hour ago; not anymore. A chilly northern wind is pushing me towards the dunes. What was there to be said was said; words are overrated. What was there to be thought of has already been thought of; thoughts are overrated. Silence then? An empty mind? There is no such thing as an empty mind. Neurons have a mind of themselves--sort of speak--and, thus, defy our authority over them. Here I am then, non-existent, drunk, thoughtless yet in thoughts, walking on hard sand. For a moment there I think I want to take my shirt off and throw myself in the shallow end of the North Sea. I don't. Here I am then, too late to go to bed, to early to start thinking of tomorrow; stuck in present tense. But isn't this exactly what life is? Stuck in present tense? Experiencing the ever-escaping moments? &lt;i&gt;Now&lt;/i&gt; is instantly being turned into &lt;i&gt;then&lt;/i&gt;; &lt;i&gt;present&lt;/i&gt; lives only to see itself turn into &lt;i&gt;past&lt;/i&gt; in non-conceivably little time. And the future? Distant future is as blur as distant past; proximal future is merely past waiting to happen. This is what we are living off you see: moments thin as non-existence. Here I am then, having stopped walking--no obvious future to run after--sitting on cold, artificial sand; eyes straight to the north; wind in my face. Is this it then? The realization of the end of living, for what is the reason to keep on striving if the present is born obsolete, the future is rendered past, and the past is long-forgotten? Actually, it takes an enormous effort to turn each present moment into a memory, in takes a bigger effort to withstand the weight of future expectations, and an even bigger one to preserve--though in a highly-selective manner--the past in our heads. Make no mistake, we feed off memory whichever way preserved, we live on expectations of better or worse future; the present is all that's left unspoiled: almost naive--as myself half-drunk, almost spontaneous--as my lying flat on this non-hospitable layer of sand, almost soothing--as the thought of it being too late to go to bed and to early to start thinking about tomorrow. Here I am then, up on my feet again, turning a hundred-and-eighty degrees, walking with a fast pace towards the harbor of Rotterdam, drawn to the lights like an insect to a lamp, facing a childhood fear tattooed on my memory, now running, another twenty or so miles to go, no matter; here I am then, re-inventing the present, for it is too late to go to bed and too early to think about tomorrow, left floating in the present tense, now running fast, my legs pushing against the cold, somewhat artificial sand with as much strength as the wine has left in them, the lights becoming brighter as the sun is hiding behind enormous cargo ships; here I am, empty-minded and light-headed, short of breath yet full of satisfaction, slowing down yet not giving up; here I am, now on all fours, as if I'm swimming on dry land, few meters away from the shallow end of the North Sea, my fears paralyzing my limbs, but my neurons striving to get them to take me there; here I am, in a reiterating present refusing to become past, living life as never before; and then stopping. Completely. Conclusively. Frozen, and a million thoughts bombarding my mind. Face down on the cold, somewhat artificial sand. Defeated? No. I take my shirt off, collect my once shuttered self and jump in the water._&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-166982471970229848?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/166982471970229848/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=166982471970229848' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/166982471970229848'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/166982471970229848'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/07/on-living-life.html' title='On Living Life'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TDjnyhs5CnI/AAAAAAAAAF4/jLoECNCSfYU/s72-c/IMG00077-20100708-2126.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-3221614601493077162</id><published>2010-06-25T23:40:00.004+01:00</published><updated>2010-06-25T23:58:09.640+01:00</updated><title type='text'>Confession</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TCUz9dx7T6I/AAAAAAAAAFw/ddWMUqO2RB0/s1600/oxford+ballon.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 400px; height: 133px;" src="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TCUz9dx7T6I/AAAAAAAAAFw/ddWMUqO2RB0/s400/oxford+ballon.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5486848852079890338" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="color:#0000EE;"&gt;&lt;u&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;Latent, not relaxed. This is what I am. Insomniac, not awake. This is how I live. Full, not nourished. This is how I feel. But even if I put these words down on paper, in the very order by which they appear here, now before me, will I ever convince anyone? I appear relaxed; my eyes are open, thus I am awake; my skin is pink as if I am well-fed. Who is to believe me? And, on the other hand, why am I that inclined to make people, even a single individual, believe me? What is there for me to gain? Then again, what is there for me to lose? Could I try it any other way, I wonder. Like a child, constantly seeking attention—is this what I am? Should I pour scalding hot water on my hands, and then walk around in t-shirts, mid-winter being utterly irrelevant, to show off my scars? Should I only listen to sad songs out loud? Should I stop talking to people, keep my eyes low and my spirits the same? I won't pour scalding hot water on my hands, I'm too damn scared to hurt my precious self; I won't just listen to sad songs, I only know so many; I won't stop talking to people, because I never had anyone to talk to. A dead-end. This leaves me exactly where I started off: nowhere. In such a place where no matter what you might say, it's never the right thing; no matter which route you choose, it always ends up being the longest one; no matter how far in love you fall, you always fall short of love. Just life? Perhaps. Should I be okay with it? Perhaps. Then, what purpose does this, or as a matter of fact any, writing serve? A confession? To whom? One's self? Nonsense, we (I) already know the truth—whether I (we) choose to admit any part of it is a different story. Then what? I think, which means I confess with all sincerity, my writings have always been cryptic and ambiguous, primarily because of my pretentiousness. In fact, they are so cryptic that one can read them like an open book (sort of speak): the words are there, presented in all their essence, literally not metaphorically, bare and whole, exactly as they were meant to be used. But people stumble upon them, as if they were hiding from them in the dark; people mistake them for unsolved riddles or screens of smoke behind which lies another universe, that of untold truth and unforeseen revelations. None of these is true—take my word for it, though my word may not be worth much nowadays. I walk (write) as I breathe (love): eyes open, mouth full, alerts down. Regrets? None. Pain? Some things are best kept unsaid. It's just that I act (love) as I breathe (love), seamlessly and without thought processing. What is there to think about? And if no regrets are there to haunt me, no pain there to admit to, what is this confession doing here? Why is it being built word by word? It's the way the hands operate. A kind of sleepwalking of the hands, of an insomniac nonetheless, on the keyboard. And, of course, the ever unanswered question still stands, tall as my shadow under setting sun: what good (or bad) will ever come from sharing such a confession? Maybe, I'm now thinking, the purpose is solely to put the words down, in a specific order, to line them up, control and fondle them, to reposition, erase, substitute, misspell them; maybe the point is found in dealing with the words the way you're supposed to deal with life, with breath (love) long gone, or just found again, to let your sleepwalking guide you, yes you, you incompetent insomniac, through your own choices and their warmth and recrimination. This is it! This is why words are cryptic, you summon them so as to say something, anything, then they take you where you always meant to go, but kept forgetting where. Words are cryptic to the one who tries to use them—not to others. Forgive my talking to (for) myself. This passage was not meant for me; it still isn't meant for me. It will never be meant for me. Words in this passage (one without a start or an end) are meant for you who (might) read it, regardless whether you make all the way through, half-way down, or merely across the first few lines. Forgive my saying nothing—have I ever said much though? Not really and I can't see how this might change now. Please weigh me for what my words speak of me. May this be my confession: I am no more (or no less) than what I write, for what I write defines who I am in an irrevocable way. And, if I may, a final word of advice: there is no reading between the lines to be done—these words are nothing else but themselves.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-3221614601493077162?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/3221614601493077162/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=3221614601493077162' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3221614601493077162'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3221614601493077162'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/06/confession.html' title='Confession'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/TCUz9dx7T6I/AAAAAAAAAFw/ddWMUqO2RB0/s72-c/oxford+ballon.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-945416583569670376</id><published>2010-05-25T18:06:00.006+01:00</published><updated>2010-05-25T18:40:28.290+01:00</updated><title type='text'>Άλφα ή άλφα;</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S_wLJ5rVAaI/AAAAAAAAAFg/IXhy7d9nKFo/s1600/butterflies.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 272px;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S_wLJ5rVAaI/AAAAAAAAAFg/IXhy7d9nKFo/s320/butterflies.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5475263511704961442" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: medium;"&gt;Η Άνοιξη (με κεφαλαίο άλφα ή με μικρό;) είναι μια εποχή παράξενη. Στην Ελλάδα (με κεφαλαίο έψιλον ή με μικρό;) ήταν μια εποχή ξεχασμένη--την θυμόταν κανείς μόνο όταν τον πλήγωνε βαθιά ο έρωτας (που τώρα έχει ξεχάσει, οπότε με έψιλον μικρό). Εδώ (Oxford, Oxfordshire, United Kingdom--δεν έχουν σημασία τα μικρά ή τα κεφαλαία) η ίδια εποχή είναι εντελώς άλλη (μάλλον με άλφα κεφαλαίο). Είναι, κάπως, σαν την αρχή ή το τέλος ενός έρωτα (μάλλον με έψιλον κεφαλαίο μιας και η τύχη του δεν έχει οριστικά κριθεί από την ιεράρχησή του στη βραχεία μνήμη μας). Στοργικά ζεστή, αφόρητα ζεστή, μουντή όλο καταχνιά, με υγρή πρωινή ομίχλη, με ριπές αέρα από το Στενό ή τη Βόρεια Θάλασσα (όλα με κεφαλαία, αφού ορίζουν την καθημερινότητά σου), με ανθισμένα δέντρα, κι οι άνθρωποι να βουτούν στον Τάμεση και ν' αρνούνται να αποχωριστούν τα κοντομάνικα. Μυρίζει αλλιώς. Αναπτύσσεται αλλιώς στο χρόνο. Πατάει αλλιώς στους ώμους σου και σε βαραίνει ή σε αλαφρώνει--έτσι είναι η Άνοιξη. Πάντα διαφορετική. Σήμερα, όπως θα κάνω ποδήλατο μόνο με το κοντομάνικο και το βοριαδάκι στην πλάτη, θα προσπαθήσω να ξανασκεφτώ την Άνοιξη (όπως την γνώρισα και όμως μου ξανασυστήνεται--με μικρά ή κεφαλαία γράμματα). Δίπλα μου θα περνάνε δίπατα λεωφορεία (πάντα με λάμδα μικρό). Στ' αυτιά μου θα παίζει το Song for my father του Horace Silver.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[Ας κάνουμε όμως μια συμφωνία, ας μην ξαναμιλήσουμε για Άνοιξη πια, εντάξει; Ας κάνουμε αυτή τη συμφωνία. Πες το κι εσύ, δεν θα ξαναμιλήσουμε για Άνοιξη.]&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-945416583569670376?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/945416583569670376/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=945416583569670376' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/945416583569670376'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/945416583569670376'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/05/blog-post_25.html' title='Άλφα ή άλφα;'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S_wLJ5rVAaI/AAAAAAAAAFg/IXhy7d9nKFo/s72-c/butterflies.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-7895335761005426357</id><published>2010-05-16T20:05:00.002+01:00</published><updated>2010-05-16T20:09:08.988+01:00</updated><title type='text'>η νυσταλγός</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S_BCvqNY9RI/AAAAAAAAAFY/VbhTpUzL6BY/s1600/001_Rothko_WhiteCenter.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 219px; height: 320px;" src="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S_BCvqNY9RI/AAAAAAAAAFY/VbhTpUzL6BY/s320/001_Rothko_WhiteCenter.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5471946933806888210" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;                                                                                                                                                                                           στο Ν. Εγγονόπουλο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;υγρασία, ζέστη. Ιδρώτας, χνώτο. Ανέβαινα με τα πόδια το δρόμο πλάι στον ποταμό Κάμο. Πριν τη γέφυρα δεξιά προς το κάστρο. Έβαλα το χέρι αντίηλιο στο μέτωπό μου. Δεν μπορούσα να πάω πολύ γρήγορα, στο ένα μου χέρι κράταγα τον εσπρέσσο. Στην άκρη της ανηφόρας την είδα, ζαρωμένη στο παγκάκι της. Μια γκρι φιγούρα μικροσκοπική κι απέναντι η πύλη Κάραμον με το σκαλιστό αέτωμα και τα χρυσά εξαρτήματα. Πελώρια, μεγαλοπρεπής, αιώνια. Κι η Κίμικο αιώνια. Χρονών ενενήντα επτά. Πλησίασα εγώ από τη μια, ο Τοκάι από την άλλη. Συναντιόμαστε πάντα στο παγκάκι της. Έκανα μια μικρή υπόκλιση με τη μέση, χαμογελώντας. Της πρότεινα το κόκκινο χαρτοπότηρο με τον εσπρέσσο. Απάντησε με ένα βύθισμα του κεφαλιού. “Αρίγκατο γκαϊτζίν(1)”, μου είπε πριν τον αρπάξει. Η σκηνή, και την έβλεπα καθημερινά, μου προκαλούσε συνεχώς έκπληξη. Μια γηραιά γιαπωνέζα, καθισμένη σ’ένα βαθυπράσινο παγκάκι κάτω από τον ίσκιο ενός πεύκου. Τα πόδια της πρησμένα ως τα γόνατα, δεν φτάναν ν’ακουμπήσουν το πλακόστρωτο. Το φόρεμα αυστηρό, μονοκόμματο, γκρι σκούρο, φτάνει ως το λαιμό. Κλείνει σταυρωτά με κουμπιά και στις δυο πλευρές. Τα μαλλιά μαζεμένα πίσω, στερεωμένα με δυο λεπτά σουβλιά από καύκαλο χελώνας. Στητή και στο χέρι εσπρέσσο. Δίπλα της κι ο Τοκάι. Ένας μαραθωνοδρόμος στο Κιότο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι ακριβώς τον γνώρισα. Ταξίδι στην ιστορική πρωτεύουσα της Ιαπωνίας. Νιππόν(2), μόνο αυτό είχα αποστηθίσει. Δέκα χρόνια πριν. Τουρίστας. Πάλι στη γέφυρα του Κάμο με τον οδηγό στο χέρι. Έδειχνα χαμένος. Ήμουν όντως χαμένος. Μικρά βήματα ρυθμικά πλησιάζουν απ’την πλάτη μου. Μ’ άκουμπάει στον ώμο μ’ ένα χέρι αποστεωμένο. Ζεστό άγγιγμα. Γύρισα να δω ποιός είναι. Με κοντό σορτσάκι, κάθιδρος κι αδύνατος σα σκιά, έμοιαζε με μαραθωνοδρόμο που λοξοδρόμησε σ’ αυτά τα νησιά της Άπω Ανατολής. Δεν είχα συναντήσει ούτε έναν ιάπωνα που να πρόφερε πάνω από δυο λέξεις αγγλικά. “Σότο(3)”, μου είπε όταν του’δειξα το χάρτη, φέρνοντας τις τεντωμένες παλάμες του απότομα πολύ κοντά τη μια στην άλλη. Κι όμως, συνέχισε στ’αγγλικά και προσφέρθηκε ευγενικά να μου δώσει οδηγίες για το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Με πήγε χαμογελαστός ως εκεί. Προσφέρθηκε μάλιστα να μου πληρώσει το εισιτήριο. “Είναι ακριβούτσικα εδώ”, μου είπε. Αρνήθηκα, σκεπτόμενος λίγο καχύποπτα. Εκείνος χαμογέλασε για άλλη μια φορά. Φέρθηκε με τρόπο δυτικό κι αντιπαρήλθε την προσβολή. Σ’ όλο το δρόμο μου’λεγε για τον Τσόμσκι. Πως ήταν συμφοιτητές, πως πήραν διδακτορικό μαζί. Γλωσσολόγοι κι δυο. Τα καλύτερα λόγια. Ο Τοκάι γύρισε σπίτι του. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Κιότο τις καθημερινές και τα σαββατοκύριακα τρέχει από το πάρκο Νισιγκιογκόκου έως την άλλη άκρη της πόλης, στο ιερό Καμιγκάμο. Κι όταν χρόνια μετά ήρθα κι εγώ στο Πανεπιστήμιο ως επιστημονικός συνεργάτης, βρεθήκαμε ξανά. Τρέχαμε μαζί στην αρχή. Έφτανα με το ζόρι ως το Αυτοκρατορικό πάρκο κι εκείνος συνέχιζε άλλο τόσο. Έκτοτε είναι η φωνή που γεφυρώνει τον κόσμο μου με αυτόν της Κίμικο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Μιλάω μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο της λησμονημένης πλέον πόλης που πάνω της στέκεται τώρα το Κιότο”, ήταν οι πρώτες κουβέντες της γριάς Κίμικο. Μετάφραζε ο Τοκάι, εγώ σημείωνα. “Αυτήν τη νοσταλγώ κι είμαι η μόνη. Θα σας λέω μιαν ιστορία που είναι η πιότερο όμορφη σ’αυτή την πλευρά της θάλασσας. Όμως να ξέρετε πως ετούτες οι μνήμες δε μ’αφήνουν να κλείσω τα μάτια. Έχω να κοιμηθώ από όταν τα πουλιά της μνήμης μου έστειλαν ξανά τούτα τα λόγια. Τόσο παλιά που ήταν ακόμη αθώοι ο αριθμός σι κι ο αριθμός κου(4)”. Κάθε λίγες λέξεις, που ο Τοκάι ζοριζόταν αφόρητα να μεταφράσει από την ημιθανή και παραχαραγμένη διάλεκτο, η Κίμικο κατέβαζε τα βλέφαρα. Νυσταγμένη, με το κουπάκι του εσπρέσσο στα δυο χέρια, σχεδόν αποκοιμιόταν. Σωπαίναμε μην την ταράξουμε και την ίδια στιγμή ξυπνούσε έντρομη. Με τα δυο χέρια πλησίαζε το κουπάκι στα ξεραμένα της χείλη, έπινε μια κοφτή γουλιά από το δυτικόφερτο ρόφημα, καταριόταν κάποιο δαίμονα του ύπνου, συνέχιζε. “Στους κήπους της πόλης εκείνης φύτρωνε ένα πουλί που οι ντόπιοι το λέγαν μαγνόλια. Αστραφτερό χρυσοπράσινο χρώμα στο κεφάλι, πορφυρό δακτυλίδι στο λαιμό, λαμπερό καφετί φτέρωμα και τα πόδια χωμένα στη γη. Η εύφορη γη το αιώνιο κλουβί του”, διηγούταν. Κι ύστερα σηκωνόταν μ’έναν κουρασμένο πήδο απ’το παγκάκι, υποκλινόταν και βάδιζε προς το μικρό της σπίτι κάπου κοντά στη Σένμπον ντόρι(5). Την πρώτη φορά έκανα να την πάρω στο κατόπι. Με σταμάτησε ο Τοκάι. “Άστη να πάρει ανάσα”, μου είπε, “οι άνθρωποι εδώ μιλάνε όταν νιώθουν έτοιμοι και λένε τα πάντα”. Κι εγώ ξανάκατσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε μέρα λοιπόν εδώ. Με το σημειωματάριο μου, τα καλοξυσμένα μολύβια μου, τον ευγενικό μεταφραστή μου, τη γλυκόξινη γεύση που μου αφήνουν τα θραύσματα του παραληρήματός της. “Σ’εκείνη τη λησμονημένη πόλη ήμουν κι εγώ μαγνόλια, ψυθίριζε, με περιποιούνταν κόρες με λευκό δέρμα και χείλια ευαίσθητα σαν φύλλα ορχιδέας. Σ’εκείνη την πόλη οι κόρες φορούσαν πλατιά καπέλα, να τους κρύβει η σκιά το βλέμμα. Κι άμα περνούσαν δεκαέξι χειμώνες από πάνω τους, την πρώτη μερα της άνοιξης τις ξύπναγε ο άρχοντας Ισικάβα Ένσου. Κι ήταν η ώρα να μπλεχτούν τα χνώτα τους. Οι κόρες θύματα εξιλαστήρια της σκληρής αγάπης, ξαπλωμένες σε ψάθινα στρώματα”. “Εκείνος της νύκτας ασκητικός διαβάτης κι ο σπόρος του την αυγή υπερήφανος νικητής”, έλεγε κι έσπαγε η φωνή της. “Κι οι κήποι γέμιζαν μαγνόλιες ίδιες αδελφές”. “Αλίμονο αν κάποια αρνιόταν!”, φώναξε για μια στιγμή, “τότε ο δαίμονας, καυτός, την ονόμαζε νυσταλγό”. Σώπασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια φορά ο Τοκάι με ρώτησε γιατί επιμένω να κάθομαι ν’ακούω αυτά τα δύσκολα, τα φθαρμένα, τα διεστραμμένα. Δεν ήξερα τι ακριβώς να πω. Και του’πα το εξής: “Είμαι ζητιάνος όμορφων παραμυθιών”. Κι ήταν αλήθεια. Μετά του έδειξα με το δάκτυλο να σωπάσει. Η Κίμικο ξανάνοιξε τα μάτια, ρούφηξε τον καυτό καφέ των γκαϊτζίν που τόσο της άρεσε και συνέχισε από εκεί που είχε μείνει. “Μια κόρη με τους δεκατέσσερεις χειμώνες καρφιτσωμένους στο όμπι(6) της κουβαλούσε στις ευγενικές παλάμες της το ρόδι της χαράς. Πέρασε δυο μέρες κι άλλες τόσες νύκτες γυρνώντας στου κήπους με τις μαγνόλιες κι η πρώτη μέρα της άνοιξης είχε έρθει κι είχε φύγει. Ο Ισικάβα Ένσου πέρασε από την ψάθα της άπρακτος. Εκείνη την αυγή της τρίτης μέρας σύνθλιψε με τ’απαλά της δάκτυλα το ρόδι, γονάτισε κι άρχισε να λερώνει τα νύχια της με το χωμάτινο κλουβί που κράταγε δεμένες τις μαγνόλιες”. “Να πετάξουν ελεύθερα τα πουλιά”, είπε κι έδειξε ψηλά, “όπως εγώ”. “Μα πάνω στον αγώνα της, από τη στέρνα ξεπετιέται ο δαίμονας της λάβας!”. “Τον καλοσώρισε, του πρόσφερε τσάι, σύκα, φτερά πουλιών, φιλιά κι ανάσες”, έλεγε καθώς ξεπέζευε το παγκάκι και απομακρυνόταν με μικρά συρτά βήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την τελευταία μέρα που την είδα μίλαγε ακόμη πιο κοφτά από τις άλλες φορές, θυμωμένα. Φώναζε τις λέξεις στο τέλος κάθε πρότασης και ενδιάμεσα διαμαρτυρόταν πως νύσταζε, μα πονούσαν τα μάτια της από χιλιάδες καρφίτσες όταν τα’κλεινε. Πρώτη φορά διέκοπτε την αφήγηση να γκρινιάξει και τον εσπρέσσο τον άφησε απείραχτο στο παγκάκι. Όσο για την κόρη της ιστορίας η Κίμικο έλεγε κι εγώ σημείωσα τα εξής: “Είχε νυκτώσει στους κήπους της πόλης που έχασα. Η κόρη κυλιόταν ανάμεσα σε ξεριζωμένες μαγνόλιες αγκαλιά με το δαίμονα. Η φωνή σου θωπεύει τη δροσιά που απλώνει η δύση στο κορμί μου, του ψυθίριζε στ’αυτί. Το χνούδι στην πλάτη μου δονεί στα θερμά παρακάλια της ανάσας σου, στο βλέμμα σου ηχεί το νερό απ’τις πηγές των βουνών. Νοσταλγούσε τους προηγούμενους δεκατρείς χειμώνες”. “Τον παραπλανούσε να μην την ονομάσει νυσταλγό”, μας τόνισε διδακτικά η Κίμικο. Κι ο δαίμονας απάντησε. “Θα τσακίσω εγώ την αρνησιά σου, θα μαχαιρώσω τη μυστική σου καρδιά με τ’άσπρα μου σύννεφα που μαζεύονται στα μάτια σου. Μη φοβάσαι θα συνθλίψω το αυγό του φιδιού που κρύβεις στην αυλή σου. Μετά έριξε την κατάρα σε μια μαγνόλια που, ελεύθερη πια, τους κοιτούσε από τα κλαδιά ενός πεύκου”. “Τώρα η ψυχή μου ποθεί τη γαλήνη και μόνο”, μάθαμε πως είπε η κόρη. “Πείτε πόσοι νοσταλγοί ζητούν να γυρίσουν κι όμως στο τέλος δεν το έπραξαν μη τυχόν και ξανανοσταλγήσουν”, αναρωτήθηκε. Μετά την τελευταία λέξη η Κίμικο μίλησε για πρωτη φορά Κάνσαϊ-μπέν(7). Δε χρειάστηκα τον Τοκάι. Είπε, τραγουδιστά, πόσο πολύ νυστάζει. Έφυγε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξανάρθε στο παγκάκι και λίγο καιρό αφότου γύρισα στην Ελλάδα μου’ στειλε ο Τοκάι το τέλος της Κίμικο. Δε ρώτησα ποτέ πως το’ μαθε. Για μένα είναι και το τέλος της ιστορίας της. Να’ το. “Στον κήπο της μια αγριόπαπια κλώσσησε το αυγό του φιδιού. Μια πάπια με χρυσοπράσινο χρώμα στο κεφάλι, πορφυρό δακτυλίδι στο λαιμό και λαμπερό καφετί φτέρωμα. Αυτοκρατορική. Και το αυγό τετράκροκο, γέννησε τέσσερα φίδια. Μαύρες γυαλιστερές φολίδες κι ολόλευκα κεφάλια. Τα τρία πέρασαν από τον ξύλινο φράκτη στις γύρω αυλές. Το τελευταίο τρύπωσε στα στρωσίδια της. Τη δάγκωσε στη γάμπα. Πέθανε στον ύπνο της. Μ’έναν πόνο. Πρώτη φορά που κοιμόταν έτσι βαθιά”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(1)Ευχαριστώ ξένε (δυτικέ) &lt;br /&gt;(2)Ιαπωνία &lt;br /&gt;(3)Είναι κοντά (σε απόσταση) &lt;br /&gt;(4)Σι, σημαίνει στα ιαπωνικά τέσσερα, όπως προφέρεται κι ο θάνατος. Κου, σημαίνει εννέα και ακούγεται σαν τις λέξεις πόνος, έγνοια. Οι προληπτικοί ιάπωνες αποφεύγουν τη χρήση των αριθμών αυτών ειδικά σε νοσοκομεία, δημόσιους χώρους κτλ. &lt;br /&gt;(5)Οδός&lt;br /&gt;(6)Ζώνη παραδοσιακού κιμονό&lt;br /&gt;(7)Ιαπωνική σύγχρονη διάλεκτος, μελωδική, μιλιέται στο Κόμπε, το Κιότο και την Οσάκα&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-7895335761005426357?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/7895335761005426357/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=7895335761005426357' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/7895335761005426357'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/7895335761005426357'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/05/blog-post.html' title='η νυσταλγός'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S_BCvqNY9RI/AAAAAAAAAFY/VbhTpUzL6BY/s72-c/001_Rothko_WhiteCenter.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-2735582075510878814</id><published>2010-05-05T19:10:00.001+01:00</published><updated>2010-05-05T19:12:51.249+01:00</updated><title type='text'>Μια δύσκολη Τετάρτη, 5η Μαϊου 2010</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S-G1EcxLsTI/AAAAAAAAAFQ/QxragkLDgww/s1600/Dandelion+Tattoo+3.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 240px;" src="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S-G1EcxLsTI/AAAAAAAAAFQ/QxragkLDgww/s320/Dandelion+Tattoo+3.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5467850510651076914" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο/ ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου/ Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ/ πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας/ ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι/ Κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά/ ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς/ ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο/ ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(Ἡ δύσκολη Κυριακή - Μ. Σαχτούρης)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-2735582075510878814?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/2735582075510878814/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=2735582075510878814' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/2735582075510878814'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/2735582075510878814'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/05/5-2010.html' title='Μια δύσκολη Τετάρτη, 5η Μαϊου 2010'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S-G1EcxLsTI/AAAAAAAAAFQ/QxragkLDgww/s72-c/Dandelion+Tattoo+3.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-1213469325732888171</id><published>2010-04-18T16:35:00.003+01:00</published><updated>2010-04-18T16:40:00.453+01:00</updated><title type='text'>του Νάνου Βαλαωρίτη (σπονδή στο ηφαίστειο χωρίς όνομα)</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S8snB46p6fI/AAAAAAAAAFI/rIy-o_NH-8g/s1600/ox-skyline.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 320px; height: 189px;" src="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S8snB46p6fI/AAAAAAAAAFI/rIy-o_NH-8g/s320/ox-skyline.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5461501886528612850" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;meta charset="utf-8"&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Είναι καρδιές που μάθαμε σα γράμματα ανοιγμένα&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Είναι τραπέζια οπού κανείς δε θα καθίσει πια&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Δέκα χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά&lt;/div&gt;&lt;div class="no" style="font-family: Verdana; font-size: 8pt; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; "&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς&lt;/div&gt;&lt;div class="no" style="font-family: Verdana; font-size: 8pt; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; "&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Πες μας που πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Τώρα μας δείχνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Ω πρόσωπο που σκέπασε σε μάρμαρο η σιγή&lt;/div&gt;&lt;div class="no" style="font-family: Verdana; font-size: 8pt; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; "&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="no" style="font-family: Verdana; font-size: 8pt; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; "&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Είναι καρδιές που μάθαμε σα γράμματα ανοιγμένα&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Είναι τραπέζια οπού κανείς δε θα καθίσει πια&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Δέκα χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά&lt;/div&gt;&lt;div class="no" style="font-family: Verdana; font-size: 8pt; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; "&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σα νερό&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό&lt;/div&gt;&lt;div class="no" style="font-family: Verdana; font-size: 8pt; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; "&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα 'ναι αρκετά μεγάλη&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Για να χωρέσει τον καημό που μάζεψε η ψυχή&lt;/div&gt;&lt;div class="no" style="font-family: Verdana; font-size: 8pt; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; "&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Είναι μια πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη&lt;/div&gt;&lt;div class="te" style="font-family: Consolas, 'DejaVu Sans Mono', 'Courier New'; font-weight: bold; margin-top: 0px; margin-bottom: 0px; font-size: medium; "&gt;Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-1213469325732888171?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/1213469325732888171/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=1213469325732888171' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/1213469325732888171'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/1213469325732888171'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2010/04/blog-post.html' title='του Νάνου Βαλαωρίτη (σπονδή στο ηφαίστειο χωρίς όνομα)'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/S8snB46p6fI/AAAAAAAAAFI/rIy-o_NH-8g/s72-c/ox-skyline.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-4996093956438925908</id><published>2009-08-13T16:46:00.002+01:00</published><updated>2009-08-13T16:53:32.107+01:00</updated><title type='text'>Ετών δώδεκα σε σχολική εορτή</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SoQ25AHaYxI/AAAAAAAAAFA/ny1ij_U4uEY/s1600-h/Rothko_Ochre_and_Red_on_Red_1954.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 400px; height: 273px;" src="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SoQ25AHaYxI/AAAAAAAAAFA/ny1ij_U4uEY/s400/Rothko_Ochre_and_Red_on_Red_1954.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5369477008644006674" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size: 11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language:ELfont-size:12.0pt;"&gt;Ο τοίχος μούσκεμα. Ο σβέρκος μου μούσκεμα. Το κάδρο με τη μάνα μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή, αντιφεγγίζει στο μεσημεριανό ήλιο. Τα μάτια μου τζούζουν, η μάνα μου δεν φαίνεται. Όλα μου τα πράγματα βαλμένα σε κούτες&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"   style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%; font-family:Symbol;mso-ascii-font-family:Cambria;mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-hansi-font-family:Cambria;mso-hansi-theme-font:minor-latin;mso-ansi-language: EL;mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol;font-size:12.0pt;"&gt;&lt;span style="mso-char-type: symbol;mso-symbol-font-family:Symbol;"&gt;,&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language: ELfont-size:12.0pt;"&gt; το κινητό μου πάνω στο μαξιλάρι. Όλες μου οι σκέψεις σε κουτάκια: οι φτερουγισμένοι με τους φτερουγισμένους, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, οι ξεχασμένοι στην πρώτη γραμμή της μνήμης, οι παρόντες κάτω από τόνους σκόνης. Όλο το βράδυ κρύωνα. Ένα ρίγος ανεβοκατέβαινε από τον άτλαντα στον κόκκυγα. Το κινητό μου δεν χτυπάει. Όλο το βράδυ έβλεπα τα χέρια μου να φυτεύουν μικρούς λευκούς σταυρούς στις ζαρντινιέρες της βεράντας στο πατρικό μου. Κοιτάζω τα νύχια των χεριών μου και ρουφάω μικρές γουλιές κοκα-κόλα από το κουτάκι. Κατουριέμαι, αλλά βαριέμαι να πάω ως το μπάνιο. Το κινητό μου δεν χτυπάει. Κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσω να σκέφτομαι την πιθανότητα εγκατάστασης ερ-κοντίσιον σ’ αυτήν την τρύπα. Περιμένω&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"   style="font-size:11.0pt; mso-bidi-line-height:150%;font-family:Symbol;mso-ascii-font-family: Cambria;mso-ascii-theme-font:minor-latin;mso-hansi-font-family:Cambria; mso-hansi-theme-font:minor-latin;mso-ansi-language:EL;mso-char-type:symbol; mso-symbol-font-family:Symbol;font-size:12.0pt;"&gt;&lt;span style="mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol;"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language:ELfont-size:12.0pt;"&gt; σκέφτομαι μαλακίες: &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;αν ο θάνατος είναι ο μεγάλος ύπνος κι ο οργασμός είναι ο μικρός θάνατος, τί είναι ο βαθύς ύπνος&lt;/i&gt;; Όπως είμαι οκλαδόν στον καναπέ ανασηκώνομαι όσο να φτάσω το σι-ντι πλέιερ. Αρχίζει να παίζει μια τρομπέτα το κονσέρτο &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;D’ Aranjuez&lt;/i&gt;. Το βάζω σε χαμηλή ένταση&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:Symbol, fantasy;"&gt;,&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:Symbol, fantasy;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%; mso-ansi-language:ELfont-size:12.0pt;"&gt;αν χτυπήσει το κινητό να τ’ ακούσω. Πια μετρώ το χρόνο όπως τα λουλούδια, μέρα-νύχτα. Τέρμα οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Μόνο μέρα και νύχτα. Σκέφτομαι ότι πρέπει να φάω. Το ψυγείο το έβγαλα χθες από τη μπρίζα, όταν σηκώθηκα έφαγα το τελευταίο κρακεράκι, το μαγαζάκι στη γωνία έχει κλείσει για τον Αύγουστο. Το να φάω απαιτεί περισσότερη προσπάθεια απ’ όση μπορώ να επενδύσω. Αποφασίζω ότι δεν χρειάζεται να φάω. Χρειάζεται απλά να περιμένω να χτυπήσει το τηλέφωνο. Δίπλα στο κάδρο με τη μάνα μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή, υπήρχε μια φωτογραφία του παππού στις εργατικές πολυκατοικίες στη Δραπετσώνα, να κρέμεται από τον έκτο καθώς καρφώνει στον τοίχο. Τώρα μένει το αποτύπωμά της στη φθορά του χρώματος. Μπορώ να το κοιτάζω ώρα. Κι όπως ζαβλακώνω, κάποιο βραχυκύκλωμα της μνήμης την βγάζει από την κούτα και την ξανακρεμά στο ίδιο καρφί. &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;Έτσι μπορώ να σας επαναφέρω όλους&lt;/i&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:Symbol, fantasy;"&gt;,&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%; mso-ansi-language:ELfont-size:12.0pt;"&gt; πάλι μαλακίες. Δίπλα στην πόρτα υπάρχουν τρεις κούτες από πατατάκια &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;Τσακίρης&lt;/i&gt;, παραγεμισμένες και κλεισμένες με ταινία. Από πάνω το άδειο κλουβί απ’ τα δυο κανάρια του παππού, όπως τα ‘χε στο μαγαζί – προ αμνημονεύτων – μάλλον με την ίδια εφημερίδα στον πάτο&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:Symbol, -webkit-fantasy;"&gt;:&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language:ELfont-size:12.0pt;"&gt; 22 Δεκεμβρίου 1999. &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;Το ‘χαμε φυλάξει για να φυλακίζουμε ρεσό, θυμάσαι&lt;/i&gt;; Το τηλέφωνο συνεχίζει όπως ξύπνησε: βουβό. Το σι-ντι πέρασε στο επόμενο κομμάτι. Δεν ξέρω τον τίτλο του. Σηκώνομαι. Ανοίγω παντζούρια και παράθυρα, σηκώνω την τέντα στο μπαλκονάκι, ξαπλώνω φαρδύς-πλατύς στο μέσο του δωματίου και το φως μου καίει τα βλέφαρα. Με το δεξί χέρι, το καλό, ψηλαφίζω να βρω το κινητό. Πατάω στην τύχη ένα κουμπί. Ο ήχος με βεβαιώνει ότι δεν έχει μείνει από μπαταρία. Ξαναξαπλώνω, αυτή τη φορά χέρια ανοιχτά&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:Symbol, fantasy;"&gt;,&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language: ELfont-size:12.0pt;"&gt; σαν σε σταύρωση. Μετράω εισπνοές, μετά μετράω τις τάβλες ραμποτέ στο ταβάνι, μετά τους ρόζους σε μια τάβλα, τους δακτύλιους ενός ρόζου, τους δακτύλιους από χρώματα πίσω απ’ τα κλειστά μου βλέφαρα. &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal"&gt;Σσσσσσσσς&lt;/i&gt;! Στ’ αριστερά μου είναι η ντουλάπα&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:Symbol, fantasy;"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language: ELfont-size:12.0pt;"&gt; Άδεια. Από το ένα φύλλο της πόρτας κρέμεται η κρεμάστρα με τα μαύρα μου: σακάκι-παντελόνι-πουκάμισο-γραβάτα-ζώνη. Τα παπούτσια μου στο πάτωμα σκονισμένα γύρω-γύρω. Γυρνάω μπρούμυτα. Βάζω το κινητό στο πάτωμα μπροστά μου. Δεν χτυπάει. Σταυρώνω τα χέρια για ν’ ακουμπήσω το κεφάλι μου. Δεν χτυπάει. Από την Τετάρτη μέχρι σήμερα, Σάββατο, έχω επισκεφτεί τρία νεκροταφεία: Καλαμάκι, Ελληνικό, Ηλιούπολη. Το κοστούμι τα ‘βγαλε τα λεφτά του. Σε ένα τριήμερο. Κατά σειρά: παππούς, νονά, μητέρα. Τα παπούτσια τα ‘χω χρόνια. Χθες το βράδυ πέρασα – το αμάξι δανεικό – από το μανάβικο της παλιάς μου γειτονιάς και από κανά δύο σούπερ-μάρκετ και μάζεψα χαρτόκουτα. Πατατάκια, γάλατα, φρούτα, ρύζια ή ζάχαρες. Όλο το βράδυ πακέταρα. Πριν το πρώτο φως με πήρε ο ύπνος. Δεν πρόλαβα να ξεκρεμάσω αυτό το κάδρο με την φωτογραφία της μάνας μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή. Δεν έχω πια τίποτα σ’ αυτές τις γειτονιές. Οι ρίζες μου εκεί όπου ανήκουν&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-family:Symbol, fantasy;"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%; mso-ansi-language:ELfont-size:12.0pt;"&gt; Στο χώμα. Οι μνήμες εκεί όπου καρπίζουν&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"   style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%; font-family:Symbol;mso-ascii-font-family:Cambria;mso-ascii-theme-font:minor-latin; mso-hansi-font-family:Cambria;mso-hansi-theme-font:minor-latin;mso-ansi-language: EL;mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol;font-size:12.0pt;"&gt;&lt;span style="mso-char-type: symbol;mso-symbol-font-family:Symbol;"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language: ELfont-size:12.0pt;"&gt; στο μπροστά μέρος του μυαλού μου. Τα μαζεύω και φεύγω. Ότι δεν μπήκε σε κούτα θα μείνει εδώ: το κοστούμι και τα παπούτσια, το κλουβί απ’ τα κανάρια, το κάδρο με τη φωτογραφία της μάνας μου, ετών δώδεκα σε σχολική εορτή. Όλα τα άλλα έχουν τη θέση τους, το κουτάκι τους. Η ζέστη είναι τώρα πιο έντονη. Το τηλέφωνο δεν χτυπάει. Ο τοίχος ιδρώνει ασταμάτητα. Κι ο σβέρκος μου. Στο φως διακρίνω τα σωματίδια της σκόνης καθώς αιωρούνται. Αν δεν χτυπήσει μέχρι το τέλους του επόμενου τραγουδιού, &lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;&lt;span style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language: EN-GBfont-size:12.0pt;"&gt;O Pastor&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language:EN-GBfont-size:12.0pt;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language: ELfont-size:12.0pt;"&gt;των &lt;/span&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;&lt;span style="font-size: 11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language:EN-GBfont-size:12.0pt;"&gt;Madredeus&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;span style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language: EN-GBfont-size:12.0pt;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi- line-height:150%;mso-ansi-language:ELfont-size:12.0pt;"&gt;θα το κλείσω. Φαντάζομαι πως δεν θα χτυπήσει, δεν απόμεινε κανείς να συνοδέψω μέχρι την άκρη της σκαμμένης στη γη τρύπας. Δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα. Το κινητό δεν έχει κουτάκι. Μάλλον θα πρέπει να μείνει κι αυτό εδώ. Στην αριστερή τσέπη από τη βερμούδα μου έχω μια φωτογραφία μου, ετών δώδεκα να λέω ποίημα σε κάποια σχολική εορτή. Η&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"  style="font-size:11.0pt;mso-bidi-line-height:150%;mso-ansi-language: ELfont-size:12.0pt;"&gt; μάνα μού κρατά το χέρι χωρίς να φαίνεται ολόκληρη. Κλείνω το κινητό και το βάζω μέσα στο κλουβί.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-4996093956438925908?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/4996093956438925908/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=4996093956438925908' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/4996093956438925908'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/4996093956438925908'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2009/08/blog-post.html' title='Ετών δώδεκα σε σχολική εορτή'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SoQ25AHaYxI/AAAAAAAAAFA/ny1ij_U4uEY/s72-c/Rothko_Ochre_and_Red_on_Red_1954.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-1597645385577065163</id><published>2009-05-20T23:08:00.001+01:00</published><updated>2009-05-20T23:10:00.262+01:00</updated><title type='text'>Δαγκώνει το κίτρινο σκυλί;</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/ShR_lYusN8I/AAAAAAAAAE4/XUF3k-cfVAU/s1600-h/21-14-thumb-small.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer; width: 280px; height: 128px;" src="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/ShR_lYusN8I/AAAAAAAAAE4/XUF3k-cfVAU/s320/21-14-thumb-small.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5338031738611054530" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Τώρα που μοιαζει να κατάκατσε ο κουρνιαχτός, και με την (απολύτως μετρήσιμη) απόσταση που χωρίζει τον γράφοντα από τα δρώμενα - θεατρικά ή «θεατρικά», αναρτώ το παρόν κείμενο με αφετηρία την ταραχή και σημείο άφιξης την απορία, σε μια προσπάθεια να αφηγηθώ λογοτεχνικά τα μη λογοτεχνίζοντα⋅ κίτρινο το χρώμα του μίσους; &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον τσαμπουκά δεν πήρα μέρος. Γιαλαντζί τσαμπουκάς βέβαια, ένας κοντός μεσήλικας που βρώμαγε σαπούνι, κανά δυο αδιάφοροι κουλτουριάρηδες, οι παρφουμαρισμένοι θεατρώνηδες, ένας που το ‘παιζε δικηγόρος και μερικές ευωδιαστές γκόμενες με φουλάρια. Δεν φτουράγαν. Δεν πήρα μέρος στον τσαμπουκά, αλλά με είχαν ντυμένο οι δικοί μου. Δεν είναι ότι γνωριζόμαστε καιρό, δηλαδή τους ξέρω δυο μέρες σκάρτες, αλλά ήμουν απόλυτα ταιριαστός. Καταλαβαίνεις, δυο τρία κεράσματα, που ‘χα να βάλω μπουκιά στο στόμα από το κάποτε, ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, δεν θέλω πολλά, και ντύθηκα στα γούστα τους. Μου βγάλανε και παρατσούκλι, η διαφορά στη γλώσσα βλέπεις δεν με βοηθά να τους πω Βλάντιμιρ με λένε, αφού πρώτα το συζητήσανε και το ξανασυζητήσανε και το ξανασυζητήσανε: Ντουρρούτι. Αρχικά βέβαια, δημοκρατικά και ομόφωνα, αποφασίστηκε να με φωνάζουν Μπουεναβεντούρα – κι εγώ, φαντάζομαι στο πνεύμα υπακοής στην πλειοψηφία, να ακούω στο παρατσούκλι αυτό. Αλλά, μετά, ένας φίλος είπε ότι μπορεί και να παραήταν μεγάλο, τόσες συλλαβές, και δεν θα το έπιανα εύκολα.  Αυτό το τελευταίο, σχετικά με την ικανότητα αντίληψής μου, δεν πέρασε από ψηφοφορία, έγινε άμεσα και καθολικά αποδεκτό. Δεν είπα τίποτα, φαγητό να βρίσκεται και παριστάνω και τον κουφό. Τελοσπάντων, καταλήξαμε στο Ντουρρούτι. Ντουρρούτι, οκέι. Την επομένη ήταν που με μπογιατίσανε. Από μύτη μέχρι ουρά. Κίτρινο, κίτρινο! Φωνάζανε κι ο καθενας έβαζε την πινελιά του, συλλογική εργασία. Βέβαια, εγώ χρώματα δεν καταλαβαίνω, αχρωματοψία, όλα γκρίζα ή μαύρα, αλλά μύριζε παράξενα το μίγμα τους – κάποιος καυχήθηκε πως ήταν οικολογικό. Δεν ξέρω. Το χαρτόκουτο της βαφής, πάντως, κατέληξε σε κάδο ανακύκλωσης. Το ‘δα με τα μάτια μου. Όσο κράτησε το ρετούς κάποιος με χάιδευε πίσω απ’ τ’ αυτιά. Είχα χαλαρώσει, έφαγα κι ένα μισοκόμματο, χαλάλι. Το βραδάκι μαζευτήκαμε, αρματώθηκαν οι δικοί μου – κι άλλες μπογιές και σπρέι και χαρτιά, στυλώθηκα κι εγώ με δυο μπισκότα που άρπαξα και πήραμε να κατηφορίζουμε. Στη Μπενακη ένα στένσιλ του Στάλιν έξω από ένα δισκάδικο με κοίταξε, θα ορκιζόμουν μόνο εμένα. Πήρα τέτοια χαρά. Έτσι το ‘χαμε στα μέρη μας. Μην κοιτάς που ξενιτεύτηκα στα γεράματα. Τελοσπάντων. Φτάνουμε έξω από το μέρος. Μύριζε θέατρο. Το σανίδι βλέπεις, η κυρά μου στο Λόβετς ήταν θεατρίνα και τα πιάνω αυτά. Πιάνουν δυο δικοί μας να γράφουν στους τοίχους, η τέχνη σας βρωμάει θάνατο, καλό! Αρχίζουν να πετάνε στον αέρα τα φέιγ βολάν, αρχίζουν τα συνθήματα κι εγώ να κρατώ το ρυθμό αλυχτώντας. Μετά μπουκάρανε και στα μέσα, το μαγαρίσανε το θεατράκι, κρίμα, το λυπήθηκα, η κυρά μου έβγαζε ψωμί από δαύτο, κρίμα, αλλά ητανε για καλό σκοπό. Αν τους άκουγες φούσκωνες από περηφάνια, τα λένε καλά γαμώτο τους, ο κάθε κωλοαστός που μυρίζεται λεφτά, πείτε τα! Τότε συνέβη το παράξενο: με πιάνει ένας δικός μου και με πετά μπροστά. Σιγά! Στην ηλικία μου δεν είμαι γι’ ακροβατικά. Παραπατώ μέχρι την είσοδο, βρίσκω ισορροπία ανάμεσα στο μεσήλικα και στο δικηγόρο, έχετε δει ποτέ κίτρινο σκυλί ψευτοκουλτουριάρηδες; Ρωτάνε και με δείχνουν. Γαβγίζω. Έχετε δει ποτέ κίτρινο σκυλί που το λένε Βλαντιμίρ και το φωνάζουν Ντουρρούτι, ε; Χοροπηδάω στα πίσω πόδια.  Έχετε δει κίτρινο σκυλί με τέτοια δόντια; Γρυλίζω. Δαγκώνει το κίτρινο σκυλί; Σκέφτομαι και χιμάω ν’ αρπάξω την ουρά μου. Δαγκώνει; Τα σκάγια από μια βόμβα μπογιάς με πηρανε στο πλευρό. Υπάρχει πια κίτρινο σκυλί; Ξάπλωσα στην άσφαλτο κι έπιασα να γλείφω τις πληγές μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-1597645385577065163?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/1597645385577065163/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=1597645385577065163' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/1597645385577065163'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/1597645385577065163'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2009/05/blog-post.html' title='Δαγκώνει το κίτρινο σκυλί;'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/ShR_lYusN8I/AAAAAAAAAE4/XUF3k-cfVAU/s72-c/21-14-thumb-small.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-7723685271123717633</id><published>2009-03-20T16:24:00.002Z</published><updated>2009-03-20T16:29:50.283Z</updated><title type='text'>καπνίζοντας πατ</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/ScPEaBgQXNI/AAAAAAAAAEw/P1gRSwqsVtc/s1600-h/Socotra_Island_10.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0pt 0pt 10px 10px; float: right; cursor: pointer; width: 320px; height: 219px;" src="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/ScPEaBgQXNI/AAAAAAAAAEw/P1gRSwqsVtc/s320/Socotra_Island_10.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5315307936586685650" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family: georgia;font-size:100%;" &gt;&lt;span class="content"&gt;Όταν ο Α. ξύπνησε κανένας δεν είχε αλλάξει θέση. Στέκοταν όλοι απαράλλαχτοι, γονατιστοί και τα κεφάλια ανάμεσα σε σουρωμένους ώμους. Δεν πρέπει να’ χε κοιμηθεί ούτε δέκα λεπτά. Ίσως πάλι και να’ χαν περάσει εικοσιτέσσερεις ώρες⋅ να’ χε ξημερώσει και βραδιάσει ξανά. Η χόβολη κάπνιζε. Ο αέρας είχε πέσει. Τον κοιτούσαν όλοι με μάτια γουρλωμένα. Ένιωθε πως κάτι έπρεπε να πει, αλλά ήταν το μυαλό του άδειο. Κόμπιασε ντροπιασμένος. Σφίχτηκε. Απάντησε ο εαυτός του αμέσως, «δεν φαίνονται ‘κείνα από ‘δω. Όσο κι αν στενεύεις τα βλέφαρα δε φαίνονται». Ο Α. δεν άκουσε τίποτα απ’ όλα αυτά. Είχε ανάμεσα απ’ τα λόγια του ανάψει ένα ακόμα στριφτό και το ‘χε λαίμαργα ρουφήξει. Γλάρωναν τα μάτια του. Σιγά σιγά είχε ξαπλώσει μπρούμυτα κι όταν έφτασαν οι πρώτες ψιχάλες -είχε από ώρα αρχίσει να κλείνει ο ουρανός- τον νανούρισαν χτυπώντας τον στην πλάτη και στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Πριν αποκοιμηθεί εντελώς άκουσε ξαφνικά φτερουγίσματα. Δεν έδωσε σημασία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν σήμερα, ή κάποια μέρα απ’ αυτές, θα έκλεινε τα τριάντα επτά. Κι αυτό βέβαια στο περίπου το μετρούσε, όπως και τις μέρες. Θα ‘ναι πέντε μήνες τώρα που ταξιδεύει. Κι αυτός κι άλλοι. Έχει ένα μικρό κομμάτι χαρτί στην τσέπη κι ένα μολύβι φαγωμένο στην μια άκρη με το σουγιά και στην άλλη με τα δόντια του. Τραβάει μια γραμμή για κάθε μέρα που ξυπνά. Σίγουρα θα ‘χει χάσει κάμποσες. Άλλες φορές κοιμάται μέρα και ταξιδεύει νύχτα, άλλες φορές τ’ ανάποδο. Άλλες πάλι δεν κοιμάται καθόλου. Δύσκολο να τραβήξει τις γραμμές του μ’ ακρίβεια έτσι. Ο Α. όμως, άθελά του, γιορτάζει απόψε, είναι δεν είναι η μέρα η σωστή. Κατσικάκι στη χόβολη. Τρυφερό. Μοσχοβολιστό. Ύστερα ένα τσιγάρο, να μουδιάσει λίγο κι αν προλάβει να κοιμηθεί μέχρι το πρώτο φως. Η χόβολη τονώνεται στο βοριαδάκι που σηκώνει η ερημιά⋅ το πορτοκαλί φως μακραίνει το πρόσωπό του σαν φλόγα σε κερί φτερουγισμένου ερημίτη. Το στριφτό τού κρέμεται απ’ τα χείλη κι ο καπνός τυλίγει κοιμισμένους και ξύπνιους, νεκρούς και ζωντανούς. Ξεφυσάει. Γέρνει λίγους πόντους μπροστά και ξαναρουφά απ’ τη μύτη ότι μόλις είχε διώξει απ’ το στόμα. Δυσκολεύεται να δει καλά, τα μάτια του τσούζουν και το κεφάλι είναι πιο βαρύ απ’ το -πρώτη φορά- γεμάτο στομάχι του. Κάποιοι έχουν πάρει κοτρώνια για προσκέφαλο, άλλοι έχουν χωθεί στην ψιλή άμμο, άλλοι σκεπάζονται ο ένας με το κορμί του διπλανού, μερικοί δεν κοιμούνται ακόμα. Στη μυρωδιά του κρέατος κάτι πουλιά φτεροκοπάνε πάνω απ’ τα κεφάλια τους και κάθονται δίπλα τους. Δειλά στην αρχή. Ύστερα θρασύτατα. Δεν τα διακρίνεις μες στο σκοτάδι, μόνο μάτια κόκκινα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απ’ το σινάφι του κανέναν δεν έχει φίλο. Πιο πολύ θα’ λεγες με το σκυλί κάνει παρέα παρά με τους ανθρώπους. Και με την κόρη του -φυσικά. Με τους υπόλοιπους λίγες κουβέντες και καλές. Γι’ αυτό όλοι τον έχουν περί πολλού, είναι κι ο μόνος που ξερει δυο λέξεις αγγλικά. Το στριφτό έχει σχεδόν σωθεί και η κάφτρα πυρώνει πολύ κοντά στα χείλη του. Η μικρή κοιμάται εδώ και ώρα πάνω στο σκύλο. Τα σκούρα μαλλιά της μπερδεύονται με το βρώμικο τρίχωμα του ζώου. Οι ανάσες τους συγχρονίζονται. Ο Α. στραγγίζει το παγούρι του από την τελευταία γουλιά νερό, το τινάζει στο ανοικτό του στόμα και σκουπίζει τα χείλια του στο μανίκι του. Ύστερα παίρνει αγκαλιά το σάκο του και κλείνει τα μάτια για δεύτερη φορά. Με τα μάτια κλειστά απλώνει το χέρι και ψάχνει την πλάτη του κοριτσιού. Σκεπάζει το παιδί μ’ ενα γαλάζιο κομμάτι νάυλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον ύπνο του είδε τον εαυτό του από ψηλά, να κάθεται στην αργιλένια άμμο της Καλανσία. Οι κορμοράνοι έρχονταν σε μεγάλα σμήνη απ’ το Αρ Αρ. Ορμούσαν με φόρα στο νερό, κολυμπούσαν φτιάχνοντας μαύρες κηλίδες στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο καθιστός εαυτός του σηκώθηκε. Κοίταξε, με το χέρι αντήλιο, προς τ’ ανοιχτά. Δίπλα του περπάταγε -με το νερό ως τη μέση- ένας ψαράς. Μελαψός, αξύριστος, με βλέμμα υποταχτικό, ίδιος ο Α. κι αυτός. Έσερνε τον καλαμένιο κιούρτο του κόντρα στο ρεύμα. Περνούσε ανάμεσα απ’ τους κορμοράνους πισωπατώντας. Εκείνοι ατάραχοι. Δεν κοίταγε στον κιούρτο να δει αν έπιασε τίποτα, παρά κράταγε σταθερά στραμμένο το βλέμμα στο πλάι πάνω απ’ τον ώμο του και πήγαινε. Η επόμενη στιγμή θα τον έβρισκε στ’ ανοιχτά, με πόδια ξυλοπόδαρα καρφωμένα στο μαύρο του βυθού, να σέρνει ακόμη τον άδειο κιούρτο του και ξαφνικά, να’ το, πιάνεται στο στόμα του καλαθιού μια μεγάλη φάλαινα με μελαγχολικά μάτια. Το κήτος χτύπησε την ουρά στο νερό με δύναμη, ν’ απελευθερωθεί. Οι κορμοράνοι ξεσηκώθηκαν με τρομαγμένες φωνές και φτερουγίσματα. Ο ψαράς τη χάιδεψε στη ράχη. Εκείνη ηρέμησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μουσκεμένος μέχρι το μεδούλι στον ιδρώτα του. Το στόμα του κατάξερο, με μια στυφή γεύση από καπνό. Ακούει πόδια να σέρνονται στο χώμα και κάτι ν’ αλυχτά. Χοντρές στάλες παίζουν ταμπούρλο στις πορτοκαλιές τρίχες του κεφαλιού του. Κοιτά γύρω του φοβισμένα, με τα μάτια μισάνοιχτα στο σκοτάδι. Αρπάζει στο χέρι μια πέτρα.&lt;br /&gt;«Αν σας πάρει το μάτι μου σκατόζωα, θα σας κάνω να στενάξετε», λέει με μισόκλειστο το στόμα.&lt;br /&gt;Συνεχίζει να ψάχνει με το βλέμμα, ενώ ζυγίζει την πέτρα καλά καλά στην παλάμη του. Κοιτά το παιδί σκεπασμένο με το νάυλον. Αναστενάζει με ανακούφιση, σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του με την ανάστροφη της παλάμης του, σέρνεται με τον κώλο ως μια συστάδα από φρύγανα και ξύνει την πλάτη κόντρα στα κλαριά τους. Ξαναγυρνά εκεί που το κορμί του είχε αφήσει μια στεγνή στάμπα στο χώμα. Αποκοιμιέται. Συνέχισε να βρέχει για ώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξημερώνει κι ούτε το καταλαβαίνεις από τη πηχτή πάχνη που καλύπτει τα πάντα. Εκείνος, ακόμη στην ίδια στάση, δεν μοιάζει να ενοχλείται ούτε από το μουσκεμένο στρωσίδι του, ούτε από τη λάσπη που ‘χει θάψει τα δάκτυλά του. Η χόβολη καπνίζει σαν σβηστό ηφαίστειο. Μια λιμνούλα έχει σχηματιστεί αριστερά της. Σηκώνεται και σπρώχνει το σκύλο από δίπλα του. Κυρτώνει την πλάτη του, την ανασηκώνει από το έδαφος και στηριζόμενος στο κεφάλι και τις φτέρνες τεντώνεται. Μετά αφήνεται να ξαναπέσει στο νοτισμένο χώμα, χώνει το χέρι στην τσέπη, ψαχουλεύει. Τίποτα. Σηκώνεται. Ξεσκονίζεται σε γόνατα κι αγκώνες. Η λάσπη γράφει λοξές γραμμές χαμηλά στο παντελόνι του. Από χθες δε τον νοιάζει να κοιτά πάνω απ’ τον ώμο του ή σκυφτός μέσα από το φύλλωμα ενός θάμνου ή από το στενό άνοιγμα κάποιας πόρτας. Όρθιος πια τινάζει την υγρή σκόνη από τα τριμμένα πέτα του σακακιού του. Είναι πια η σκόνη δέρμα του κι αυτός η ψυχή της. Κι όπως την τινάζει από τα πέτα του είναι σαν να διώχνει φίλο καρδιακό. Βλασφήμια κι ατιμία. Σαν το παιδί κλαίει, με κοφτά αναφιλητά. Γεμίζουν τα μάτια του ως απάνω με δάκρυα και ακουμπάει πίσω τα χέρια να στηριχτεί στα βράχια. Κλαίει και μαζί του κράζουν ρυθμικά κίσσες απ’ τα δέντρα στο βάθος. Νιώθει απ’ τις κόχες να βγαίνει σκόνη που του ‘γδερνε τα βλέφαρα από μέσα. Κάνει δυο αργά βήματα και περνά μετεωριζόμενος πάνω από το παιδί. Τραβά στοργικά το φτηνό δερμάτινο σάκο από κάτω απ’ το μελαχρινό κεφαλάκι της, ανοίγει την μπροστά θήκη, βάζει το χέρι μέσα βαθιά. Τραβά από μέσα ένα τόσο δα σακκουλάκι. Τσιμπάει ευλαβικά με δυο δάκτυλα μια τούφα πράσινο ξερό χόρτο, το περνά κάτω απ’ τη μύτη του και το τυλίγει σε ένα κακοσκισμένο χαρτί. Το μυρίζει. Προτείνει δειλα τη γλώσσα κι γλείφει την άκρη να κολλήσει.&lt;br /&gt;Όταν το χέρι του ξαναβουτά και βγαίνει στο φως βαστά έναν αναπτήρα. Ξεμακραίνει πέντε-έξι βήματα, με τον άνεμο στην πλάτη. Βρίσκει απάνεμο σ’ ένα χορταριασμένο βράχο, κλείνει τον αναπτήρα στη χούφτα του και δοκιμάζει κάμποσες φορές μέχρι ν’ ανάψει. Παίρνει δυο γρήγορες τζούρες να ζωηρέψει η φλόγα κι ύστερα μια μακριά, βαθιά εισπνοή από το μυρωδάτο καπνό που του κρύβει το πρόσωπο. Τσούζουνε τα μάτια του. Σφίγγει τα βλέφαρα. Τα χείλη του χαμογελάνε στις άκρες. Θυμάται τη σβηστή χόβολη. Γυρνά με μια έκφραση βαριεστημένη πίσω και μαζεύει στο λινάρι όλα τα κομμάτια καρβουνιασμένου ξύλου που είχαν απομείνει. Οι υπόλοιποι ξυπνάνε. Διακρίνει τις θαμπές τους φιγούρες να τεντώνονται, ν’ ανασηκώνονται, να ξυπνά η μια την άλλη χτυπώντας την στην πλάτη⋅ ύστερα θαμπά μουρμουρητά. Το τσιγάρο ακροβατεί στην άκρη του κάτω χείλους του. Δένει το ύφασμα από τις τέσσερις γωνίες σ’ ένα πουρνάρι, βλαστημά που ‘ναι μούσκεμα, στίβει ανόρεκτα το κάτω μέρος, τρέχουν κάτι νερά. Τ’ αφήνει εκεί και στρώνεται ξανά στο απάγκιο του. Έχει πάρει το βράχο αγκαλιά με τα δυο χέρια και κάνει βαθιές τζούρες απ’ το στριφτό του. Κλειδώνει το βλέμμα του σε μια συστάδα φρύγανα που ξεφυτρώνουν από μια χαραμάδα. Τα κοιτά επίμονα. Η εικόνα τους θολώνει, καθαρίζει, ξαναθολώνει. Τα κοιτά και δεν τα βλέπει.&lt;br /&gt;Γύρω του μαζεύεται και μια παρέα κίσσες, με κοντούς λαιμούς, λαμπερό μάυρο φτέρωμα κι άσπρες μακριές ουρές. Φτιάχνουν έναν κύκλο γύρω του. Κάνει κρύο. Τον ήλιο μόνο τον μαντεύεις. Δίπλωσαν λοιπόν τα φτερά τους σταυρωτά γύρω από το σώμα τους και τριβόντουσαν να ζεσταθούν. Ο Α. δεν έμοιαζε να κρυώνει κι ας κύλαγε ακόμη νερό από τη μπροστινή τούφα των μαλλιών του στο μέτωπό του. Μιμείται το πέταγμα πουλιού ανοίγοντας τα χέρια δεξιά κι αριστερά του και παλατζάροντας μπρος πίσω. Κάνει μια μικρή παύση στο παιχνίδι να αποτελειώσει με μια τζούρα το στριφτό και ξεφυσά λιγοστό καπνό. Ένιωθε το νησί να στροβιλίζεται. Το κεφάλι του ν’ ελαφρώνει. Όλα γύριζαν κι άλλαζαν χρώματα σαν λούνα πάρκ. Τον τάραξε κάπως ένα σύρσιμο στο χώμα κι αυτός ο ήχος⋅ σαν να ξέσκαβαν τη γη. Το φως  λιγοστό. Άκουγε μόνο ράμφη ν’ ανοιγοκλείνουν και γλώσσες να πλαταγίζουν. Τα μάτια του δεν ξεχώριζαν σχεδόν τίποτα στο σκοτάδι. Ακούμπαγε εδώ κι εκεί προσεκτικά μη καεί. Οι ήχοι ήταν κοντινοί κι επέμεναν. Άκουσε κόκκαλα να σπάνε. Γύρισε ύστερα στο ένα πλάι, φάτσα στο πέλαγος. Δυο βήματα μπροστά του χαράσσονταν μια απόκρημνη ακτογραμμή από πορώδη βράχια. Έφερε το κεφάλι του πάνω από το κενό και μπρούμυτα όπως ήταν πια τραβήχτηκε όσο πιο έξω γινόταν. Μισός στο βράχο, μισός στον αέρα. Τον χτύπαγε καταπρόσωπο ο αέρας⋅ που και που του ‘ρχονταν μαζεμένες ριπές θαλασσινού νερού στα μούτρα. Ψαχούλεψε στη δεξιά του τσέπη και έβγαλε ένα νοτισμένο στριφτό. Απ’ την άκρη του τσιγάρου κρέμονταν κάτι πρασινάδες. Το κράτησε στο στόμα, παίζοντας τις πρασινάδες με τη γλώσσα του. Στο πρόσωπό του απλώθηκε μια παιδική γαλήνη. Έμεινε έτσι για ώρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΥΓ. Τα τοπωνύμια αναφέρονται στο νησί της Σοκότρα, ανοικτά της Υεμένης.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-7723685271123717633?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/7723685271123717633/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=7723685271123717633' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/7723685271123717633'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/7723685271123717633'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2009/03/blog-post.html' title='καπνίζοντας πατ'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/ScPEaBgQXNI/AAAAAAAAAEw/P1gRSwqsVtc/s72-c/Socotra_Island_10.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-8775389296474574057</id><published>2009-02-01T11:31:00.001Z</published><updated>2009-02-01T11:34:48.022Z</updated><title type='text'>lupus requiem</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SYWIsjq34VI/AAAAAAAAAEY/aYXaqU8LEp0/s1600-h/Basquiat-saint.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; display: block; text-align: center; cursor: pointer; width: 320px; height: 148px;" src="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SYWIsjq34VI/AAAAAAAAAEY/aYXaqU8LEp0/s320/Basquiat-saint.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5297790835741942098" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span class="content"&gt;...&lt;span style="font-style: italic;"&gt;παραμύθια για ενηλίκους&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΣΤΙΣ ΧΟΥΦΤΕΣ ΤΟΥ και τα νύχια παραχώνονταν στο κίτρινο χαρτί. Βάδιζε με δυσκολία, κόντρα στον αέρα. Οι νιφάδες απ’το χιόνι κολλούσαν στα μουστάκια του, έμπλεκαν στις τρίχες του στήθους του, άφηναν μικρές υγρές κηλίδες στο λεπτό φάκελο. Είχε ρίξει στους ώμους του το κατακόκκινο πανοφώρι της Κοκκινοσκουφίτσας. Το μόνο που του απέμεινε από εκείνη τη θλιβερή ιστορία. Του πήρε μήνες να χωνέψει τις πέτρες που του’βαλαν στην κοιλιά. Τον πνιγμό τον γλίτωσε στο παρά πέντε. Ούτε να το θυμάμαι δε θέλω, έλεγε. Άλλη μια πληγή στο γέρικο κορμί. Άλλη μια φρικτή αποτυχία στο παλμαρέ μου. Το φορούσε ανάποδα, με τη σκούρα φόδρα προς τα έξω. Και το πανοφώρι του ’πεφτε μικρό. Κι όλο δυνάμωνε ο αέρας. Κρύος, κρύσταλλο. Κι αυτό το χιόνι πέφτει ασταμάτητα μια βδομάδα τώρα. Στο διάολο! Ποτέ δε μου ταίριαξε αυτός ο ρόλος. Ξένο δέρμα. Αυτά μονολογούσε. Και τα κιτρινισμένα, απ’το τσιγάρο, νύχια παραχωμένα στον κίτρινο φάκελο. Είχε νοτίσει για τα καλά και το μπλε μελάνι στη μια πλευρά είχε μουντζουρωθεί. Με τα βίας διέκρινε την παιδική γραφή: Προς τον κύριο Κακό Λύκο ή κάτι τέτοιο. Κι ενώ περιπλανιέται ασκόπως σε τούτη την τούνδρα μήνες, κι ενώ κανείς δεν τον έχει βρει να τον ενοχλήσει, ξαφνικά ένα γράμμα. «Κοιμήθηκα κάτω από εκείνο το βράχο», προσπαθεί να θυμηθεί, «πιο πάνω απ’το ποτάμι». «Λίγο υγρό, αλλά απάγκιο. Με ξύπνησε το φως. Το μαρτύριό μου. Κάθε πρωί να μου καίει τα βλέφαρα. Με ξυπνά και δε μ’αφήνει να πλαγιάσω πριν κρυφτεί ξανά αργά τη νύχτα. Για την τούνδρα είναι κακή εποχή, δεκατέσσερεις ώρες μέρα γαμώτο!» Βρίζει. Ένας πρωτότυπος Σίσυφος, ένας νεόκοπος τάλας Προμηθέας. «Ένας δούλος των ανθρώπων, στην υπηρεσία των εκκολαπτόμενων τιμωρών μου, σας πρόσφερα τη φλόγα των παραμυθιών και κάθε μέρα μου ξεριζώνεται η ψυχή». Φαύλος κύκλος. «Τι έλεγα; Α! Κι όπως ανοίγω τα μάτια, δίπλα μου στηριγμένο σε μια πέτρα καλυμένη με βρύα, ένας φάκελος». Παραλήπτης ο ίδιος, ετεροπροσδιοριζόμενος ως Κακός Λύκος. Χωρίς γραμματόσημο, με μια μικρή επιγραφή Εταιρία κοινωνικής εξυπηρέτησης: ο Αχρείαστος τυπωμένη στην πάνω δεξιά γωνία. Δεν έκανε να τον ανοίξει. Του φάνηκε περίεργο, αλλά το αντιμετώπισε όσο αδιάφορα αντιμετώπιζε οτιδήποτε τον τελευταίο καιρό. Πήρε το φάκελο στα χέρια κι άρχισε να βαδίζει. Το αυτό κάθε μέρα, βάδιζε, σταματούσε σ’όποιον τηλεφωνικό θάλαμο πετύχαινε στο δρόμο του, έκανε το καθιερωμένο τηλεφώνημα, ωρυόταν, ξανακρέμαγε απογοητευμένος τ’ ακουστικό στη θέση του, βάδιζε. Μισότρωγε κάτι βρύα και λειχήνες που μεγάλωναν στο κάτω μέρος απ΄τις πέτρες. Με υφή γλοιώδη, χωρίς γεύση. «Δε χορταίνεις μ’ αυτά», σκεφτόταν. «Δε ξέρω όμως αν θέλω να μπήξω τα δόντια μου σε ζωντανή σάρκα ξανά. Τι να πώ; Εκφυλίστηκα. Τι μου μένει;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα βρω επιτέλους ένα θύμα. Να κλείσω τον κύκλο μου μ’επιτυχία. Να επιβεβαιώσω τον ετεροπρσδιορισμό μου. Δεν θα το επιτρέψω να ξαναγίνω το θύμα κανενός γλυκανάλατου παραμυθιού». Έτσι αποφάσισε. Τρεις μέρες πριν. Στήθηκε στο καρτοτηλέφωνο στην άκρη της παγωμένης λίμνης. Άνοιξε το χοντρό τηλεφωνικό κατάλογο, σελίδα τέσσερα τρία επτά, τυχαία. Έβαλε το δάκτυλο σε ένα σημείο της σελίδας: Sterrling, Karl, Sussex, United Kingdom. «Τ’αγγλικά μου είναι χάλια». Ξανά. Σελίδα έξι τρία τρία. Κάτι γραμμένο με ιδεογράμματα. Ξανά. Διαλέγει στην τύχη. Κοιτά: Ζαβλανός Βασίλης, Καλλιθέα, Ελλάδα. Το καλοσκέφτηκε, θα’ναι βράδυ τώρα στη μικρή χώρα της ανατολικής Μεσογείου. Πληκτρολόγησε τον αριθμό. Καλεί. Ένα χτύπημα, δεύτερο, στο τρίτο απάντησε η φωνή μικρού κοριτσιού. Η μικρή Βάλια, το’ξερε. Άστραψε το βλέμμα του. «Είμαι ο Κακός ο Λύκος, θα σε φάω Βάλια! Θα μπήξω τα μεγάλα δόντια μου στην πλάτη σου να τρέξει αίμα! Να με φοβάσαι. Είμαι άγριος, μαύρος, τριχωτός», ξεστόμισε με μανία. Η άγνοια φόβου του παιδιού τον ρώτησε γιατί. «Γιατί; Τι γιατί;» Της ξανασυστήθηκε. Η μικρή του έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα. «Φοβήθηκε», μουρμούρισε χαμογελώντας. Ξαναπηρε τηλέφωνο. «Τώρα θα την αποτελειώσω», αποφάσισε. Όταν σήκωσε το τηλέφωνο το ανυπεράσπιστο μειράκιο, εκείνος του απαρίθμησε τους άθλους του κατά τι παραχαραγμένους. Έφαγα τη γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας, ξέσκισα τα μικρά κατσικάκια, έφτιαξα τρυφερά μπριζολάκια από τα τρία γουρουνάκια και άλλα τέτοια. Εκείνη με τη σιγουριά αρματωμένου κυνηγού του γκρέμιζε κάθε εξιστόρηση. Κατέβασε τ’αυτιά του ο Λύκος. Με αργές κινήσεις έβαλε το ακουστικό στη θέση του, χαμήλωσε το κεφάλι, αναστέναξε. Φόρεσε τη στενή κουκούλα να προστατεύσει το ολοένα αραιούμενο τριχωτό της κεφαλής του και άρχισε να βαδίζει στο χιονιά. «Σκατά, ούτε ένα τόσο δα κοριτσάκι δε με φοβήθηκε». Βλαστήμησε προχωρώντας στο κρύο. Χώθηκε σε μια σπηλιά να σκεφτεί. Το νούμερο του τηλεφώνου στριφογύριζε στο μυαλό του. «Δεν το βάζω κάτω», είπε. «Θα δείξω εγώ του μυξιάρικου τι σημαίνει φόβος». Καρτερικά περίμενε να περάσει ένα εικοσιτετράωρο, έπρεπε να είναι βράδυ όταν θα ξανάπαιρνε τηλέφωνο. Με το πλήρωμα του χρόνου ξεκίνησε. Κρύωνε. Ζέσταινε με το χνώτο του τα τριχωτά του χέρια. Στο ξέφωτο πιο πέρα απ’τη σπηλιά βρισκόταν ένας κατακόκκινος βρετανικός τηλεφωνικός θάλαμος. Προσπέρασε τα ξεγυμνωμένα δέντρα, μπήκε βιαστικά στο θάλαμο, σχημάτισε τον αριθμό. «Η μικρή μ’αιφνιδίασε». «Ο Κακός Λύκος;» ρώτησε. Βρήκα πάτημα και της είπα: «Με θυμήθηκες, λοιπόν. Άρα θα θυμήθηκες και το παραμύθι με τα τρία γουρουνάκια. Όπως έφαγα εκείνα θα φάω κι εσένα! Τα είχα κλείσει στο σκοτεινό μου υπόγειο. Τρέμαν απ’το φόβο τους. Έτρωγα ένα κάθε μέρα. Κλαίγανε τα άλλα, με παρακαλάγανε να μη τα σκοτώσω. Εγώ όμως τα σκότωσα και τα τρία!» «Τώρα την αποτελείωσες», είπε επιδοκιμαστικά στον εαυτό του. Μειδίασε. Το βρωμόπαιδο όμως του είπε θρασύτατα πως ούτε αυτό ισχύει. Μάλιστα κάτι είπε και για το θάνατό του, το Ράμπο και τέτοια. Όμως δεν μπορούσε να πει με σιγουριά. Κάτι η απογοήτευση, κάτι ένας κόμπος ξαφνικός στο στομάχι, κάτι η κακή γραμμή, δεν άκουσε. Κλείσανε. «Δεν πάει άλλο», είπε αποφασιστικά το παρηκμασμένο σαρκοβόρο. Ξαναπαίρνει τηλέφωνο και πριν καν ακούσει λέξη στην άλλη άκρη του σύρματος, περνά στην επίθεση. «Θα καρφώσω τα δόντια μου στις σάρκες σου, θα σε φάω ζωντανή! Θα φάω τη μαμά και το μπαμπά σου! Είμαι ο Κακός Λύκος! Άγριος! Μαύρος τριχωτός και με μυτερά δόντια!» Στέγνωσε το στόμα του απ’τις φωνές. Ξεροκατάπιε. Σιωπή στο ακουστικό. «Θα κατουρήθηκε απ’το φόβο της», σκέφτηκε. Το τηλέφωνο έκλεισε. Βγήκε απ’το θάλαμο. Κατέβασε τη στενή κουκούλα, αποτίναξε την κάπα απ’τους ώμους, φούσκωσε το στήθος. Κύριος του εαυτού του. Η Αυτού Μεγαλειότης ο Κακός, ο Κάκιστος Λύκος. Του άρμοζε. Άφησε τον αέρα να βγει απ’τα πνευμόνια του. Κοίταξε κλεφτά προς τον κόκκινο θάλαμο να βεβαιωθεί πως δεν χτυπά το τηλέφωνο. Μάζεψε το φτενό πανοφώρι με μια γρήγορη κίνηση και άρχισε να βαδίζει, σα να μη φοβάται το κρύο πια. Βήμα το βήμα, στητός, υπερήφανος, κάκιστος. «Η Αυτού Κακειότης», αναφώνησε. «Ωραίο!» Εκατό μέτρα μετά, διστακτικά, πέρασε το πανοφώρι στους ώμους. «Ψιλοκρύωσα», σκέφτηκε. Παρακάτω φόρεσε την κουκούλα, έσκυψε λιγάκι, μαζεύτηκε να μην τον χτυπά κατάστηθα η χιονοθύελλα. «Δεν έχω και κανένα γαμώτο. Να με δει καμαρωτό, να του διηγηθώ το κατόρθωμά μου». Αυτά αναλογιζόταν. Σιγά σιγά η ατρόμητη φιγούρα του μάζευε, το χαμόγελο στο στόμα έσφιγγε, η σκέψη του σκοτείνιαζε. «Και τι νομίζεις τελικά πως κατάφερες μαλάκα; Έκανες ένα κοριτσάκι τόσο δα να φοβηθεί. Και λοιπόν;» Αυτοανακρινόταν. Βρήκε ένα γυρτό βράχο κοντά στο ποτάμι. Χώθηκε στη σκιά του. Κάθισε ανακούρκουδα. Καθάρισε το χιόνι με τα χέρια του, ίσιωσε την ουρά, ακούμπησε την πλάτη του στο κρύο πέτρωμα, μούντζωσε τον εαυτό του όσο πιο εμφατικά μπορούσε. «Είσαι γελοίος, αυτό είσαι. Επιβεβαίωσες την ανυπαρξία σου. Πάλι καλά που η Ελλάδα απέχει κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα από αυτό το σκατομέρος, αλλιώς θα σου’τρωγε τη σπλήνα ο πατέρας της μικρής. Θα κλαίει τώρα στην αγκαλιά του κι εκείνος θα ετοιμάζεται να κατεβάσει τ’όπλο του από το πατάρι. Θα μπλέξεις, κοίτα να δεις που πάλι θα μπλέξεις», μονολογούσε. Δεν είχε συναντήσει ψυχή ζώσα σ’αυτά τα μέρη. Έγλειψε με τη σκληρή του γλώσσα τον πάγο από την άκρη του βράχου, έτρεξε λίγο νερό στο στόμα του με τα χαλασμένα δόντια. Πονέσαν τα ούλα του, αναπόλησε τους πάλαι ποτέ ένδοξους κυνόδοντές του, μελαγχόλησε πάλι, κουλουριάστηκε κι έκλεισε τα μάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως κόπασε κάπως ο αέρας κι οι νιφάδες δεν του έμπαιναν στα μάτια είπε να το ανοίξει το γράμμα. Να δει ποιος τον θυμήθηκε. Έκατσε σ’ένα βράχο στην όχθη της παγωμένης λίμνης. Έβαλε τα πόδια του σ’έναν άλλο μικρότερο. Λες να ήταν τυχερός και να’ταν τίποτα εισητήρια γυρισμού; Είχε έρθει μήπως η ώρα ν’αποκατασταθεί η φήμη του, που την καταράκωναν όλα αυτά τα αισχρά παραμύθια; «Ας δούμε», είπε. Έσκισε μ’ευκολία το βρεγμένο φάκελο. Δυσκολεύτηκε να ξεδιπλώσει το χιλιοτυλιγμένο χαρτί. Τα χέρια του τρέμαν τον τελευταίο καιρό. Κάτι το ψύχος, κάτι το γήρας. Το άνοιξε. Το κράτησε με τεντωμένα χέρια όσο μακρύτερα από τα μάτια του. Αρχές πρεσβυωπίας. Άρχισε να διαβάζει. Τα μάτια γούρλωναν καθώς περνούσε τις αράδες. Έτριψε τη μύτη του. Ξανάρχισε από την αρχή. Ξανά και ξανά. «Απίστευτο», ψέλισε. Άλλη μια ανάγνωση και τ’άφησε να πέσει στο χιόνι. «Δεν πιστεύω όσα λες, ξέρω ότι είσαι μόνος και τα βράδια κλαις», σιγομουρμούριζε. «Ξέρω ότι είσαι μόνος και τα βράδια κλαις». Δε σταμάταγε. Μόνο κάποια στιγμή ορθώθηκε, σήκωσε το βράχο που ακούμπαγε τα πόδια του και με δύναμη τον πέταξε στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης. Άνοιξε μια τρύπα στον πάγο. Τη μεγάλωσε λίγο κλωτσώντας. Έκοψε την πατούσα του. Αδιαφόρησε για το αίμα. Σήκωσε το γράμμα από κάτω, τίναξε το χίονι, το κούνησε λίγο στον αέρα σα να’θελε να το στεγνώσει. Σήκωσε και τα κομμάτια του σκισμένου φακέλου. Προσπάθησε να ξαναδιπλώσει το χαρτί και με λεπτές κινήσεις να το ξαναχώσει στο φάκελο. Το τρέμουλο δεν τον βοηθούσε. Κύριος του εαυτού του για μια στιγμή, τα κατάφερε. Έκλεισε το φάκελο όσο καλύτερα μπορούσε και τον απίθωσε στον λείο πάγο. Πήρε στην αγκαλιά του το μεγάλο βράχο στον οποίο μέχρι προ ολίγου καθόταν. Με μικρά μικρά βηματάκια έφτασε ως την τρύπα που έφτιαξε. Κοίταξε το φάκελο. «Ο παραλήπτης δεν κατοικεί σε τούτη τη διεύθυνση πια», είπε με σοβαρή, ατάραχη φωνή και βούτηξε αγκαλιά με το βράχο του στο νερό.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-8775389296474574057?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/8775389296474574057/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=8775389296474574057' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8775389296474574057'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8775389296474574057'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2009/02/lupus-requiem.html' title='lupus requiem'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SYWIsjq34VI/AAAAAAAAAEY/aYXaqU8LEp0/s72-c/Basquiat-saint.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-5992835586183917280</id><published>2008-12-12T20:24:00.001Z</published><updated>2008-12-12T20:26:36.316Z</updated><title type='text'>Ραφήνα (4 προς 5 Δεκεμβρίου του 2008)</title><content type='html'>&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:normal"&gt; &lt;br /&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="right" style="text-align:right;line-height:normal"&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;&lt;span lang="EL" style="font-size:10.0pt; mso-bidi-font-size:11.0pt"&gt;λογοτεχνία όπως τη γέννησε ο ανήσυχος ύπνος της Ρ&lt;span style="mso-spacerun: yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" align="right" style="text-align:right;line-height:normal"&gt;&lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;&lt;span lang="EL" style="font-size:10.0pt; mso-bidi-font-size:11.0pt"&gt;&amp;amp; την μασκάρεψε (ψυχαναλύοντας ποιόν τελικά;) ο γράφων. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:normal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Επίσκεψη (κοινωνικά επιβεβλημένη; χαλαρά αυθόρμητη; μήπως αμήχανα αυθύπαρκτη;) στη Ραφήνα. Εκεί είναι διάφοροι. Είναι και δυο μωρά&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family:Symbol;mso-ascii-font-family:Calibri;mso-hansi-font-family: Calibri;mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;&lt;span style="mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt; ενα ξανθό, ένα μελαχροινό (&lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;this blog declares that it is an equal opportunities employer&lt;/i&gt;). Το ξανθό είναι δικό της, και, πόσο εκνευριστικά άνετα το κρατά ψηλά στον αέρα (τα δάκτυλα των ποδιών της δεν ακουμπάνε καν στα σανίδια) κάτω από μια μαντεμένια εστία. Με το άλλο χέρι (το ζερβό) καθαρίζει το μαντέμι (κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο) παρόλο που είναι πεντακάθαρο. Τα μάτια μου δεν έχουν δάκρυα&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family:Symbol;mso-ascii-font-family:Calibri;mso-hansi-font-family: Calibri;mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;&lt;span style="mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt; τα μάτια που βλέπουν τα μωρά σε σχήμα φασολιού. Καμμία κίνηση, κανένα χαρακτηριστικό (δε μοιάζουν ούτε του μπαμπά, ούτε της μαμάς τελικά). Τίνος είναι το καθένα μπορούμε, λέει (ποιός μιλά όταν δεν μιλά κανείς;), να το βρούμε από τα επίθετά τους –αυτά είναι γραμμένα σε πορτοκαλί χαρτάκια που κρέμονται με κλωστή από το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού τους (του ζερβού).&lt;i style="mso-bidi-font-style: normal"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:normal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Το κουδούνι χτυπά, χωρίς να το έχουμε συνεννοηθεί ή να το γνωρίζω, ο Ρ (ο ένας ένα βήμα μπρος ή ο άλλος ένα βήμα πίσω;). &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;Από ‘δω η Ρ, από ‘δω η Ρ, &lt;/i&gt;κάνει τις συστάσεις κάποιος (γνωριζόσαστε ήδη από πάντα). &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:normal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Η ώρα περνά (όπως κάνει πάντα για να ‘ναι στην ώρα της). Πρέπει να φύγουμε. Εγώ έχω ένα μηχανακι. Μικρό. Ηλεκτροκίνητο. Χωρίς καθόλου δύναμη (θα δαγκωνόσασταν, ο ένας με τον άλλον, αν ήταν αλλιώς).Παρόλα αυτά παίρνω και τον Ρ και ξεκινάμε. Δικάβαλο. Ανάμεσά μας η βαλίτσα μου. Μικρή&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family:Symbol;mso-ascii-font-family:Calibri;mso-hansi-font-family: Calibri;mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;&lt;span style="mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt; όσο μια θήκη από περίστροφο (χωρίς περίστροφο, πάντως, αλλά οπλισμένη). Στο δρόμο ο Ρ θυμάται ότι ξέχασε τη δική του βαλίτσα. Γυρνάμε να την πάρουμε&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family:Symbol;mso-ascii-font-family: Calibri;mso-hansi-font-family:Calibri;mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family: Symbol"&gt;&lt;span style="mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt; την φορτώνω κι αυτή στο μηχανάκι. Δικάβαλο. Ανάμεσά μας οι δυο βαλίτσες μας. Η μικρή&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family:Symbol;mso-ascii-font-family: Calibri;mso-hansi-font-family:Calibri;mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family: Symbol"&gt;&lt;span style="mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt; κι η άλλη, η πολύ μεγάλη (πόσα μπαγκάζια μπορεί να σε φορτώσει ένα μπρος-πίσω;). Ο Ρ στριμώχνει κάπου κι ένα μπουκάλι ουίσκι. Ξεκινάμε πάλι. Στο δρόμο περνάμε πάνω από ένα γάντι&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family:Symbol; mso-ascii-font-family:Calibri;mso-hansi-font-family:Calibri;mso-char-type:symbol; mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;&lt;span style="mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family: Symbol"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt; μου λέει &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal"&gt;σταμάτα να πάρουμε το γάντι σου&lt;/i&gt;. Σταματώ. Θυμάμαι (μήπως καλύτερα &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;δεν ξεχνώ&lt;/i&gt;;) ότι είχε γίνει κουβέντα, που ήθελα να φύγω νωρίς, που δεν έχω μαζί μου γάντια, που καθώς θα σκοτεινιάζει ίσως κρυώνω. Δοκιμάζω το γάντι. Δεν είναι δικό (πόσα ξένα ζευγάρια γάντια αντέχεις να δοκιμάσεις μέχρι να καταλάβεις ότι τα δικά σου ήταν, απ’την αρχή, στις τσέπες του μπουφάν σου;). Τελικά ο Ρ λέει ότι είναι το δικό του γάντι. Φορτωμένοι συνεχίζουμε σε φαρδείς, φιδίσιους δρόμους. Άδειους δρόμους. Στην ανεπαίσθητη ανηφόρα το μηχανάκι λαχανιάζει. Κάποια στιγμή (στην ώρα της όπως πάντα) ο δρόμος γίνεται εντελώς κάθετος&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="font-family:Symbol; mso-ascii-font-family:Calibri;mso-hansi-font-family:Calibri;mso-char-type:symbol; mso-symbol-font-family:Symbol"&gt;&lt;span style="mso-char-type:symbol;mso-symbol-font-family: Symbol"&gt;×&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL"&gt; ενενήντα μοίρες. Τον ανεβαίνω σημειωτόν για τέλειωτη ώρα (τα πόδια σπρώχνουν πίσω το χρόνο). Ώρα αγωνίας (χωρίς ψήγμα πανικού;) που, κάποια στιγμή, παίρνει τέλος.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:normal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;Η πορεία συνεχίζεται (ως πότε; γιατί;) σε άλλους (σε ποιούς;) δρόμους.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:normal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:normal"&gt;&lt;span lang="EL"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-5992835586183917280?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/5992835586183917280/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=5992835586183917280' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/5992835586183917280'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/5992835586183917280'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2008/12/4-5-2008.html' title='Ραφήνα (4 προς 5 Δεκεμβρίου του 2008)'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-8854302581901011813</id><published>2008-12-02T16:53:00.001Z</published><updated>2008-12-02T16:55:45.721Z</updated><title type='text'>OXON*</title><content type='html'>&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align: right;line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'GFS Didot Regular';"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;*συνοδεύει όσους έχουν λάβει διδακτορικό δίπλωμα&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: right;line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'GFS Didot Regular';"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;(&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-style: italic;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;D.Phil.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;) από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-family: 'GFS Didot Regular';"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family:&amp;quot;GFS Didot Regular&amp;quot;"&gt;Στην πλάτη μου πάρκαρε μια κολόνα πάγου, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;σαν αυτές που έβαζε η νόνα μου στο ψυγείο &lt;/i&gt;μου λες, τόσο πολύ παλιά κι εγώ γυρνάω την πλάτη, τρίβομαι στο στρώμα, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;δια της τριβής η θερμότητα&lt;/i&gt;, οι κάργιες βροντάνε το κόκκινο τούβλο -λες να μπούνε μέσα; χώνω τη μούρη μου στο μαξιλάρι κι η παγοκολόνα ανεβοκατεβαίνει τη ραχοκοκκαλιά μου πάνω κάτω, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;από τον άξονα στον κόκκυγα&lt;/i&gt;, πάνω κάτω, κι όλο και μακρύτερες διαδρομές, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;από το ινιακό στα λαγόνια &lt;/i&gt;και το δάκτυλο κουνάει πάνω-κάτω, τα γυαλιά ισορροπούν στην άκρη της μύτης· βάζω τα κλάμματα· είμαι καβλωμένος· τί ώρα είναι; επτά ραμφίσματα στο τζάμι, τρίβομαι στο στρώμα, κι ένα μισό που κάνω πως δεν τ’ άκουσα, το κρεβάτι τρίζει, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;ατόφιος βρετανικός σφένδαμος&lt;/i&gt;, πάνω από το αριστερό μαξιλάρι -το δικό σου- μια βρυσούλα στάζει ζεστό νερό, πάνω από το δεξί -το δικό μου- μια άλλη ρίχνει βροχή το κρύο, τρίβομαι μια πιο γρήγορα μια πιο δυνατά, το κόκκινο λεωφορείο περνά μέσα από τη μικρή αυλή μου, έχω αργήσει, μα δεν σταματάω αυτό που κάνω, ο οδηγός φρενάρει να μην χτυπήσει την απλώστρα κι ανάβει φλας να ξαναβγεί στην άσφαλτο, το νερό από τη βρύση λιώνει τον πάγο που μ’ έχει καβαλήσει, παγώνει κι αυτό, ο οδηγός με ευχαριστεί με βαριά προφορά που δεν ανέβηκα, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;όταν τρώμε και τα δυο χέρια στο τραπέζι, τί ψάχνεις τάχα μου εκεί; αγκώνες κλειστοί, στα πλευρά&lt;/i&gt;, μη με μαλώνεις μαμά, θέλω να βγω από το δωμάτιο, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;μην περάσεις το μαρμαράκι&lt;/i&gt;, το μωσαϊκό κρύο και μου καίει τις πατούσες -από τη μέση και κάτω γυμνός, το πάπλωμα στεγνό, το μαξιλάρι στεγνό, το κεφάλι μου μούσκεμα, ο αποπάνω -έτσι το γράφει ο μαλάκας, μια λέξη- παίζει στο τέρμα την Ενάτη κι εγώ φαντάζομαι τον Στάνλεϋ να με ντύνει με λευκά ρούχα, μαύρες τιράντες, καπέλο και μπαστούνι για το γύρισμα, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;γαμήσου γαμιόλη μη σου καρφώσω κανά γαμημένο μαχαίρι στο μάτι&lt;/i&gt;, δεν είμαι πια καβλωμένος, ούτε πριν ήμουν, απλά θα ‘θελα να ‘μουν· φοβάμαι, είμαι ο αποκάτω· έχει ήλιο σήμερα, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;βλέπουν ήλιο και τρέχουν στα παγκάκια μ’ ανοικτά τα κουμπιά στα πουκάμισα, ουρές στα παγκάκια&lt;/i&gt;, παντού ουρές, τόσο κρύος αυτός ο ήλιος, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;ψυχρό και θερμό φως -ψυχροί και θερμοί όζοι&lt;/i&gt;, τυλίγομαι στο σεντόνι -το πάπλωμα πετάει στο ταβάνι, η τομή μου θέλει αλλαγή, μια χαρακιά στο λαρύγγι, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;πολυοζώδης βρογχοκήλη&lt;/i&gt;, σήμερα όμως δε βρέχει, τουλάχιστον δε βρέχει, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;εδώ ποτέ δε βρέχει&lt;/i&gt;, ποτέ, όντως, από το άλλο δωμάτιο μυρίζει γκάζι, τυλίγομαι με το σεντόνι και πατάω στο πάτωμα, στο άλλο δωμάτιο το φως είναι αναμμένο και το μπόιλερ κάνει θόρυβο, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;σε δέκα λεπτάκια-ένα τέταρτο θα ‘χει όσο νερό θες&lt;/i&gt;, το πάτωμα είναι στρωμμένο κατακίτρινα φύλλα, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;πλάτανος: το φύλλο του οποίου κοσμεί τη σημαία του Καναδά, &lt;/i&gt;με τα δάκτυλα του ποδιού ανασηκώνω μερικά να δω αν είναι αληθινά, από τα στόρια μπαίνει φως, οι κάργιες περιμένουν στο φράκτη, στην ουρά, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;αν δεν τα βάλεις τα μακαρόνια αμέσως κάτω από κρύο νερό κολλάνε -πώς το τρως αυτό το πράγμα πουλάκι μου&lt;/i&gt;; το τηλέφωνο καλεί ρυθμικά, ντριν-ντριν ντριν-ντριν, ύστερα η γραμμή πέφτει, σκατά, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;πώς θα μιλήσουμε σήμερα&lt;/i&gt;; μια απλώστρα, ένα πατάκι στο μπάνιο, α, και καθρέφτη, πιάτα, ποτήρια, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;όλα σου λείπουν&lt;/i&gt;, κοροϊδία, με κορόιδεψε και φορούσε στο χέρι χρύσο δαχτυλίδι με ψεύτικα μπριγιάν, στο δεξί, δεν ήταν στης καρδιάς, &lt;i style="mso-bidi-font-style:normal"&gt;πάλι καλά&lt;/i&gt;, ούτε κι οι λέξεις απ’ το στόμα μου βγαίνουν καλά, &lt;i style="mso-bidi-font-style: normal"&gt;μασάω τα ‘l’ Ρουθ, μασάω τα ‘l’ Τζούντυ&lt;/i&gt;, σκέφτομαι να πάρω πέτρες απ’ την αυλή μου και να παριστάνω το Δημοσθένη, τόσα όλα κι όλα τα γιατροσόφια που ξέρω.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-8854302581901011813?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/8854302581901011813/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=8854302581901011813' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8854302581901011813'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8854302581901011813'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2008/12/oxon.html' title='OXON*'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-6077773227202515604</id><published>2008-11-17T18:01:00.003Z</published><updated>2008-11-17T18:05:10.486Z</updated><title type='text'>Ερωτικό κι ανώφελο</title><content type='html'>&lt;div style="text-align: right;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="border-collapse: collapse; font-family: Verdana; font-size: 13px;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-style: italic;"&gt;όπως αναρτάται στην ιστοσελίδα του Μ. Φάις, στο Εντευκτήριο του Hotel Memory&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="border-collapse: collapse; font-family: Verdana; font-size: 13px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: justify;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="border-collapse: collapse; font-family: Verdana; font-size: 13px; "&gt;Τη ζηλεύω την πουτάνα (άρα την αγαπάω), ζει για το πάθος της, έτσι είναι, πουλιέται στον ένα και τον άλλον, το αναπνέει μ’ όλο της το δέρμα, για τους δυο μήνες που χτυπάνε οι φλέβες της, άντρας-γυναίκα δεν κάνει διαφορά, μόνο ο πυρετός της ένωσής τους, η εξάρτηση, μόνο αυτό μετράει, σμίγει το αίμα τους, όλα -τάχα μου- για το γέννημά της, μπερδεύονται ο ιδρώτας, οι βλέννες των κορμιών τους (σιχαμερά καβλωτικό), το οξυγόνο που εισπνέουν, την ακολουθώ με το βλέμμα πίσω απ’ τη σίτα: σουφρώνει-προτάσσει χείλη, μπήγει δόντια κι απομυζεί, γεύεται, ύστερα ανυψώνεται, αιωρείται, ανατριχιάζει, κι εγώ; εγώ ουρά της, τσιμπάω τα ψίχουλα των συμπτωματικών συνευρέσεών της, ενώ εκείνη φτερουγίζει αδιάφορα, χορτασμένα, περνάει δίπλα μου σκίζοντας τη σίτα, στροβιλίζεται, γελά ένα γέλιο γάργαρο (σεισμός στα σπλάχνα μου), όσο να χαθεί στην υγρασία της αυλής ζητιανεύω τα χνάρια απ’ το αίμα που χύθηκε στο πεδίο της μάχης, τον ιδρώτα και τη βλέννα των στιγμιαίων εραστών της, γλείφω τ’ απομεινάρια της σε σβέρκους, πλάτες, μπράτσα και στήθη, με κυνηγάνε λόγια, δάκτυλα, μάτια, παλάμες, ματώνω, πονάω, ερεθίζομαι, πεινάω, τραντάζομαι, χύνω, κλαίω, τρεκλίζω, αιωρούμαι, γελάω, είναι ανώφελο, σαν κι αυτή, κι εγώ διαφορετικός, λιγότερος, άλλη δίψα, άλλοι έρωτες, στιγμές-στιγμές προσεύχομαι (σε τί; σε ποιόν;) να ήταν Μάντις, να μου δινότανε για μια -μόνη- φορά με τόσο πάθος, και στο τέλος, στην κορύφωση, στη συγκοπή του οργασμού μου, να μου έκοβε το κεφάλι, χράαακ, με μια χαψιά, αφού πρώτα με κοιτάξει στα μάτια, βαθιά, αφού πρώτα μου δώσει σημασία, πριν την τελευταία έξοδο, μικρός και μεγάλος θάνατος μαζί· τελικά τί μένει; εγώ, ένα κουνούπι στην πλάτη της, ανώφελος έρωτας, δυσάρεστο βάρος, χρήσιμο (στιγμιαία) όσο κι αδιάφορο (διαχρονικά).&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="border-collapse: collapse; font-family: Verdana; font-size: 13px; "&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-style: italic; "&gt;(Ας δώσουμε μια υπόσχεση, ας μη μιλήσουμε ξανά για έρωτες, εντάξει; ποτέ ξανά, πες το κι εσύ, τελειώσαμε με τους έρωτες, εντάξει;)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-6077773227202515604?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/6077773227202515604/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=6077773227202515604' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/6077773227202515604'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/6077773227202515604'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2008/11/blog-post.html' title='Ερωτικό κι ανώφελο'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-4597711847652466288</id><published>2008-10-21T18:52:00.002+01:00</published><updated>2008-10-21T18:57:51.189+01:00</updated><title type='text'>τρελό αίμα</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SP4Xsu1wt9I/AAAAAAAAAD0/Njz9mlpCDEA/s1600-h/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9+%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%8D.jpg"&gt;&lt;img style="float:right; margin:0 0 10px 10px;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SP4Xsu1wt9I/AAAAAAAAAD0/Njz9mlpCDEA/s320/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9+%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%8D.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5259667472070522834" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="center" style="text-align:center;line-height:150%"&gt;&lt;span style="font-size:14.0pt;"&gt;Ι.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="line-height:150%"&gt;&lt;b&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;“Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Όχι κυκλικά. Βουρτσίζουμε δεν κοροϊδεύουμε την κοινωνία. Σαράντα φορές τα μπροστά, σαράντα τα πλαϊνά, σαράντα κι από μέσα. Παντού βουρτσίζουμε, παντού. Να φύγουν τα μικρόβια. Τι θέλεις να μεγαλώσεις και να μείνεις χωρίς δόντια;” Έτσι μου ‘λεγε η μάνα μου όταν ήμουνα μικράκι. Κι εγώ πάσχιζα, πάνω κάτω, πάνω κάτω, με μίσος. Κούραζα το δεξί μου χέρι κι όταν αυτό απόκαμε έβαζα την οδοντόβουτρα στ’ αριστερό. Μέσα έξω, μπρος πίσω, πάνω κάτω. Και δώσ’ του βούρτσισμα. Τρεις φορές τη μέρα κι η κυρά Φανή πάνω απ’ το κεφάλι μου στητή. Ακάματος φανοστάτης, να φωτίζει τη συνέπεια και την ταγή μου στην καθαριότητα. Κι όταν κατά το πρωινό βούρτσισμα μάτωνε το ούλο μου, εδώ να, κι έτρεχε αίμα ως το χείλι μου εγώ το ‘φτυνα τρομαγμένος. Έρεε απ’ το παιδικό μου στοματάκι μια αφρισμένη πράσινη παχύρευστη ουσία μ’ ένα πορφυρό κύμα στη μέση. Έκλεινα τα μάτια μη δω να χάνεται ένα κομμάτι του εαυτού μου στη δίνη του νιπτήρα. Τότε ήταν που λύγιζε ο φανοστάτης, μου σκούπιζε το στόμα με μια πετσέτα καθαρή που’ χε στην άκρη πλεκτή μπορντούρα και μου’ λεγε στοργικά: “Μη σε νοιάζει, αυτό είναι τρελό αίμα, πρέπει να φύγει, μη σε πιάσει και τρελαθείς αγόρι μου”. Μ’ αυτά και μ’ αυτά δε φοβόμουν. Φορτωνόμουν ξαλαφρωμένος τη σάκα μου κι έβγαινα στο δρόμο για το σχολείο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Σαράντα φορές έκανα κι άλλα πράγματα. Το μάσημα για παράδειγμα. Μάσαγα κάθε μπουκιά σαράντα φορές σε κάθε πλευρά του στόματος. Δυο ώρες μου’ παιρνε το μεσημεριανό κι άλλες τόσες το βραδυνό. Ύστερα πλύσιμο τα χέρια σαράντα φορές η ράχη της παλάμης, σαράντα κι άλλη της πλευρά. Για τα δόντια τα ‘παμε. Η μάνα μου μάλιστα με ορμήνευε κάθε πρωί για τα παρακάτω: “Τώρα που θα πας στο σχολείο πρόσεξε καλά. Σε κάθε διάλειμμα πλένουμε τα χέρια μας με το σαπούνι που σου ‘χω στη σάκα. Το ίδιο ισχύει και για όταν χτυπήσει το κουδούνι για το σχόλασμα. Προς Θεού μην ακουμπήσεις το φαϊ στο κυλικείο, θα φας σπίτι μας μια και καλή, και όχι τουαλέτα στο σχολείο, θα πιάσεις κανά μικρόβιο. Κρατήσου. Σφίξου. Σπίτι μας πας στο μπάνιο όσο θες”. Βέβαια, όπως το θυμάμαι και το θυμάμαι πολύ καλά, ούτε εκεί με άφηνε να κάθομαι με τις ώρες. Ποτέ δε φώναζε, βέβαια, η κυρά Φανή, αλλά κοφτά κι αποφασιστικά με παρατηρούσε που καθόμουν μες τη βρώμα τόσην ώρα και που θα μουλιάζανε τα ρούχα μου στη μπόχα απ’ τα αφοδεύματά μου κι ύστερα δε θα με πλησίαζε κανείς άνθρωπος έτσι που θα’ μουν σαν γιός βόθρου. Σήκωνα κι εγώ τα παντελόνια κι έβγαινα χωρίς να τραβήξω το καζανάκι, αφού ο ολόφωτος φανός των νεανικών μου χρόνων έφεγγε το φως του στα αποκυήματα του παχέως εντέρου μου κι εξέταζε, έτσι έλεγε, την υγεία του οργανισμού μου. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Όσο περνούσαν τα χρόνια η συμπεριφορά της δε με τρόμαζε, απλά μ’ ενοχλούσε και μ’ αποσυντόνιζε. Στην τουαλέτα, στο βούρτσισμα των δοντιών, στο ντους. Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρονών όταν την έπεισα, χωρίς φωνές -δεν πιάναν οι φωνές στη μάνα μου- πως δεν έπρεπε να στέκει μπάστακας μέσα στο μπάνιο όταν πλένομαι για να βεβαιώνεται για το σχολαστικό καθαρισμό κάθε γωνίας του κορμιού μου. Για να μην πω πως μέχρι τα έντεκα-δώδεκα αναλάμβανε εκείνη την προσωπική μου υγιεινή. Ήταν ένα συναίσθημα παράξενο, αλλά τ’ ομολογώ δε το’ νιωθα βασανιστήριο. Το κατάπιασμά της με το τρίψιμο ανάμεσα στα δάκτυλα χεριών και ποδιών, με το ενδελεχές πλύσιμο των αυτιών, έως και του πισινού μου μου απέδιδε μια ευχαρίστηση. Είχα την αμέριστη προσοχή και φροντίδα της. Ήμουν το επίκεντρο των εμμονών της. Κι αν πάντα έτσι ήταν η κυρά Φανή αλλά σε μένα δεν έφτανε έτσι πάντοτε. Κι αν στην εφηβεία την αρνήθηκα τη ζέση της ήταν γιατί μου είχε πια προκύψει μια άλλη, πιο ζεστή και κάπως πιο πικρή στη γεύση, μια άλλη που ανάβλυζε από ανάμεσα απ’ τα σκέλια μου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="center" style="text-align:center;line-height:150%"&gt;&lt;span style="font-size:14.0pt;"&gt;ΙΙ.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Κατέβηκα χθες τ’ απόγεμα στο φαρμακείο. Περίμενα λίγο να πέσει ο ήλιος μη με βαρέσει στο δόξα πατρί. Στερέωσα λοιπόν το ψαθάκι μου στο κεφάλι και βγήκα. Κατέβηκα από τις σκάλες, για άσκηση. Πήγαινα με βήμα σταθερό από το πεζοδρόμιο και πρόσεχα πάντα να ακουμπά το παπούτσι μου μέσα στις πλάκες του πεζοδρομίου κι όχι στους αρμούς. Βάδιζα προσεκτικά για το λόγο τούτο και τσατίστηκα όταν ένα μηχανάκι αραγμένο στο πεζοδρόμιο μου χάλασε την ασχολία. Με τα πολλά έφτασα στο φαρμακείο. Στάνταρ προμήθειες. Οινόπνευμα, μπεταντίν, ασπιρίνες που κάνουν καλό στην καρδιά και γάζες αποστειρωμένες. Μ’ αυτές σκουπίζομαι στη τουαλέτα, γιατί τα χαρτιά υγείας ποιός ξέρει από πόσα χέρια έχουν περάσει. Πλήρωσα. Είπα ύστερα να βολτάρω λιγάκι. Είχε δροσιά. Περπάτησα προς την πλατεία της Κυψέλης. Στο ύψος της Αμοργού είχε σπάσει μια σωλήνα. Ανάβλυζε νερό στο δρόμο και είχαν σχηματιστεί δυο ρυάκια που πήγαιναν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Πήρα το ένα στο κατόπι. Κελάριζε το νερό κι εγώ ακροπατούσα δίπλα του, λες και φοβόμουν μη βραχώ. Θυμήθηκα το κτήμα στο Δημητρόπουλο, με τις λεμονιές και το ποτάμι που όταν φούσκωνε έκοβε πέντε-δέκα μέτρα απ’ τη γη μας. Θυμήθηκα που’ ταν σ’ ένα τρίστρατο βαλμένο και που πιάναμε τα τζιτζίκια απ’ τα δέντρα το καλοκαίρι. Τι ωραία που ήταν εκεί το καλοκαίρι! Είχε δροσιά απ’ το νερό, κι ας είχε μισοστερέψει το ποτάμι, είχε σκιά και μύριζε λεμόνι. Βέβαια, ο πατέρας τα’ πιανε τα τζιτζίκια γιατί κατουράνε τα χέρια και δεν ήτανε να λερωθώ. Μου τα’φερνε κοντά στη μούρη κι εκείνα ζουζούνιζαν μπας κι ελευθερωθούν κι εγώ τραβιόμουν πίσω σιχασιάρικα κι εκείνος τ’ άφηνε να φύγουν κι εκείνα χάνονταν κόντρα στο φως. Εις μνήμην της αναπόλησης σκάρωσα επιτόπου ένα ποιηματάκι, κάπως έτσι πήγαινε:&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Τρεις στράτες,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;πριν τέσσερεις μέρες,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;μια κουβέντα γλυκή,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;μια βόλτα μικρή&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;πλάι στο νερό σε πιάνει η ψύχρα,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;χωρίς προορισμό,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;με λάγνο δισταγμό πατάς εκεί,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;μια μύγα έλιωσε&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;νεκρή,&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;του βόμβου έσβησε η φωνή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Τρελός, σίγουρα όχι.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Ίσως πάλι ναι.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Το’ λεγα και το ξανάλεγα. Με κοιτούσαν οι περαστικοί να το απαγγέλω μεγαλόφωνα. Γύρισα σπίτι, άφησα τα παπούτσια στο χαλάκι της εισόδου, ακούμπησα το καβουράκι δίπλα στη μαγκούρα του μακαρίτη του πατέρα. Πήρα ένα λεμόνι απ’ το ψυγείο, ξαπλώθηκα στο καναπέ και το’ βαλα κάτω απ’ την μύτη μου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="center" style="text-align:center;line-height:150%"&gt;&lt;span style="font-size:14.0pt;"&gt;ΙΙΙ.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Ο πατέρας μου ζήταγε τον καφέ σερβιρισμένο με λουκούμι τριαντάφυλλο και νερό με παγάκια στη βεράντα κάθε απόγεμα μετά το μεσημεριανό του ύπνο. Κι ήταν ιερός ο ύπνος του αυτός. Τόσο που η βαφτιστήρα του πατέρα συχνά περνούσε τις ώρες αυτές αγκαλιά με το κόκκορα μέσα στο κοτέτσι. Είχε αποσυντονιστεί ο δόλιος και κακάριζε μέρα μεσημέρι. Η παράδοξη συντροφιά της Μαρίτσας του ‘δινε μια σύντομη παράταση ζωής. Φυσικά, τηλεόραση από τις δυόμιση μέχρι τις πέντε δεν είχε. Και για παιχνίδι ούτε λόγος. Εγώ κι αδερφή μου, μωρό ακόμη, δίναμε όρκο σιωπής μην ξυπνήσουμε τον πατέρα. Κι η κυρά Φανή περιπολούσε το διάδρομο, από την τραπεζαρία έξω απ’ το υπνοδωμάτιο μέχρι το σαλόνι που στεκόμασταν εμείς. Δυο ώρες ακίνητα σα μπιμπελό στο σύνθετο. Ακόμη και το μωρό συναισθανόταν τη σοβαρότητα της κατάστασης κι έμενε στήλη άλατος, άντε να’ ριχνε κανά ακαταλαβίστικο μουρμουρητό που και που. Ήταν τόσο συμπαθητικό το αδερφάκι μου. Τόσο που κόντεψα να πεθάνω για χάρη του. Η κοιλιά της μάνας μου μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνε κι η θανατερή μου διάθεση. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Γύρναγε ο πατέρας από τη Χαρτοποιεία το μεσημέρι, έβρισκε ζεστό φαΐ και καλοσιδερωμένο τραπεζομάντηλο, ζήταγε να φάει με το γιο του που ‘χε και τ’ όνομα και τα μάτια του δικού του πατέρα. Μα εγώ είχα ώρα πριν μπει κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας κι έβλεπα αηδιασμένος. Το πρώτο που’ κανε ήταν να χαϊδέψει την κοιλιά της μάνας μου κι ύστερα άφηνε το κορμί του να πέσει στην καρέκλα. Μα εγώ το ‘χα βάλει σκοπό να τους εκδικηθώ και τους δυο. Αν βάλεις κι εκείνο που ήταν στο δρόμο, τότε και τους τρεις. Δεν έκοψα το φαΐ, αλλά έκοψα την τουαλέτα. Κάθε που μ’ έπιανε η ανάγκη κρυβόμουν γονατιστός κάτω απ’ το τραπέζι κι έσπρωχνα τα γεννήματα του πισινού μου πάλι μέσα με τη φτέρνα μου. Ζοριζόμουν, κοκκίνιζα, έσπρωχνα κι ο πόνος κάποτε περνούσε. Το ξέραν κι οι δυο τους πως ήμουν εκεί κάτω κι η φωνή μου, που έβγαινε κομπιαστικά καθώς προσπαθούσα να πιάσω αδιάφορη συζήτηση, με πρόδινε. Αλλά είχα το σχέδιό μου. Το ζόρι κράταγε έξι μήνες και παράλληλα στο σχολείο μασούλαγα τις άκρες από τα μολύβια και τα βιβλία. Όπως τα υπολογίζω πρέπει να’ θελα δυο με τρία μολύβια και τουλάχιστον σαράντα άκρες από σελίδες σχολικών βιβλίων και τετραδίων τη βδομάδα. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Κι αν κάτι απέδωσε το ζόρι μου ήταν που μαζί πήγαμε στο νοσοκομείο της Πάτρας με τη μάνα μου. Δίπλα δίπλα στ’ αυτοκίνητο, εκείνη να ζαλίζεται απ’ τον τοκετό κι εγώ να λιγοθυμάω από το δηλητήριο των εμετών μου. Της κράταγα το χέρι, ο πατέρας βλαστήμαγε την τύχη του, η κόρνα προμήνυε τα παρακάτω. Από τη μάνα μου βγάλανε ένα κούτσικο μωρό, ένα σάρκινο κουφέτο. Από την άκρη του εντέρου μου έβγαλαν αρκετά γραμμάρια συμπυκνωμένων κοπρόλιθων κι απ’ το στομάχι μου ένα συφερτό μολυβιού και κυτταρίνης. Σε δυο μέρες πήγαν οι τρεις τους σπίτι στα Σελιανήτικα κι εμένα άρχισε να επισκέπτεται μια συμπαθητική ξανθιά. Γλυκομίλητη, συγκαταβατική και γεμάτη απορίες. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι τα’ θελε όλα αυτά που με ρώταγε. Όμως το ένστικτο του ένοχου με κρατούσε στα ψέμματα. Της αράδιαζα πως δε μου δίνανε λεφτά οι δικοί μου να φάω στο σχολείο κι έτσι έτρωγα τα μη βρώσιμα, πως στην τουαλέτα δεν πήγαινα αφού η μάνα μου δεν την καθάριζε και βρωμοκοπούσε κι άλλα τέτοια. Ανάμεσα σ’ αυτά μ’ έβαζε να της ζωγραφίζω, ότι μου’ ρχόταν έλεγε, κι εμένα το χέρι μου έπιανε σε κάτι τέτοια καλλιτεχνικά κι ας μην καταπιάστηκα τελικά ποτέ μαζί τους. Σκάρωνα κι εγώ λιβάδια ολάνθιστα και ήλιους λαμπερούς και σπίτια πολύχρωμα και φίλιους ανθρώπους γελαστούς κι εκείνη απορούσε με την τόση ευτυχία, αλλά δε μου’ λεγε λέξη. Μόνο μια φορά, εκεί προς το τέλος, της ξέφυγε ένα: “Τρελό αίμα τρέχει στις φλέβες σου παιδί μου”, αλλά δεν του ‘δωσα σημασία. Παντζάρια γίναν οι δικοί μου όταν τους μετέφερε τα καθέκαστα η απορημένη γιατρέσσα και με πήραν άρον άρον σπίτι. Έτσι βρέθηκα τελικά να μοιράζομαι το δωμάτιο με το θηλυκό ανθρωπάκι, να κάνουμε μαζί ησυχία τα μεσημέρια, να έχουμε και την κυρά Φανή μισή μισή. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="center" style="text-align:center;line-height:150%"&gt;&lt;span style="font-size:14.0pt;"&gt;IV.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Από το πρωί καίει ο τόπος. Έχει σαραντατρείς βαθμούς κι όπως έβγαζα το κεφάλι στο άνοιγμα του παραθύρου ν’ ανασάνω λίγο μ’ έπαιρνε ο λίβας στα ρουθούνια και μου κοβόταν η ζωή. Σκατά. Το κλιματιστικό ήταν του διπλανού. Για δικό μου ούτε λόγος. Ένα ενοχλητικό ζουζούνισμα εκεί ακριβώς στο όριο της βεράντας μου. Κάθε μισή ώρα κοβόταν και το ρεύμα. Μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Να μην μπορείς να βάλεις στη διαπασών τη μουσική να του τη σπάσεις λίγο του διπλανού που δροσίζεται κι εμένα καψώνει ο πισινός μου. Ναι. Να του βάλεις εκείνες τις όπερες με τις στριγγλιές και τα στεντόρια ανεβοκατεβάσματα της φωνής που μου ‘βαζε η μάνα για να κοιμηθώ. &lt;i&gt;Αυτά σπάνε τζάμια&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt; μου είχε πει μια φορά που με πέτυχε στ’ ασανσέρ. Σε τόνο δασκαλίστικο. Και το μυξιάρικο απέναντι στολισμένο σα πεταλουδίτσα. Το κωλοπαιδάκι. Κουκλί με τις αστραφτερές κεραιΐτσες στερεωμένες στο κεφάλι, με τα διάφανα χρωματιστά φτεράκια στην πλάτη, πασαλειμένο απ’ την κορφή ως τα νύχια με κραγιόνια και με ένα χαμόγελο απόλυτης ευτυχίας. Ούτε ζέστη, ούτε λίβας, ούτε πυρκαγιές, ούτε κάψες. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Απ’ τ’ άλλο πλάι του σπιτιού σηκώνουν μια πολυκατοικία. Δε σ’ αφήνει να κλείσεις μάτι. Απ’ τις εφτά το πρωί γκράκα-γκρούκα. Ζω σε σύννεφο λευκής σκόνης πια. Λευκή σκόνη στα ηχεία του στερεοφωνικού, στο τραπεζάκι του καθιστικού. Λευκή σκόνη στα σώβρακά μου. Σα λερωμένο παραμύθι στην ομίχλη. Είμαι ολημερίς με ένα βρεγμένο πανί και μαζεύω τη σκόνη. Τώρα έκατσε κι ο καύσωνας κι απόγινε. Σαν να έλιωσε απ’ τη ζέστη η λευκή σκόνη μέσα στο κεφάλι μου κι έκανε μια κρούστα γύρω απ’ το μυαλό σου. Μου πιέζει τη σκέψη. Μου τη χαλάει. Και δώστου τρυπάνια βζζζτ και δώστου σφυριά νταπ-ντουπ και δώστου φωνές. Πέφτουν οι χριστοπαναγίες σύννεφο. Καταβρέχει η μάνα του μωρού απέναντι τα ντουβάρια με το λάστιχο. Αυτά δροσίζονται και δακρύζουν μέχρι το μωσαϊκό της βεράντας. Εκείνη ξαναμπαίνει μέσα στα δροσερά και το πεταλουδάκι στο λιοπύρι, στη λιμνούλα του, αγέρωχο να βγάζει κάτι πνιχτές κραυγούλες. Εγώ κοιτάζω και σφουγγίζω τον ιδρώτα με αρωματισμένα πανάκια.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="center" style="text-align:center;line-height:150%"&gt;&lt;span style="font-size:14.0pt;"&gt;V.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="center" style="text-align:center;line-height:150%"&gt;&lt;b&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Τρεις μέρες κολλημένο το θερμόμετρο στους σαράντα. Ποτάμι ο ιδρώτας σου πατέρα στον καναπέ. Να μουσκεύει η πλάτη κι ο κώλος. Σηκωνόσουν να πάς μόνο μέχρι το ψυγείο. Γύρναγες με μια μπύρα στο χέρι και ξανά στο ίδιο σημείο. Κέντραρες τη στάμπα του ιδρώτα στο καναπεδάκι και άφηνες το κορμί σου να πέσει πάνω της. Δυο γουλιές. Μια τζούρα απ’ το άφιλτρο. Θυμάσαι τη Σουηδία πατέρα; Δεν γνώρισες λίβα εκεί. Κρύο, βροχή, κρύο, βροχή. Μόνο αν έριχνε κανά χιόνι σου θύμιζε τους χειμώνες στο ποτάμι στο χωριό. Έτρεχες έξω απ’ το κουτί σου κι απλωνόσουν στο παγωμένο νερό. Τριβόσουν σαν λευκή αρκούδα που’ χε μόλις γυρίσει απ’ τους τροπικούς. Έτριβες τη θύμιση στο ξένο χώμα κι ετσι λίγο φίλιωνες με την ιδέα της ξενιτιάς. Η Χαρτοποιεία έκλεισε εκεί που δεν το περίμενες. Η κόρη ήρθε εκεί που δεν το περίμενες. Η Σουηδία σε περίμενε. Κορόνες στο φάκελο. Το κεφάλι του Νομπέλ στην πάνω γωνία, Sotiropoulos Tasos, Stockholm, Sweden με τα γράμματα αλλουνού πιο κάτω. Παρ αβιόν. Αυτό έβλεπε η κυρά-Φανή από σένα όταν η μικρή έγινε πέντε χρονώ. Αυτό λάμβανε μέχρι να φτάσει τα επτά. Κι ύστερα ανέβηκαν στο αεροπλάνο να’ ρθουν στη Στοκχόλμη. Τρίφτηκαν οι μνήμες στους στο χιόνι. Στις ιταλικές Άλπεις. Χάθηκαν. Θάφτηκαν. Πάγωσαν. Ξεχάστηκαν. Έσβησαν. Πάλιωσαν. Απολίθωμα οι μνήμες τους. Κι εσύ γύρισες στο χωριό. Καύσωνας ή χιόνι εσύ εκεί. Έσφαξες και τον κόκκορα που σε ξύπναγε τα μεσημέρια με τα κρωξίματά του. Και πια ψυγείο-μπύρα-καναπεδάκι. Θυμάσαι τη Σουηδία πατέρα; Θυμάσαι τις Άλπεις; Θυμάσαι το γιό σου πατέρα;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="center" style="text-align:center;line-height:150%"&gt;&lt;span style="font-size:14.0pt;"&gt;VI.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" align="center" style="text-align:center;line-height:150%"&gt;&lt;b&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Απ’ το πρωί έχει παρκάρει κάποιος μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ένα μαύρο τρίθυρο αυτοκινητάκι με μοχθηρά μάτια. Μισό πάνω στο πεζοδρόμιο, μισό στην άσφαλτο. Κοίτα θράσος. Έχω κατέβει τρεις φορές κάτω. Έχει πάει μεσημέρι κι ο οδηγός άφαντος. Να μην μπορείς να βαδίσεις στο πεζοδρόμιο μπροστά στο σπίτι σου. Δεν είμαστε καλά. Τόσο δα. Δυο πιθαμές από το κεφαλόσκαλο της εισόδου. Δυο θρασύτατα μοχθηρά πλαστικά μάτια μπροστά στην πόρτα μας. Δεν κλείνεις κύριε ένα σπίτι. Κλείνεις τόσα. Δώδεκα. Κλείνεις τα σπίτια μας. Κλωτσάω με τη μύτη απ’ τα παπούτσια μου τα λάστιχα. Το κάνω επιφυλακτικά μη τα σκονίσω. Δείχνουν τόσο όμορφα έτσι καλογυαλισμένα που τα ‘χω. Αλλά πόση υπομονή να κάνεις; Πόση; Στο διάτανο και το γυάλισμα. Το κλωτσάω με όση δύναμη έχω. Το κλωτσάω και βλαστημάω. Στη μαμά δεν άρεσε να βλαστημάω. Ούτε στον πατέρα, αλλά όταν με βάζανε οι συμμαθητές μου στο σχολείο να βλαστημάω εκείνος δε μ’ άκουγε. Στη Στοκχόλμη δε φτάναν οι βλαστήμιες. Το κλοτσάω με μανία. Αφιονίζομαι. Αφιονίζονται και τα ματάκια του. Αναβοσβήνουν και όλο το σασί πάλλεται. Δονείται στους ήχους μιας στριγγής σειρήνας. Ίου ίου ίου ίου. Πήραν φωτιά τ’ αυτιά μου. Έβρασε το αίμα στις φλέβες μου. Η φασαρία έφερε και τον υπαίτιο κοντά στο μοχθηρό αμαξάκι με το μαύρο χρώμα και τις τρεις θύρες. Μου είπε κάτι σαν &lt;i&gt;τι έγινε εδώ ρε μπάρμπα&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;. Δεν άκουγα. Χτυπάγαν οι παλμοί σα σφυριά στ’ αυτιά μου. Το ‘νιωθα καψωμένο το πρόσωπό μου. Μόλις έφτασε μπροστά στο πλατύσκαλο του χίμηξα. Χωρίς σκέψη. Βούτηξα στο μέρος του και άνοιξα διάπλατα τις σιαγόνες μου. Ήθελα να του καρφώσω τα ψεύτικα δόντια μου στο λαιμό. Εκείνος ξαφνιασμενος έκανε ένα αργό βηματάκι όπισθεν. Βρέθηκα για μια σύντομη στιγμή να αιωρούμαι στο κενό και μετά έσκασα σαν καρπούζι στις πλάκες του πεζοδρομίου. Το κεφάλι μου έξυσε το φτερό από το μαύρο αυτοκίνητο. Το αίμα μου αναβλυζε ασθενικά δίπλα στο βρόμικο λάστιχο. Ο νεαρός έκανε να με σηκώσει. Ρώτησε αν είμαι καλά. “Μη φοβάσαι είναι τρελό αίμα. Έπρεπε να φύγει. Μη με πιάσει. Σε πιάνει το τρελό αίμα στο κεφάλι.” Έτσι του ‘πα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-4597711847652466288?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/4597711847652466288/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=4597711847652466288' title='8 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/4597711847652466288'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/4597711847652466288'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2008/10/blog-post.html' title='τρελό αίμα'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SP4Xsu1wt9I/AAAAAAAAAD0/Njz9mlpCDEA/s72-c/%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B9+%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%BF%CF%8D.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-6837863448593432290</id><published>2008-07-31T10:48:00.013+01:00</published><updated>2008-11-13T06:08:26.038Z</updated><title type='text'>Χωρίς τίτλο</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SJGL71C_4gI/AAAAAAAAACo/y4zA51CcL2Q/s1600-h/hiroshima+panoramic.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SJGL71C_4gI/AAAAAAAAACo/y4zA51CcL2Q/s320/hiroshima+panoramic.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5229114502322053634" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Δεν άφησε πίσω τίποτα. Τα μάζεψε, όλα. Ένα προς ένα. Έκανε ένα τελευταίο γύρο στο σπίτι μην τυχόν και κάτι του ‘χε ξεφύγει. Συρτάρια, κουτιά, ντουλάπες, κάτω απ’ το κρεββάτι, πίσω από το ψυγείο. Τίποτα. Στο αεροδρόμιο τον πήγαν συνοδεία. Ολόκληρη κουστωδία και εκείνος τους χαμογέλαγε, τους τσίγκλαγε με χαζά αστεία όσο κλαψούριζαν. Μόνο η αδερφή του έλειπε. Είχαν τσακωθεί για λίγο χώμα, όσο είχε μείνει σ’ εκείνο το περιβόλι του παππού και της γιαγιάς. Βιάστηκε -διακριτικά- να κάνει &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;τσέκ&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;ιν&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. Πέρασε στην αίθουσα αναχωρήσεων κουνώντας το χέρι μπροστά απ’ την πλάτη του. Έβαλε το κινητό στο αθόρυβο αμέσως μόλις έστριψε και δεν μπορούσαν πια να τον δουν. Το άφησε έτσι για τέσσερα ακριβώς χρόνια.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Στο Μάντισον έφτασε δεκατέσσερεις ώρες μετά. Νοίκιασε το πρώτο σπίτι που βρήκε, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;το κουτί μου&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. Ένα ημιυπόγειο -εννιακόσια δολάρια το μήνα. Τους χειμώνες, που κρατούσαν σχεδόν επτά μήνες το χρόνο, το χιόνι σκέπαζε τους φεγγίτες ως επάνω. &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Κουτί δικό μου&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. Δεν είχε τηλεόραση, δεν είχε ψυγείο. Ούτε κι αγόρασε ποτέ. Το φουρνάκι που ‘χε αφήσει ο προηγούμενος ένοικος το είχε βάλει για κομοδίνο. Ακούμπαγε τις νύχτες τα γυαλιά του κι ένα πλαστικό ποτήρι με νερό. Στο χωλ, ακριβώς εκεί που άνοιγε η εξώπορτα, είχε όλα τα πράγματά του, σε μαύρες σακούλες. Όπως ακριβώς είχαν φτάσει με τη φορτωτική. Βιβλία ανάκατα, δίσκοι και κασσέτες που δεν είχε πού να τα παίξει. Στο σαλόνι ούτε ένα αντικείμενο, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;εδώ θα μπει ένα γραφείο -βέβαια&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;, εκτός από ένα πορτατίφ ξαπλωμένο στο πάτωμα. Τη μοκέτα την είχε σκουπίσει διακόσιες φορές κι όταν μετά έσκιζε τη χάρτινη σακούλα της σκούπας κι έψαχνε ανάμεσα στα χνούδια και τη σκόνη ακόμα ξετρύπωνε τρίχες και νύχια του προηγούμενου. Τα φύλαγε σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας στο περβάζι του φεγγίτη. Ίσως να έπεφτε πάνω του στο δρόμο και να του τα ‘δινε. &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Δικά του πράγματα&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;μπορεί να του λείπουνε&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. Στην κρεββατοκάμαρα το στρώμα, το μαξιλάρι, οι δυο πετσέτες απλωμένες στο καλοριφέρ, τα ρούχα του ατάκτως ερριμμένα πάνω στις βαλίτσες. Κάνα χρόνο αργότερα του πρότειναν να μετακομίσει. Καλύτερο σπίτι, μικρότερο ενοίκιο, έλληνας συγκάτοικος, με ψυγείο. Αρνήθηκε χωρίς σκέψη, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;έχω το κουτί μου&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Κάποια βράδια που δεν τον έπιανε ύπνος, άφηνε το κορμί του να γλιστρήσει στο πάτωμα, σερνόταν μέχρι το διάδρομο κι έβαζε τα γυαλιά του. Με την πλάτη στον τοίχο παρατηρούσε το πίνακα του ηλεκτρικού που έβγαζε σπίθες κάθε τόσο. &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Πού και πού σκεφτόταν τους γονείς του. Συνήθως όταν πήγαινε στο πλυντήριο. Έβαζε ένα κέρμα στη σχισμή κι ύστερα περίμενε. Και σκεφτόταν. Οι δυο τους είχαν βρει μια ισορροπία. Ο πατέρας του που πάντα κάτι έβρισκε ν’ ασχολείται. Κάρφωνε, έτριβε, βίδωνε -πέθανε το ‘97. Δεν γύρισε για την κηδεία του. Η μάνα του που μαγείρευε ασταμάτητα. Ούτε για το μνημόσυνό του. Σοφιζόταν διαρκώς δικαιολογίες για τη βίζα και τα εισιτήρια και τη δουλειά. Για τρεις εβδομάδες, κάθε βράδυ, έπαιρνε τη μάνα του στο τηλέφωνο και την άκουγε να κλαίει. Μόνο ένα &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;γειά&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt; της έλεγε, στην αρχή. Το κατέβαζε όταν στην άλλη άκρη της γραμμής άκουγε μια μεγάλη παύση ή κατά λάθος, αν είχε προλάβει να τον νανουρίσει το κλάμα της. Στον ύπνο του έβλεπε το νεκρό να τριγυρνά το σπίτι φορώντας ρούχα του γιού του ευτυχισμένος.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Στα σαράντα, η μάνα του ‘στειλε ένα γλαστράκι. Ήταν μια τόση δα νερατζιά σε λίγο χώμα. &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Καρποφόρο για καλή τύχη και λίγο χώμα του πατέρα σου&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;, του ‘γραφε, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;στο μνημόσυνο είχαν έρθει πανω από διακόσιοι άνθρωποι, σε ζητάγανε&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. Έβαλε το φυτό στο περβάζι δίπλα στο βάζο της μαρμελάδας. Το πότιζε μ’ ότι έβρισκε κάθε φορά, νερό ή κόκα-κόλα ή γάλα. &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Ψώνιζε τα βασικά από ένα Λιβανέζο, ακριβώς στη γωνία απέναντι από το σπίτι του. Ήταν πολύ τακτικός πελάτης. Αγόραζε κάτι ντόνατς που ‘βαζε στο στόμα του το πρωί πριν το γραφείο, κόκα-κόλα λάιτ τα απογεύματα, κανά σάντουιτς και τσιγάρα. Πάντα τσιγάρα. Ο Λιβανέζος του υποσχέθηκε να του φέρνει ελληνική εφημερίδα. Δεν του έφερε ποτέ.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Κάποιο βράδυ έφερε σπίτι μια αμερικάνα. Μια ξανθιά, παχουλή. Όταν ξεκλείδωσε την πόρτα της ένευσε να περάσει πρώτη. Δεν πρόσεξε την έκπληξη στο πρόσωπό της. Έκανε κρύο αλλά εκείνη φορούσε ξώφτερνα, χωρίς καλσόν. Μπήκε πίσω της σπρωχτά. Την έφερε μέχρι το κέντρο του σαλονιού. Την ξάπλωσε στο πάτωμα. Σφήνωσε το χέρι του ανάμεσα στα λευκά μπούτια της. Ύστερα την έγδυσε, μπλέχτηκαν. Όταν ξεθύμανε γύρισε ανάσκελα πλάι της. Αναψε ένα τσιγάρο. Όσο εκείνη ανέβαζε την κιλότα, της έδειχνε με το χέρι γύρω γύρω, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;mine, all mine, empty but mine&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. Τον κοίταξε με χαμόγελο σαν να ‘λεγε το πιάνω το αστείο, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;οκέι&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. Δεν ήταν αστείο. Της πρότεινε το τσιγάρο. Δεν είχε τίποτε άλλο να την κεράσει. Ούτε να της πει. Άνοιξε μόνη της την πόρτα κι έφυγε.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Ούτε φίλους είχε πολλούς, ούτε πάρε δώσε. Μια καλημέρα, κάνα δύο κουβέντες στο μεσημεριανό. Έβγαινε μόνο όταν δεν μπορούσε να το αποφύγει. Δεν έπινε ποτέ. Τις μέρες που το χιόνι άφηνε να φανεί λίγο η πόλη έβγαινε μικρούς περιπάτους. Πεζοδρόμιο πεζοδρόμιο, πάντα βάζοντας τα ίδια σημάδια. Μη χαθεί σε μια πόλη που δεν γνώριζε. Ένα μεσημέρι, τέσσερα χρόνια έκλεινε στο Μάντισον, κάποιος οδηγός καβάλησε το πεζοδρόμιο. Εκείνος στεκόταν και χάζευε τη βιτρίνα ενός κρεοπωλείου. Πέθανε ακαριαία. Οι οδηγοί του ασθενοφόρου μάζεψαν αργότερα το απόγευμα τα κομμάτια του από το δρόμο.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Στην Αθήνα στείλανε μια σακούλα με τα χαρτιά του, ένα πιστοποιητικό θανάτο, μερικές φωτογραφίες του ατυχήματος. Τα υπάρχοντά του, όλα του τα πράγματα, τα κράτησε το κράτος. Δεν βρέθηκε δικός του να κανονίσει τα διαδικαστικά. Στο λάκκο, δυο τάφους πιο δίπλα ο πατέρας του, κατέβασαν ένα άδειο κουτί. Τον τακτοποίησαν χωρίς κόπο. Τα μάρμαρα τα διάλεξε η μάνα του μπεζ, που δε λερώνουν.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style=" line-height: normal; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EN-US;mso-fareast-language:EN-US"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;text-indent:22.5pt;line-height:150%"&gt;&lt;span&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style=" line-height: normal; "&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EN-US;mso-fareast-language:EN-US"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Είχε περάσει πάνω από χρόνος. Πέντε-έξι άνθρωποι είχαν μαζευτεί μεσημεριάτικα στο μνήμα. Κι ο παπάς που έφτυνε ευχές και ψαλμούς. Η μάνα ανακάτευε τα κόλλυβα να πάει παντού η ζάχαρη. Η αδερφή του μοίραζε πλαστικά κυπελλάκια και κουταλάκια στους ανθρώπους που ‘χαν ανέβει στο νεκροταφείο κι έπλεναν τους τάφους των δικών τους ή τους άλλαζαν λουλούδια. &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;Ίσως έπρεπε να ‘χα βάλει περισσότερο ρόδι&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EN-US;mso-fareast-language:EN-US"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;, έλεγε η μάνα, &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;του άρεσε το ρόδι&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-ansi-language:EN-US;mso-fareast-language:EN-US"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: large;"&gt;. Κάποιος έδωσε στον παπά ένα χαρτονόμισμα. Οι υπόλοιποι κούναγαν τα κεφάλια τους. Του άρεσε πολύ το ρόδι –βέβαια.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-6837863448593432290?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/6837863448593432290/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=6837863448593432290' title='10 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/6837863448593432290'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/6837863448593432290'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2008/07/blog-post.html' title='Χωρίς τίτλο'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SJGL71C_4gI/AAAAAAAAACo/y4zA51CcL2Q/s72-c/hiroshima+panoramic.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>10</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-3552001459293963716</id><published>2008-02-23T19:10:00.003Z</published><updated>2008-11-13T06:08:26.368Z</updated><title type='text'>η προίκα</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R8Bw3r1r9UI/AAAAAAAAACY/ZNQsoV5xm0E/s1600-h/Circles+Poem+4_1.jpg"&gt;&lt;img style="float:right; margin:0 0 10px 10px;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R8Bw3r1r9UI/AAAAAAAAACY/ZNQsoV5xm0E/s320/Circles+Poem+4_1.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5170256474184348994" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;στη φίλη μου Χριστίνα Σ. για την παρότρυνση&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;στα χρόνια μας στο Ρέθυμνο&lt;div&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;b&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/b&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;ΒΑΔΙΖΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΖΑΒΛΑΚΩΜΕΝΟΣ ΑΚΟΜΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΥΠΝΟ. Ποιός μαλάκας είχε σκεφτεί να το βάλει στην άλλη άκρη του σπιτιού από το υπνοδωμάτιο; Τι σκατά σκεφτότανε δεν μπορώ να καταλάβω. Κι όπως αυτός ο ορυμαγδός των σκέψεων βομβάρδιζε το νυσταγμένο μυαλό μου, η κουτσή όρασή μου το είδε να εισέρχεται κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας του διαμερίσματος. Ανάλαφρο, λευκό με ροζ πινελιές ή τέλος πάντων έτσι το φανταζόμουν εκείνη τη στιγμή. Ένας Θεός ξέρει γιατί, αλλά φοβήθηκα. Αναπήδησα χαριτωμένα, εναλλάξ στα δυο μου πόδια. Μάλλον ξεστόμισα &lt;i&gt;μάνα &lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;ξέπνοα, αν και δε με τιμά τριάντα τριών χρονών γαϊδούρι, και οπισθοχώρησα στο υπνοδωμάτιο. Ψαχούλεψα, ο γκαβός, το κομοδίνο για να βρω τα γυαλιά μου. Τα φόρεσα. Δεν μπορώ με σιγουριά να πω τι νομίζω πως είδα. Όπως το σκεφτόμουν, εκεί στη σιγουριά της κρεββατοκάμαρας, πίστεψα ότι δε γινόταν κάτι με σχήμα παραλληλόγραμμο, χρώμα λευκό κι ανεπαίσθητα ροζ να είναι τόσο επικίνδυνο πια. Οπλίστηκα με θάρρος. Ξαναβγήκα στο χωλ. Η χρήση των φακών μυωπίας μου ξεκαθάριζε πλέον το τοπίο. Ένα κομμάτι χαρτί. Αδερφή, αυτοχαρακτηρίστηκα. Έσκυψα, με πόνεσε η μέση θυμάμαι. Καταράστηκα τα γεράματά μου. Σήκωσα το χαρτί. Ειδοποιητήριο των ΕΛΤΑ. Παραλαβή δέματος συστημένου… από τότε μέχρι τότε… εκεί… απαιτούνται τα… Οκέι. Η κυρά Ευδοξία το’κανε το καλό πάλι. Πεσκέσι από τον Πρίνο Ρεθύμνης. Ας μην ανατρέψουμε όμως όλο μας τον καθημερινό προγραμματισμό για ένα δέμα. Κατούρημα, μισή ωρίτσα ύπνο ακόμη κι ύστερα ταχυδρομείο. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Κόσμο δεν είχε ιδαίτερο στην ουρά. Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της απώλειας για την Αθήνα. Έτσι απομένουμε εδώ εμείς οι εκλεκτοί να την απολαμβάνουμε. Αυτά έλεγα στη νεαρή κυρία που με εξυπηρετούσε στο γκισέ του ταχυδρομείου. Εκείνη μου έφερε το ευμεγέθες δέμα. Ευχαρίστησα με ένα νεύμα του κεφαλιού, μια και τα χέρια μου ήταν αγκαζέ. Έφυγα. Είχα ήδη φτάσει σπίτι και γευόμουν ένα ζουμερό καλτσούνι με μυζήθρα και κανέλα όταν χτύπησε το τηλέφωνο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Ναι; μουρμούρισα μπουκωμένος.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Μάθια μου;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Έλα Ευδοξούλα. Τι κάνεις; Χίλια χρόνια θα ζήσεις.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Καλά είμαι αγόρι μου. Γιατί το λες αυτό;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Σε μνημόνευα ρε μάνα, για τα καλτσούνια σου, μόλις τώρα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Άνοιξες το δέμα; ρώτησε κι ένιωθα το δέρμα της ν’ασπρίζει απ’τον τρόμο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Ναι Ευδοξούλα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Άσε τις μαλαγανιές και τις Ευδοξούλες και κλείστο τώρα!&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Τι έπαθες ρε μάνα;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Ποιός σου είπε πως ήτανε για του λόγου σου αυτά;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Για ποιόν τα’στειλες ρε μάνα δηλαδή; Για το διαχειριστή;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;-Άσε σε παρακαλώ κατά μέρος τις εξυπνάδες, είπε και μου εξήγησε…&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Εγώ βέβαια δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να σκεφτώ γιατί εκτός από καλτσούνια επιμελώς αμπαλαρισμένα, ολόκληρα κεφάλια μυζήθρας σε κόκκινο γκοφρέ χαρτί, δυο μπουκάλες λάδι και δυο κρασί, η μάνα μου αποφάσισε να μου στείλει και ένα λινό τραπεζομάντηλο τρία επί ένα μέτρο, ένα σετ πετσέτες καλές με δαντέλα και τρία σεμέν πλεγμένα με βελονάκι. Στο πάτο ήταν κι η πρόσκληση. Παντρεύαμε το Χριστινιώ. Τρίτη μου ξαδέρφη από την πλευρά του σογιού της Ευδοξίας. Είχα να την δω πάνω από δέκα χρόνια, από κάτι διακοπές στον Πρίνο. Κι ούτε τότε την έκανα πολύ παρέα. Την έβρισκα αποκρουστικά χοντρή. Μια αντανάκλαση του εαυτού μου, λέω τώρα πια. Έμαθα τελικά πως έφυγε για την Αγγλία όπου σπούδασε, έπιασε δουλειά και τώρα παντρεύεται κάποιον άγγλο ή ουαλό τύπο, ονόματει Λόγκαν Χώθορν. Κριστίν Χώθορν-Ανωματάκη λοιπόν το Χριστινιώ. Η Ευδοξία μου είπε και το άλλο. Είχε σχεδόν απ’την αρχή πάρει μαζί της τη θεία Βάσω, μια ημίτρελη άκληρη αδερφή της συγχωρεμένης της μάνας της. Ήταν μόνη στο Ρέθυμνο, πάντα καλή ψυχή η Κριστίν την πήρε προίκα. Για να μη μακρυγορώ η μάνα μου τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Εγώ σ’αυτούς τους διαβόλους δε μπαίνω. Να τύχει κανά κακό εκεί όπως θα πετάμε, και να μην ξαναδώ το σπίτι μου, το χωριό μου. Άπαπα. Δεν κουζουλάθηκα ακόμη. Άσε που’χω και το μακαρίτη τον πατέρα σου. Τι να τον αφήσω μοναχό; Δε γίνεται. Δε γινόταν όμως να μην παραστεί το σόι στο γάμο της ξαδέρφης. Εσύ τα μιλάς τα εγγλέζικα, προέτεινε σαν επιχείρημα, τα αεροπλάνα δε τα φοβάσαι και δώρο έχεις να πας. Άρα φεύγεις την Πέμπτη, το Σάββατο είναι ο γάμος, και γυρνάς Κυριακή να μου τα πεις όλα απ’το τηλέφωνο. Α! Και μην ξεχάσεις να πεις στο Χριστινιώ πως αυτά τα προικιά της τα στέλνουν η θεία της η Ευδοξία και ο θείος της ο Σήφης. Ακούς; Άκουσα. Έκλεισα εισιτήρια. Έβαλα το μόνο μου κοστούμι στη βαλίτσα, φορτώθηκα και την πανάρχαια φωτογραφική μου μηχανή. Να φέρω πειστήρια. Ποιός την ακούει αλλιώς.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Πέμπτη αξημέρωτο ήμουν στο Ελ. Βενιζέλος. Τσεκ ιν. Εφημερίδες, περιοδικά από τον &lt;i&gt;Ελευθερουδάκη&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;. Επιβίβαση. Τρεισήμιση ώρες για Γκάτγουικ. Ξεράθηκα όλη την πτήση. Τσάμπα ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος. Πιάστηκα κιόλας κάπως. Βρήκα χρόνο να ξεμουδιάσω περιμένοντας τη βαλίτσα και το δέμα στις ταινίες των αποσκευών. Σέρνοντας, εν τέλει, τη βαλίτσα με το αριστερό και ισορροπώντας επιδέξεια το δέμα με το δεξί χέρι και τον ώμο πλησίαζα την έξοδο. Λίγο πριν από την αυτόματη πόρτα δυο υπάλληλοι του αεροδρομίου με σταμάτησαν για έλεγχο. Τους ενδιέφερε το δέμα. Το άνοιξαν. Ρωταγαν τι είναι αυτό, τι είναι εκείνο. Δε θυμόμουν τη λέξη μυζήθρα στα αγγλικά, ούτε ήξερα πως λένε το καλτσούνι στη γηραιά Αλβιώνα. Η συνεννόηση έμπαζε νερά από παντού. Προίκα, τους είπα τελικά. &lt;/span&gt;&lt;i&gt;Prika&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;. Δεν το κατάβαλαν. Αναμενόμενο. Τους μίλησα συνοπτικά για το ελληνικό έθιμο. Λίγο καχύποπτα, λίγο χαμογελαστά μου έγνεψαν να φύγω. Προίκα, σκέφτηκα, υπερεθνική έννοια. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Ο γάμος θα γινόταν στο Μπράιτον. Γνωστό παραθεριστικό θέρετρο στο νότιο άκρο της Αγγλίας. Από το Γκάτγουικ πήρα το τρένο για το Μπράιτον και επιτέλους έπιασε τόπο η αγορά των εφημερίδων και περιοδικών. Διάβαζα σχεδόν όλη τη διαδρομή. Στα διαλείματα κοίταζα από το άθλιο τζάμι του καρέ το φλουταρισμένο τοπίο. Αγγλική εξοχή. Χαμηλή βλάστηση, γραφικά &lt;i&gt;cottages&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;, γκρίζος ορίζοντας, εκνευριστικό ψιλόβροχο. Μετά από κάποια ώρα φτάσαμε στον προορισμό μας και κατόπιν δυσκοίλιου διαλόγου, με εξίσου δυσκοίλιο υπάλληλο στο γκισέ πληροφοριών του σταθμού, κατευθύνθηκα προς το &lt;/span&gt;&lt;i&gt;Horses and Carriages&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;, μια πάμπ, όχι πολύ μακριά από το σιδηροδρομικό σταθμό. Περπάτησα ένα δεκάλεπτο με εκατοντάδες μικρές στάλες βροχής να μου λερώνουν τα γυαλιά. Έφτασα στο ξύλινο οικοδόμημα που λειτουργούσε και ως ξενώνας. Η εξαδέλφη Κριστίν είχε κάνει μια κράτηση στ’όνομά μου. Ψευτοτακτοποιήθηκα. Το στενό παράθυρο έβλεπε ως τη Μάγχη. Θάλασσα, παραλία ένα χρώμα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Κατέβηκα τη στενωπό του κλιμακοστασίου. Στρογγυλοκάθισα σ’ένα σκαμπό του μπαρ και παρήγγειλα μια μπύρα. Είχα ακούσει πως τη σερβίρουν χλιαρή. Φευ! Απλά σε θερμοκρασία δωματίου. Κι έτσι χάλια μου φάνηκε. Πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο κι ως τώρα δε μου άρεσε τίποτα. Σκέφτηκα πως όφειλα να ενημερώσω για την άφιξή μου. Στην πρόσκληση εσωκλείονταν οδηγίες προς το σπίτι των μελλόνυμφων. Βρέθηκα στη σωστή οδό δίχως δυσκολία. Απλωσιά. Τα σπίτια στη σειρά, καρμπόν. Μισοσκυμμένος κοίταζα τα νούμερα στις εξώθυρες. Σταμάτησα στο τριάντα έξι. Περπάτησα τη χλωμή πρασιά. Στην πόρτα δε έψαξα για το κουδούνι. Μ’άρεσε η ιδέα να χρησιμοποιήσω το ρόπτρο. Το βρετανικό σκηνικό είχε κάτι βαθιά παλιομοδίτικο. Γι’αυτό. Απάντηση δεν έλαβα. Ξαναχτύπησα. Τίποτα. Πάνω που έλεγα να ψάξω για το ηλεκτρικό κουδούνι, είδα ένα σημείωμα λευκό, παραλληλόγραμμο με ανοικτά κόκκινα γράμματα, κολλημένο από μέσα στη τζαμαρία της βεράντας. Κάτι μου θυμίζει. &lt;i&gt;Rehearsal by the pier, Christa-Logan&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;. Ένα το κρατούμενο, η Κριστίν-Χριστινιώ είναι τελικά Κρίστα. Κάνουν αυτή τη στιγμή πρόβα της γαμήλιας τελετής στην παραλία κοντά στην προβλήτα, δύο τα κρατούμενα. Ήξερα που να κοιτάξω. Προς τη Μάγχη. Θάλασσα, παραλία ένα χρώμα. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Το ψιλόβροχο σταμάτησε στο δρόμο προς τη θάλασσα. Ανοίξαν τα σύννεφα σε κανά δυο σημεία. Μπαλώματα πυκνού φωτός εμφανίζονταν στην αγγλική γη. Τώρα έφτανα στην παραλία. Λεπτόκοκκη, συμπαγής άμμος. Γκρίζα με λίγο καφέ. Ακτογραμμή ατέλειωτη, χιλιόμετρα παραλίας ως εκεί που πιάνει το μάτι. Έβγαλα τα παπούτσια, έχωσα μέσα τις κάλτσες, δίπλωσα δυο φορές τα μπατζάκια. Η προβλήτα στα δεξιά. Κάτι φιγούρες μαζεμένες μπροστά της. Η πιο λευκή προηγούταν του τσούρμου. Με τα υποδήματα ανα χείρας κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Η άμμος ήταν σκληρή. Σαν άσφαλτος. Στα μισά της διαδρομής με προσπέρασε ένα μπεζ &lt;i&gt;Austin Heally &lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;της δεκαετίας του ΄60. Με ανοικτή την οροφή, οδηγό, συνοδηγό άντρες γύρω στα εξηνταπέντε και ευτραφή κυρία καθισμένη στα όρια καθισμάτων-πορτ μπαγκάζ. Πενήντα μέτρα πιο κάτω σταμάτησε. Η συντροφιά ξεπέζεψε. Ντυμένοι με κοντά παντελόνια κι οι τρεις έπιασαν να στήνουν κάτι πτυσσόμενες καρέκλες στην άμμο. Τις έβαλαν με πλάτη στο όχημα, έβγαλαν πουκάμισα και μπλούζες και χύθηκαν στην άνεσή τους. Λευκές επιδερμίδες με φακίδες, κρέμα πιο λευκή στο πρόσωπο, πατούσες χωμένες στην άμμο. Κι έτσι όπως τους είχα σε πρώτο πλάνο στο βάθος πλησίασε η γαμήλια πομπή, με τη λευκοφορεμένη Κρίστα-Κριστίν-Χριστινιώ στην κορυφή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Μέτρησα περίπου είκοσι ανθρώπους. Όλοι με χλωμές επιδερμίδες και κάπως ανοικτόχρωμα μαλλιά. Ανάμεσά τους ξεχώριζε η νύφη. Ένα κεφάλι ψηλότερη από τους μισούς και από το γαμπρό. Μελαχρινή στο δέρμα και τα μαλλιά. Μια νταρντάνα, που θα’λεγε κι η Ευδοξία. Δε μου έμοιαζε αποκρουστικά χοντρή τώρα. Όσο για το γαμπρό ήταν κι αυτός κάτι που ξεχώριζε. Πιο πολύ κι από τον μαυροντυμένο ψιλόλιγνο ιερέα. Νομίζω πως γι’αυτό ευθύνεται το αναπηρικό καροτσάκι το οποίο χρησιμοποιεί και το οποίο με δυσκολία κινεί στα όρια βρεγμένης-στεγνής άμμου. Όμως πολύ αργότερα έμαθα γιατί του έλειπε το δεξί πόδι. Από το γόνατο και κάτω τίποτα. Η θεία Βάσω, κρυφά, μου διηγήθηκε την ιστορία. Ήταν μια αλλόκοτη ιστορία. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Ο Λόγκαν είναι ηθοποιός. Ωραίος άντρας που σπούδασε ηθοποιός. Ο απογαλακτισμός από την οικογένειά του συνέπεσε με την απόπειρά του να γίνει δεκτός στο περίφημο &lt;i&gt;Actor’s Studio&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt; της Νέας Υόρκης. Η πραγματικότητα, ή όπως χαιρέκακα το έθεσε η θείτσα η υποκριτική του ικανότητα, τον προσγείωσε στο ταπεινό &lt;/span&gt;&lt;i&gt;Bournemouth School of Drama&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;, στο ομώνυμο μακρινό προάστιο του Λονδίνου. Το πτυχίο δεν του έστρωσε κόκκινο χαλί για τις κινηματογραφικές πρεμιέρες των φεστιβάλ της υφηλίου. Στα πρώτα τρία χρόνια της προσπάθειας για καριέρα είχε συμμετάσχει σε δυο διαφημιστικά σποτ της τηλεόρασης. Στο πρώτο ως οδηγός ταξί διαφημίζοντας τσίχλες για καθαρή αναπνοή. Στο δεύτερο συμμετείχε μερικώς, δηλαδή μόνο οι παλάμες του. Κρέμα χεριών μόνο για άνδρες. Για να τα βγάλει πέρα κατέφυγε στην Κρίστα-Χριστινιώ. Εκείνη δούλευε ήδη σε μια τράπεζα ασιατικών συμφερόντων. Τίποτα σπουδαίο, αλλά μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει ο μισθός έφτανε στα χέρια του ζευγαριού. Μέναν μαζί, και με τη θεία Βάσω, στα όρια των κακόφημων συνοικιών του ανατολικού Λονδίνου. Ο Λόγκαν ψάρευε ασήμαντους ρόλους σε πειραματικές, ημιυπόγειες θεατρικές σκηνές του Σόχο, πολύ πριν το &lt;/span&gt;&lt;i&gt;downtown&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt; του Λονδίνου γίνει τόσο ακριβό και τρέντι όσο είναι σήμερα. Μετά από δύο χρόνια άκαρπων αναζητήσεων, γινόταν οντισιόν για μια σαπουνόπερα της βρετανικής τηλεόρασης. Μιας πολύ δημοφιλούς σαπουνόπερας. Έλαβε μέρος δίχως σκέψη. Εκεί ενημερώθηκε πως υπήρχαν δύο γυναικείοι και ένας ανδρικός ρόλος ελεύθεροι. Απέκλεισε την περίπτωση αλλαγής φύλου και αφιερώθηκε στην προετοιμασία του ανδρικού ρόλου. Είχε δεκαπέντε μέρες καιρό. Αποστήθισε τα λόγια. Έμενε αξύριστος και κοιμόταν ελάχιστα, να επιτείνει την εικόνα ταλαιπωρίας. Θα υποδυόταν το χαμένο αδελφό του γοητευτικού πρωταγωνιστή της σειράς. Το σενάριο έλεγε πως είχε χαθεί σε αεροπορικό δυστύχημα, περιπλανιόταν σε κάποια απρόσιτη βουνοκορφή της κεντρικής Ευρώπης, έχασε το πόδι του από τον παγετό. Όλα τα’χε ετοιμάσει, με τη βοήθεια και της Χριστίνας έκανε ασταμάτητα πρόβες. Ήταν στο πετσί του ρόλου. Είχε μάλιστα “δανειστεί” ένα αναπηρικό καροτσάκι από το κέντρο υγείας της περιοχής και κυκλοφορούσε παντού με αυτό. Καθόταν επάνω στο διπλωμένο δεξί του πόδι. Μούδιαζε, μυρμήγκιαζε, αλλά ο Λόγκαν δεν άλλαζε στάση μέχρι να πάει το βράδυ για ύπνο. Το δεκαπενθήμερο παρήλθε. Το ίδιο κι η οντισιόν. Είχε επιλεγεί στην τελική πεντάδα. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός, έλεγε. Έπρεπε να πάρει το ρόλο πάσει θυσία. Θα’ταν το εισιτήριό του προς την επιτυχία. Έψαχνε για το κάτι παραπάνω. Η Χριστίνα έλειπε στο Εδιμβούργο για ένα σεμινάριο, είχε και τη θεία Βάσω μαζί της. Οι πρόβες ήταν πιο βαρετές έτσι. Βγήκε να πάρει λίγο αέρα, χρειαζόταν μια ιδέα, κάτι ξεχωριστό. Γύρισε σπίτι μετά τις έντεκα κρατώντας στο χέρι μια μεγάλη σακούλα με πάγο. Από την εξώπορτα πήγε, χωρίς καν να βγάλει το σακάκι του, κατευθείαν στο μπάνιο. Άδειασε τη σακούλα στη μπανιέρα, έβγαλε κάλτσες και παπούτσια, σήκωσε το δεξί μπατζάκι ως πάνω από το γόνατο κι έχωσε το πόδι μέσα. Καθισμένος στο χείλος της μπανιέρας έγειρε προς τα πίσω, τεντώθηκε, άνοιξε το καθρέπτη πάνω από το νιπτήρα. Αποκαλύφθηκε το ντουλάπι με τα φάρμακα. Έπιασε κάτι ηρεμηστικά που έδινε η Κρίστα στη θεία, έβαλε κάμποσα στο στόμα του, τα’κανε μια χαψιά. Ήπιε και λίγο νερό με τη χούφτα του. Ζαλίστηκε. Χάθηκε. Το πόδι πάντα στη μπανιέρα. Περνούσαν οι ώρες, πέρασε η δράση των χαπιών, συνήλθε. Μουσκεμένο μπατζάκι. Το μπλαβί του δεξί πόδι κολυμπούσε σε μια λίμνη παγωμένου νερού. Δεν το ένιωθε. Έκανε να το κουνήσει, σφάδασε από τον πόνο. Έπεσε στα πλακάκια, σύρθηκε, τηλεφώνησε. Μερικές ώρες μετά ήταν λιγότερος άνθρωπος. Δε σωνόταν. Ακρωτηριασμός. Από το γόνατο και κάτω τίποτα. Η Κρίστα γύρισε, εκείνος ήταν στην οντισιόν. Δε μαθεύτηκε τι του είπαν. Θα ξαφνιάστηκαν βέβαια. Τη μια αρτιμελής, την επομένη κουτσός. Το ρόλο δεν τον πήρε. Ξαφνιάστηκε, έκλαψε, τρόμαξε με τον εαυτό του. Τι πήγε κι έκανε; Γύρισε σπίτι, το καροτσάκι έπρεπε να το κρατήσει τώρα. Τι είπε η ξαδέρφη μου, δεν ανέφερε η θείτσα. Φαντάζομαι τον δέχτηκε με συμπόνοια, παρά την αναμενόμενη αρχική έκπληξη. Πάντα έτσι ήταν το Χριστινιώ. Εγώ πάντως δεν είπα λέξη, σημείωσε η θεία Βάσω. Κι όταν καταλάγιασε ο κονιορτός της σύγχυσης το σκέφτηκαν ψύχραιμα. Μήνυσαν την παραγωγή της σαπουνόπερας. Τα βρήκαν στο συμβιβασμό. Ήταν ευκαιρία. Έτσι πήραν το δίπατο σπίτι στο Μπράιτον, πήρε κι η Χριστίνα μετάθεση. Τώρα ο γάμος.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Ο ιερέας μας έβαλε σε θέση μόλις τέλειωσαν οι χαιρετούρες κι οι συστάσεις. Εδώ παντρεύονται πολύ διαφορετικά. Όταν έφτασε η ώρα να ανταλλάξουν λίγα λόγια οι μελλόνυμφοι, λόγια αγάπης φαντάζομαι, η δεξιά πτέρυγα των παρευρισκόμενων ούρλιαξε εν χορώ. Διακόπηκε η πρόβα, γυρίσαμε όλοι κεφάλια δεξιά προς το νερό. Η άμπωτη είχε δώσει τη θέση της στην πλημμυρίδα. Η θάλασσα ξέβρασε στα πόδια μας ένα πόδι. Μπλαβί, νύχια μαυρισμένα, κομμένο λίγο κάτω απ΄το γόνατο, με κάτι πράσινα φύκια τυλιγμένα γύρω του, αριστερό. Σχηματίσαμε κύκλο γύρω από το μακάβριο δώρο της Μάγχης. Και τότε απρόσμενα η θεία Βάσω έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς το πόδι και το πήρε στην αγκαλιά της. Τύχη, αναφώνησε, υψώνοντάς το λάβαρο στον ουρανό. Εμείς αγόρι μου, απευθύνθηκε με τα θαμπά αγγλικά της στο Λόγκαν, λέμε πως τίποτα δε συμβαίνει χωρίς λόγο. Η φύση σου επιστρέφει τη μέρα του γάμου σου αυτό που άλλοτε σου στέρησε. Να! Ο γαμπρός δεν ήταν ο μόνος αποσβολωμένος. Θεία…, προσπάθησε να τη συνετίσει η νύφη. Εις μάτην. Εκείνη συνέχισε ακάθεκτη. Αυτό είναι δώρο Θεού, είπε ελληνικά αυτή τη φορά, προίκα. &lt;i&gt;Prika&lt;/i&gt;&lt;span style="font-style:normal"&gt;, διόρθωσε. Η πρόβα έληξε νωρίς, η θεία αγκαλιά με το πτώμα, ο γάμος την επομένη με καλεσμένους λίγο αμήχανους, λίγα βήματα πιο μέσα από το εκεί που αρχικά θα στηνόταν το σκηνικό. Για σιγουριά.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;Γύρισα στο διαμέρισμά μου, με την τουαλέτα μακριά απ’την κρεββατοκάμαρα, με τα πεσκέσια της Ευδοξίας. Αλλά και με πειστήρια. Ο γάμος έγινε. Το ζευγάρι μ’άφησε να το απαθανατίσω. Μπροστά στο τζάκι, με τη θεία στην άκρη δεξιά και πάνω στο μπουφέ σε παράταξη τα προικιά: μια ασημένια κορνίζα, η πιατέλα με τα καλτσούνια της Ευδοξίας, το σεμεδάκι της Ευδοξίας, μια γυάλα με φορμόλη και μέσα το αριστερότροπο πτώμα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span style="mso-spacerun: yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span style="mso-spacerun: yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt; &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;   &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-3552001459293963716?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/3552001459293963716/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=3552001459293963716' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3552001459293963716'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3552001459293963716'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2008/02/blog-post.html' title='η προίκα'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R8Bw3r1r9UI/AAAAAAAAACY/ZNQsoV5xm0E/s72-c/Circles+Poem+4_1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-8077156717565237361</id><published>2007-12-30T23:34:00.000Z</published><updated>2008-11-13T06:08:26.492Z</updated><title type='text'>Μικρή Χριστουγεννιάτικη(Πρωτοχρονιάτικη) Ιστορία</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R3gryf7xeVI/AAAAAAAAACQ/vNLguTCazuE/s1600-h/cappuccettovisual.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R3gryf7xeVI/AAAAAAAAACQ/vNLguTCazuE/s320/cappuccettovisual.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5149914320463821138" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span"   style="  white-space: pre; -webkit-border-horizontal-spacing: 2px; -webkit-border-vertical-spacing: 2px; font-family:'Lucida Grande';font-size:11px;"&gt;ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span"   style="  white-space: pre; -webkit-border-horizontal-spacing: 2px; -webkit-border-vertical-spacing: 2px;font-family:'Lucida Grande';font-size:11px;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style=";font-family:'Times New Roman';"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Τα μάτια της ίσα που έβλεπαν μέσα από την ξανθιά της φράντζα, έτσι όπως έπεφτε διαγώνια στο μέτωπό της, ενώ με το ζόρι χώραγε στην πλεκτή κόκκινη κάλτσα -αυτή με το άσπρο γουνάκι και τον κεντητό Αη-Βασίλη. Το κεφάλι της εξείχε από τη μύτη κι απάνω. Μόλις πέντε λεπτά πριν είχε καθίσει στον καναπέ, απέναντι από το τζάκι που ακόμα έκαιγε, τον παππού, τη γιαγιά και τη μαμά, ενώ ο Τασούλης, ο μικρός της αδερφός, ήταν από ώρα μέσα στη ντουλάπα καλυμμένος με τρεις και τέσσερεις κουβέρτες και το λουλουδιαστό πάπλωμα της μαμάς. Δεν αφήνει τα μάτια της από την πόρτα, αλλά κανονικά τον περίμενε να μπει από την καμινάδα, εξάλλου γι’ αυτό ακριβώς είχε ανάψει τη φωτιά -«να δούμε πως θα μπει με τις φλόγες ως εκεί πάνω». Η πόρτα τρίζει ελαφρά, ο μπαμπάς μπαίνει και κρατάει δυο κουτιά φαρδιά όσο μια αγκαλιά και ψηλά σαν εκείνη τη σκουριασμένη ξιφολόγχη του παππού, τ’ αυτιά τους είχε πάρει με το Γράμμο και το Βίτσι και τη συντρόφισσά του την ξιφολόγχη που της χρωστάει τη ζωή του και που στην -πάλαι ποτέ- κοφτερή της μύτη καρφώθηκαν τόσοι Ελασίτες, τα κουτιά, με τον μπαμπά να ακολουθεί, στο μεταξύ έχουν πλησιάσει το δέντρο που αναβόσβηνε σαν τρελό και τραγουδούσε την Άγια Νύχτα, αλλά ξαφνικά σωριάστηκαν στο πάτωμα όταν συνειδητοποίησε ο ψεύτικος Αη-Βασίλης, δεν είχε καν την ευθιξία να φορέσει μια λευκή γενειάδα και μια ψεύτικη φουσκωμένη κοιλιά, ότι όλη η οικογένεια περίμενε ακίνητη στον καναπέ, εκτός από τη μικρή που παραφύλαγε στη μεγάλη κάλτσα και τον Τασούλη που ‘ταν στη ντουλάπα, τότε όμως ήρθε η ώρα να εμφανιστεί, η μικρή όχι ο Τασούλης ο οποίος θα’ πρεπε εκτός από το βουνό των σκεπασμάτων να βρει ένα τρόπο να λύσει τα χέρια και τα πόδια του, πήδηξε έξω από την κάλτσα, αν ο μπαμπάς κράταγε ακόμη τα κουτιά σίγουρα θα του ‘χαν πέσει τώρα, για λίγο έμπλεξε η σκουριασμένη ξιφολόγχη στις ραφές της, ισορρόπησε κραδαίνοντάς την, ο μπαμπάς γούρλωσε τα μάτια, ο παππούς, η γιαγιά κι η μαμά τα ‘χαν ήδη γουρλωμένα με τις κόρες τόσο δα μικρές, η μικρή έσπρωξε με φόρα την ξιφολόγχη, όταν βρήκε αντίσταση στο στομάχι του έσπρωξε λίγο ακόμα, κι άλλο λίγο, κι άλλο, τα στομωμένα μαχαίρια πονάνε πιο πολύ έλεγε ο παππούς, κι άλλο, ένας πίδακας από σκούρο αίμα πιτσίλησε την ξανθιά της τούφα, «ώστε υπάρχει Αη-Βασίλης, ε;», τράβηξε το μέταλλο και το σκούπισε στην ολόχρυση κορδέλα του δώρου της. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-8077156717565237361?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/8077156717565237361/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=8077156717565237361' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8077156717565237361'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8077156717565237361'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2007/12/blog-post.html' title='Μικρή Χριστουγεννιάτικη(Πρωτοχρονιάτικη) Ιστορία'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R3gryf7xeVI/AAAAAAAAACQ/vNLguTCazuE/s72-c/cappuccettovisual.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-56932960683326175</id><published>2007-11-22T09:31:00.000Z</published><updated>2008-11-13T06:08:26.813Z</updated><title type='text'>Aίγιον, τότε, τώρα, πάντοτε, ποτέ</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R0VNWfW0E9I/AAAAAAAAACI/mEkgPFrWFD0/s1600-h/Image28.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R0VNWfW0E9I/AAAAAAAAACI/mEkgPFrWFD0/s320/Image28.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5135595998855566290" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;!--StartFragment--&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;AΞΙΟΤΙΜΕ ΑΓΙΕ ΒΑΣΙΛΗ, θα έρθω, σχεδόν, απευθείας στο ζητούμενο. Λέω σχεδόν καθώς μια συνοπτική αναδρομή στην προσωπική μου ιστορία θα ξεκαθαρίσει επαρκώς τα πράγματα. Έχουμε και λέμε: η ζωή του καθενός μπορεί να αλλάξει εν μία νυκτί κι ο γράφων αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού. Υπήρξα ένα ευτραφές με διόλου ευκαταφρόνητη σωματική ρώμη. Ήμουν δε, επί σειράν ετών, επικεφαλής οποιασδήποτε δραστηριότητας σε σχολείο και γειτονιά. Δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε έναν, έναν οποιονδήποτε, ο οποίος να μη μου φερόταν με ευγένεια, να μην επιδίωκε να είναι φίλος μου. Σχεδόν από τα χρόνια του δημοτικού μου ήταν πρόδηλο πως ούτε η πληθωρική προσωπικότητα, ούτε οι εκλεπτυσμένοι τρόποι, ούτε καν το κοφτερό μυαλό θα ευδοκιμούσαν ως μέσα για την αύξηση της δημοτικότητάς μου. Θα πρέπει να ομολογήσω πως, δυστυχώς, ήταν ηλίου φαεινότερος ο λόγος της δημοφιλίας μου Άγιε γέροντα. Ήμουν ο φόβος και ο τρόμος οποιουδήποτε συμμαθητή μου. Δεν έπαιζε κανένα ρόλο αν ο άλλος ήταν μαθητής μικρότερης ή μεγαλύτερης τάξης, ούτε φυσικά το κατά πόσον είχε υπάρξει φιλικός μαζί μου στο παρελθόν. Ακόμη και να μου είχε σώσει τη ζωή την προηγούμενη μέρα, τρόπος του λέγειν φυσικά καθώς επουδενί είχα ανάγκη σωτήρων, μπορούσα να είμαι αμείλικτος μαζί του. Κι αυτά προκειμένου να διαφυλάξω το πολυτιμότερο προσόν μου: το φόβο που απέπνεα. Αυτό μέχρι το Πάσχα της έκτης Γυμνασίου.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Τώρα, βέβαια, Άγιέ μου όταν λαμβάνεις ένα γράμμα από κάποιον για πρώτη φορά στα εικοσιτρία του χρόνια, φαντάζομαι είσαι ελαφρώς αρνητικά προδιατεθειμένος απέναντί του. Επιπλέον είμαι εκ των προτέρων σίγουρος πως Σε ξενίζει πρωτίστως ο επίσημος λόγος που χρησιμοποιώ. Για να μη μιλήσω για τα αψεγάδιαστα καλλιγραφικά μου. Μην εκπλήσσεσαι φιλεύσπλαχνε γέροντα. Σου εφιστώ δε την προσοχή στο εξής: η απόλυτη δύναμη και η πρωτοκαθεδρία σε οποιοδήποτε πόστο σημαίνει πρωτίστως μοναξιά. Ενδεχομένως να το γνωρίζεις εξ ιδίων άλλωστε. Στη δική μου περίπτωση, αποκλειστική ασχολία αποτελούσε επί σειρά ετών η διατήρηση του κλίματος τρόμου που απέπνεα στους γύρω μου, βρισκόμουν συνεπώς μονίμως χωρίς φίλους και με ατελείωτο ελεύθερο χρόνο. Όμως μη νομίσεις πως είμαι κανένας ξιπασμένος από την εξουσία, την οποία άλλωστε μάλλον η τύχη μου πρόσφερε. Τουναντίον, θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου ιδιαιτέρως συνετό. Χωρίς διάθεση για κομπασμούς. Γέμιζα τις ώρες μου με διάβασμα και το κάνω ακόμη. Δεν κάνω διακρίσεις στο αντικείμενο. Είτε πρόκειται για φιλοσοφία, είτε για ολοκληρώματα και απειροστικό λογισμό, είμαι εξίσου πρόθυμος να πέσω αρειμανίως στη μελέτη. Βέβαια όπως καταλαβαίνεις πολύ καλά, όλα μου τα προσόντα για τα οποία καυχιέμαι σ’ Εσένα τη στιγμή ετούτη δεν τα έχω κοινωνήσει στο ευρύ κοινό. Που ξανακούστηκε άλλωστε ο φόβος και ο τρόμος της Αιγιαλείας να είναι εξίσου μορφωμένος με τα μυξιάρικα που ταλαιπωρεί; Για προσωπική του ευχαρίστηση μάλιστα. Με συγχωρείς Άγιέ μου για αυτή τη μακρά παραδρομή, είναι όμως η αλήθεια. Για να τελειώνω λοιπόν. Μη νομίσεις πως ποτέ με ένοιαζε αυτό, το κρυπτόν των ταλέντων μου δηλαδή, κάθε άλλο. Στο προκείμενο, καθώς φαντάζομαι πως έχεις μυριάδες άλλα γράμματα να διαβάσεις: όλη αυτή η φόρμα στην οποία είχα μάθει να ζω κατέρρευσε τον Απρίλιο του ‘79. Εγώ ήμουν καθ’ όλα βολεμένος με τον τρόπο που κυλούσαν τα πράγματα, έως ευτυχής θα έλεγα, αλλά.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Στο σημείο αυτό επέτρεψέ μου μια ακόμη μικρή παραβολή, αλλιώς δυστυχώς δεν θα είσαι σε θέση να αντιληφθείς τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος. Αν και ήμουν εξίσου εύρωστης διάπλασης ακόμη και ως παιδάκι, με στοίχιωνε ένας φόβος. Όχι αόριστος κι αδιόρατος. Είχε σάρκα και οστά, ή καλύτερα σκαρί και λαμαρίνα. Είχε θέση στο χώρο και στο χρόνο. Σε ένα πολύ συγκεκριμένο μέρος, σε μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή. Κάθε Κυριακή, μετά τη λειτουργία στον Ταξιάρχη -βοήθειά μας, ο παππούς μου ο Νικόλας με έπαιρνε απο το χέρι και με οδηγούσε για βόλτα στο λιμάνι του Αιγίου. Σταθμάρχης Αιγίου, θρήσκος έως το μεδούλι και επιφορτισμένος με τις κυριακάτικες βόλτες του εγγονού. Ακολουθούσε απαρεκκλίτως το πρόγραμμά του, το οποίο εκείνος σχεδίαζε, εκτελούσε και εξήρε. Νομίζω πως του οφείλω τη γενετική καταγωγή της διάπλασής μου, ήταν ψηλός και γεροδεμένος ο παππούς, όσο και τη μονοκρατορική φοβία μου. Εγώ, ατρόμητο μειράκιον, επιδιδόμουν σε σειρά θαραλλέων και αλλοπρόσαλων ακροβατικών στο λιμάνι, μέχρι τη στιγμή που πλησιάζαμε το μακρινό άκρο της προβλήτας. Εκεί ήταν αραγμένο, όσα χρόνια μπορώ και θυμάμαι και ως τα σήμερα, ένα παλιό πλοίο. Παρατημένο κουφάρι. Σκουριασμένο ως τα ίσαλα, ημιθανές, συγκρατούμενο μετά βίας από κάτι χιλιοτριμμένους κάβους, με απίστευτα ψηλή πλώρη. Κάτι η μακριά σκιά του, κάτι το μικρό του αναστήματός μου επέτειναν την επιβλητική εικόνα του. Όνομα αδυνατώ ν’ αναφέρω. Η ανάγνωση στη πλώρη ήταν εγχείρημα πέραν των δυνάμεών μου, καθώς επέβαλε η ματιά μου να σταθεί κάθετα στο πανύψηλο σκαρί, η δε πρύμνη στεκόταν ακόμη πιο πέρα στην προβλήτα. Συνεπώς ούτε λόγος. Αυτό το πλοίο, για να το θέσω επιεικώς, μου προκαλούσε δέος. Φοβόμουν να το πλησιάσω σε απόσταση μικρότερη των πενήντα μέτρων. Κάθε Κυριακή βράδυ ξύπναγα τρεις, κατ’ελάχιστον, φορές στον ύπνο μου γιατί έβλεπα τον εαυτό μου να πέφτει στα σκούρα νερά του λιμανιού, ακριβώς διπλα στο άθλιο γκαζάδικο. Βέβαια από την ηλικία των έντεκα, οπότε και ο παππούς έφυγε από κοντά μας -θεός σ’γχωρέστον, έπαψα να περνάω ακόμη και από τον παραλιακό δρόμο που συναντά στο τέρμα του το λιμάνι. Συν το χρόνω, οι εικόνες του προσωπικού μου μαρτυρίου θάφτηκαν με το χρόνο στο βάθος του μυαλού μου και η απολαυστική μου εφηβεία έδιωξε τη φοβία μου, αν εξαιρέσεις μια-δυο βραδιές το μήνα που με ξύπναγαν κάθιδρο άσχημα όνειρα.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Επανέρχομαι στον Απρίλιο του ’79. Το Αίγιο, πρωτεύουσα επαρχίας Αιγειαλείας γαρ, ήταν μια αρκετά μεγάλη πόλη, με ζωή. Παρόλα αυτά όλοι γνωρίζονταν με όλους και τα φλέγοντα ζητήματα λύνονταν συνήθως στο κεντρικό καφενείο της πλατείας. Την αλησμόνητη εκείνη άνοιξη γινόταν μέγας θόρυβος γύρω από τη λειτουργία του φάρου στο άνοιγμα του λιμανιού. Κάτι λίγα μέτρα δηλαδή πιο πέρα από το νέο αγκυροβόλιο του παιδικού μου εφιάλτη, όπως λίαν συντόμως έμελλε να ανακαλύψω. Ο παλιός φύλακας, ο κυρ-Αναστάσης, απεβίωσε. Κανείς δε δεχόταν να τον αναπληρώσει, υπήρχε βλέπετε ένας ολόκληρος μύθος για το φάρο, τη θάλασσα, τις δυσκολίες της ολονύκτιας βάρδιας. Ο πατέρας μου, καλή του ώρα εκεί που είναι κι αυτός, πρότεινε εμένα για νέο φαροφύλακα καθώς έβλεπε πως με τα γράμματα οι σχέσεις μου δεν ήταν και τόσο καλές. Ακόμη και στα μάτια των γονέων μου καλλιεργούσα την ίδια έξωθεν εικόνα, του ατρόμητου νεαρού. Τα όποια αναγνώσματά μου φρόντιζα μάλιστα να τα καίω και να εξαφανίζω τις στάχτες επιμελώς. Για να αποφύγω τις μακρυγορίες: οι συντοπίτες μας, ποτισμένοι και οι ίδιοι με την ίδια λάθρα εντύπωση περί της ανδρείας και του ατρόμητου χαρακτήρα μου, συνηγόρησαν ομοφώνως στην ανάθεση του καθήκοντος αυτού απευθείας στην Αυτού Γενναιότητά μου. Δεν χρειάστηκαν παρά λίγα λεπτά της ώρας επιπλέον προκειμένου να πεισθεί και ο Δήμαρχος για τον άμεσο διορισμό μου. &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Για να είμαι ειλικρινής, στην αρχή καλόβλεπα τη θέση του δημοτικού υπαλλήλου, έστω και των τόσο περιορισμένων νυκτερινών καθηκόντων. Θα μου παρείχε χρόνο για μελέτη, κρυσφύγετο για τα βιβλία μου και μια μικρή οικονομική ελευθερία. Εξάλλου δεν είχα και ιδιαίτερες άλλες απαιτήσεις. Φόβος για τη συναναστροφή μου με τη θάλασσα δεν υπήρχε άλλωστε. Υπήρξα, παιδιώθεν, δεινός κολυμβητής και ο παιδικός μου εφιάλτης βρισκόταν στην εντελώς αντίθετη πλευρά του λιμανιού, τουλάχιστον εξακόσια μέτρα μακριά. Ήταν στα μάτια μου μια βάρκα ανήμπορη, παροπλισμένη, άκακη σαν πασχαλιάτικο ερίφιο. &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Το πρώτο βράδυ βάρδιας έφτασε. Μεγάλη Τρίτη ήταν, το θυμάμαι σαν να’ναι τώρα. Έφτασα στο φάρο με τα πόδια περίπου μισή ώρα πριν τη δύση του ηλίου. Ξεκλείδωσα την πόρτα με τα κλειδιά που μου’ δωσε ο Λιμενάρχης, πλέον δικά μου κλειδιά. Έβγαλα από την τσέπη μου τη &lt;/span&gt;&lt;i&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Βάρδια&lt;/span&gt;&lt;/i&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt; του Καββαδία -εντελώς ταιριαστό με την περίσταση δε νομίζεις Άγιέ μου;- και ένα καλοδιπλωμένο φύλλο χαρτί. Απόθεσα το βιβλίο στο μεταλλικό τραπέζι στο κέντρο του ισογείου του φάρου και κόλλησα το χαρτί πίσω από την πόρτα. Αναφέρονταν σε αυτό η σειρά των βημάτων που έπρεπε να ακολουθήσω προκειμένου να ανάψω το φως του φάρου, καθώς και το τηλέφωνο του λιμεναρχείου, για περίπτωση ανάγκης. Η ώρα κυλούσε χωρίς απρόοπτα. Ο φάρος λειτουργούσε ρολόι και αργά τη νύχτα, θα’ταν τρεις το πρωί, βγήκα στο μπαλκονάκι που έφερνε το γύρο της μεγάλης λάμπας να αγναντέψω λίγο θάλασσα. Έστηνα σκηνικό για την ανάγνωσή μου. Κάθισα στο νοτισμένο τσιμέντο, ακούμπησα την πλάτη στο γυάλινο πέτασμα που περιέβαλλε τη λάμπα και κάρφωσα τα μάτια μου στο σκουριασμένο γκαζάδικο. Ήταν μικρό, όσο που χώραγε στην παλάμη μου, μια φαινόταν και μια όχι, ανάλογα με το αν το που ήταν κάθε στιγμή στραμμένο το φως του φάρου. Χαμογέλασα γεμάτος αυτοπεποίθηση, ένιωθα να το’χω νικήσει. Απόστρεψα το βλέμμα μου. Με τη ματιά μου ευθεία στην απέναντι στεριά άρχισα να νιώθω κάτι να μου γαργαλά τον αυχένα. Ένα μυρμήγκιασμα ανέβαινε τη σπονδυλική μου στήλη. Ήθελα να ψάξω τριγύρω μα κάτι δε μ’άφηνε, ένας φόβος κράταγε το βλέμμα μου στον ορίζοντα, ίσα πέρα. Το μαύρο να συναντά μαύρο Θυμάμαι τη βραδιά τόσο ήσυχη. Μόλις μετά βίας άκουγες τον παφλασμό των κυμάτων στην προκυμαία. Κι όμως, με τον άνεμο να μην έχει δυναμώσει διόλου, στα αυτιά μου έφτανε ένας έντονος ήχος. Λες και κάτι αναστάτωνε τα νερά του λιμανιού. Έσφιξα τις ιδρωμένες γροθιές μου και γύρισα απότομα μετά από κάμποσες στιγμές δισταγμού. Ασύλληπτο. Το ημιθανές γκαζάδικο είχε διασχίσει απ’άκρη σ’άκρη το άνοιγμα του λιμανιού. Τώρα στέκονταν υπερήφανο μπροστά στο φάρο. Ολοζώντανο. Μόλις λίγα εκατοστά από τη μύτη μου έφτανε η σκουριασμένη του πλώρη και ήταν ψηλότερο από ποτέ. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι να σκέπτομαι, πριν λιγοθυμίσω, ήταν πως η αλαζονεία μου το τράβηξε κοντά. Ο φόβος μου το έθρεψε. Αυτό ανέστησε το θεριό που αντίκρυζα. Ξημερώματα Μεγάλης Τετάρτης.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Μεγάλη Πέμπτη πρωί ξύπνησα στο Κέντρο Υγείας του Αιγίου. Έξω από το θάλαμο που νοσηλευόμουν, περίμεναν ο πατέρας κι η μάνα μου μαζί με πλήθος γνωστών και συγγενών. Προσπαθώντας να αναστηλώσω την εικόνα του επιβλητικού μου χαρακτήρος πήδηξα από το κρεββάτι, βγήκα στο διάδρομο και πρότεινα το φουσκωμένο, από μια βαθιά ανάσα, στήθος μου. Όλος αυτός ο κόπος μόνο και μόνο για να αντικρύσω πρόσωπα χλευαστικά, μισοκρυμμένα χαμόγελα. Εκείνο της μάνας μου, όμως, ήταν γεμάτο ντροπή. Μάτια χαμηλά και σκοτεινά. Ενώ το μειδίαμα του πλήθους μου προξενούσε απορία και πριν προλάβω να αρθρώσω λέξη, ένας παλιός συμμαθητής μου,&lt;/span&gt;&lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;κατ’επανάληψη θύμα της αγριότητός μου, μου αποκάλυψε όλη την αλήθεια σε μια κουβέντα. Κοιτάξτε ένα θαραλλέο άντρα, είπε, που λιγοθύμισε στη θέα ενός καραβιού που δεν υπάρχει εδώ και μια δεκαετία!&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span lang="EL" style="mso-ansi-language:EL"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Το άθλιο σκίαχτρο του παιδικού μου εφιάλτη είχε καταστραφεί καθώς φαίνεται εδώ και χρόνια. Παλιοσίδερα σε κάποιο καρνάγιο του Κορινθιακού, Για μένα όμως ήταν ακόμη εκεί. Και είναι εκεί κάθε φορά που κοιτάζω έξω από το μικρό παράθυρο του δωματίου μου, εδώ στην κλινική. Η μάνα πέθανε λίγους μήνες μετά, από ντροπή. Ο πατέρας ακολούθησε δυο χρόνια αργότερα. Όσο για μένα το βλέπω στ’αλήθεια το γκαζάδικο. Αφουγκράζομαι τον ισχνό παλμό απ’ το σκαρί του. Από Εσένα λοιπόν Άγιέ μου θέλω ένα μόνο δώρο φέτος τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων: τη φήμη που παιδιώθεν κατείχα. Θέλω πίσω το φόβο. Όχι το δικό μου φόβο, που δε μ’εγκατέλειψε ποτέ, όχι. Το φόβο που μοίραζα στους άλλους. Θέλω πίσω το φόβο μου! Εκλιπαρώ.&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align: justify; line-height: 150%; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Με εκτίμηση&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal" style="text-align:justify;line-height:150%"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="line-height: normal; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="line-height: 24px; "&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt;Α.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span class="Apple-style-span"  style="font-size:medium;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/p&gt;&lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;  &lt;!--EndFragment--&gt;   &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-56932960683326175?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/56932960683326175/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=56932960683326175' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/56932960683326175'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/56932960683326175'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2007/11/blog-post_5575.html' title='Aίγιον, τότε, τώρα, πάντοτε, ποτέ'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/R0VNWfW0E9I/AAAAAAAAACI/mEkgPFrWFD0/s72-c/Image28.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-3986490156717891484</id><published>2007-11-14T10:49:00.000Z</published><updated>2008-11-13T06:08:26.893Z</updated><title type='text'>ΑΡΓΑ</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RzrUYa2nV_I/AAAAAAAAAB0/0XR51sihIdo/s1600-h/triptiho+reduced.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RzrUYa2nV_I/AAAAAAAAAB0/0XR51sihIdo/s400/triptiho+reduced.jpg" border="0" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5132648241332443122" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-style: italic;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;του Βασίλη Μπότσιου, ορμώμενου εκ Πρεβέζης&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-style: italic;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-size: small;"&gt;και τον ευχαριστώ για τους ωραίους στίχους του&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span class="Apple-style-span" style="font-style: italic;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Είσαι ο ήλιος&lt;br /&gt;μεσημεριού χειμώνα,&lt;br /&gt;η ευφορία&lt;br /&gt;μετά τη νάρκωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είσαι οι δυο παλάμες&lt;br /&gt;που παλεύουν να σβήσουν&lt;br /&gt;στο στήθος μου τον κεραυνό,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δυο χείλη&lt;br /&gt;που χαράσσουν στο δέρμα μου&lt;br /&gt;τον δικό τους Φλεβάρη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ευφορία ο ήλιος.&lt;br /&gt;Ευλογία τα χείλη σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον Φλεβάρη – άραγε –&lt;br /&gt;γιατί τον είπανε κουτσό;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-3986490156717891484?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/3986490156717891484/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=3986490156717891484' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3986490156717891484'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3986490156717891484'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2007/11/blog-post.html' title='ΑΡΓΑ'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RzrUYa2nV_I/AAAAAAAAAB0/0XR51sihIdo/s72-c/triptiho+reduced.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-8412955573251355962</id><published>2007-11-14T09:22:00.000Z</published><updated>2008-11-13T06:08:27.052Z</updated><title type='text'>To Καρναβάλι Στις Υψικάμινους</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/Rzq_F62nV4I/AAAAAAAAAA8/0_FR0SQTEMs/s1600-h/Lia_exo_04.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/Rzq_F62nV4I/AAAAAAAAAA8/0_FR0SQTEMs/s200/Lia_exo_04.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5132624833760679810" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;ΝΤΥΘΗΚΑΜΕ ΚΙ ΑΠΟΨΕ. Όπως κάθε νύχτα. Πέφτει το σκοτάδι, βγαίνουν τα σκούρα ρούχα από μπαούλα και ντουλάπια, βγαίνει και το μέσα μας σκοτάδι. Ποτέ βέβαια δεν ετοιμαζόμασταν στο ίδιο μέρος, αλλά πάντα ετοιμαζόμασταν όλοι μαζί. Την Τρίτη σε μια αποθήκη στα Ντεπώ, το Σάββατο κάτω από μια γέφυρα του περιφερειακού, έξω, προς τη Θέρμη. Σήμερα, ήταν κι η μέρα τέτοια, σ’ ένα ξωκλήσι λίγο πριν το Ωραιόκαστρο, στον Αϊ-Γιώργη. Παστωθήκαμε δέκα άνθρωποι ανάμεσα σε μανουάλια, εικονίσματα και στασίδια. Σπρώχναμε ο ένας τον άλλον με τους ώμους για να βάλουμε τις μπότες και τις μαύρες κάπες. Βρίσκαν τα χέρια κι οι αγκώνες στα καντηλέρια όπως κάναμε να φορέσουμε καταπρόσωπα τις κουκούλες. Κι όταν η πλέξη τους κάλυπτε τη μύτη, γινόταν ακόμη δυσκολότερο ν’ ανασάνεις με τα λιβάνια και το θυμιάματα στο χαμηλοτάβανο οίκο του Θεού. Ζωστήκαμε τα πορφυρά μας ζωνάρια και κρύψαμε κάτω από τις κάπες σπαθιά, τσεκούρια, σφυριά. Ότι του’κανε κέφι του καθενός να κουβαλάει μαζί. Εγώ είχα μάλιστα το πιο παράξενο όπλο. Σε μια αλυσίδα είχα μ’ επιμέλεια κολλήσει έναν συμπαγή ατσάλινο κύβο. Δέκα σκουριασμένες ακμές και στην κάτω του πλευρά δυο ατσάλινες πρόκες. Στην άλλη άκρη της αλυσίδας είχα τυλίξει ταινία μονωτική. Την είχα φέρει πολλούς γύρους να φτιάξω ένα πιάσιμο καλό. Φούσκωνε κάτω από τη μαύρη κάπα μου. Μεταλλικό εξόγκωμα που βράζει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια κουβέντα δεν είχαμε ν’ αλλάξουμε ποτέ. Όλοι για όλους, αλλά καθένας γι’ άλλους λόγους. Κι αν με ρωτήσει κανείς πότε, πού, πώς και γιατί βρήκα τούτη την αλλόκοτη παρέα, κουβέντα δε θα πω. Ακόμη και τώρα, που για τους περισσότερους θα μοιάζει ανεξήγητο. Κι ούτε που βλεπόμασταν ποτέ, εκτός των καρναβαλιών αυτών. Ποιός είσαι, ποιός είμαι, δεν υπήρχαν. Ούτε άλλα ζητούμενα. Μόνο μια συμφωνία. Όχι ψευτιές. Τα σπαθιά σας ακονισμένα, τα σφυριά σας βαριά, οι φωνές σας χαμηλές. Εμείς ντυμένοι φονιάδες, οι άλλοι ντυμένοι νεκροί. Και κανένα δισταγμό. Αυτό το καρναβάλι θα βαφτεί στο αίμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι εγώ την τηρούσα τη συμφωνία κι ας μη ήταν του χαρακτήρα μου να σφάζω. Εγώ είμαι συγγραφέας. Δεν έχω εκδόσει τίποτε στη ζωή μου, αλλά η ιδιότητά μου είναι αυτή, όπως ακριβώς τη λέω. Έχω μια αφηγηματική ευχέρεια, έχω ένα ναρκισσισμό, έχω εμμονές. Μόνον έτσι γίνεσαι συγγραφέας. Και κάποτε κάποιος φτασμένος, με τόσες χιλάδες αντίτυπα από επανεκδόσεις, τόσα βραβεία κι άλλες τόσες δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά, μου είπε: Μαρτυρίες, να’ χεις μαρτυρίες, υλικό. Οι ανάσες των άλλων είναι οι λέξεις σου. Λαθρακρόαση και καταγραφή. Αυτά εγώ τα κατέγραψα κι είπα κάτι θα ξέρει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις ντύθηκε κι ο τελευταίος βγήκαμε στο προαύλιο του ναού. Φορτωθήκαμε στο πίσω μέρος του μικρού φορτηγού. Ξεκινάμε. Απόψε το μακάβριο καρναβάλι μας θα στηνόταν στην αναστάσιμη ακολουθία ενός μικρού χωριού, μετά το Ωραιόκαστρο. Η κρυπτικότητα μας ταίριαζε. Κοίταξα γύρω μου τους ομοιόχρωμους καρναβαλιστές. Επιτρέπαμε στους εαυτούς μας μόνο μια μικρή προσωπική τσαχπινιά, στην κατά τ’ άλλα προκαθορισμένη έμφάνισή μας. Ο διπλανός μου είχε κολλήσει δυο κόκκινα διαβολοκέρατα στην κουκούλα του κι ο πίσω μου φοραγε ένα περιβραχιόνιο του Ερυθρού Σταυρού στο δεξί μπράτσο. Ονόματα δε λέω, είπαμε. Όσο για μένα, πρώτα κρύβω στις ζωηρές πτυχές του ζωναριού μου ένα τόσο δα μαγνητοφωνάκι, μετά παίρνω τ’ όπλο μου κι ακολουθώ την πομπή.   &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φτάνοντας στο μικρό χωριό, βράδυ Μεγάλου Σαββάτου, αυτό που αντικρύσαμε δεν ήταν αυτό που περιμέναμε. Φώτα σβηστά, η εκκλησία της πλατείας με σφαλιστή πόρτα, ψυχή στους δρόμους. Σταμάτησε τ’αμάξι στην αρχή του οικισμού. Κατεβήκαμε. Οι τρεις προπορευόμενοι μπούκαραν σ’ ένα σπίτι. Κανείς. Μετά σε δεύτερο. Τα ίδια. Σε τρίτο, σε τέταρτο. Ψυχή. Κι όταν οι συνεχόμενοι θόρυβοι ενόχλησαν τους μοναδικούς δυο κατοίκους του χωριού, εκείνοι έκαναν την εμφάνισή τους στο πλακόστρωτο. Με το κερί στο χέρι ο παππούς, ανάστατη η γιαγιά χωρίς μασέλα. «Τι τρέχει πουλάκι μου;», ρώτησαν τον πρώτο που τους πλησίασε. Εμένα η καρδιά μου κοπανούσε το στήθος. Ίδρωναν οι παλάμες. Έσφιγγα το αυτοσχέδιο όπλο στην αριστερή χούφτα. «Γιατί δε μιλάς γιε μου;», αναρωτήθηκαν οι γέροι. Μιλούσαν κι δυο μαζί. Μια φωνή, μια ζωή. «Τι μασκαραλίκια είναι αυτά, δεν είναι καρναβάλι μεγαλοσαββατιάτικα», είπε η γιαγιά πριν ένας από μας τη διαπεράσει με το ακονισμένο ξύλινο παλούκι του. Στα μουγγά την κάρφωσε, μουγγά σωριάστηκε η γιαγιά στο έδαφος. Δυο τρεις άλλοι στράφηκαν στο γέρο. Το κερί του’πεσε απ΄τα χέρια. Γονάτισε. Ίσως να ‘κλαιγε κιόλας. Πέσαν πάνω του σαν τις μύγες στο γλυκό. Με σφυριά και τσεκούρια τον αποτελείωσαν. Οι πιτσιλιές από το αίμα φτάσαν ως την ανοικτή πόρτα του σπιτιού του. Κάποιος άλλος είχε αρχίσει στις βουρδουλιές ένα περαστικό αδέσποτο. Εκείνο γρύλλιζε όπως του σκίζονταν η σάρκα. Ο τύπος με το πλατύ σπαθί του ‘κοψε το κεφάλι. Άλλος ζωντανός δεν υπήρχε. Τζίφος το σχέδιο, σκέφτηκα όπως στεκόμουν στο πίσω μέρος του σχηματισμού, κοντά στο φορτηγάκι. Τότε με βήμα συγχρονισμένο με κύκλωσαν οι σύντροφοί μου. Δε γυάλιζαν τα μάτια τους, δε συννενοήθηκαν στα κρυφά, δε μου απηύθυναν το λόγο. Κράδαιναν σπαθιά, τσεκούρια, σφυριά στα δυο τους χέρια. Πέσαν πάνω μου. Δε σήκωσα ούτε τα χέρια. Δεν έβγαλα κιχ. Έκλεισα τα μάτια να μη δω τον εαυτό μου να καίγεται στο καρναβάλι τους. Το τελευταίο πράγμα που κατάλαβα ήταν το δικό μου τ’ όπλο να συνθλίβει το ξέπνοο στήθος μου. Αυτοί ντυμένοι φονιάδες, εγώ ντυμένος νεκρός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ύστερα ποιός παράδεισος, ποιά κόλαση. Ρώτησα και με πληροφόρησαν επαρκώς. Όλοι, ανεξαιρέτως όλοι, εδώ καταλήγουν. Κι ο Ροΐδης, κι ο Τζόυς, κι ο Εμπειρίκος, κι ο Ντοστογιέφσκι και όλοι οι άλλοι οι μεγάλοι και τρανοί. Ανάμεσά τους πια κι εγώ, σε τούτο το υπόγειο νησί με τις υψικάμινους. Όταν φτάνουν οι μεταστάντες εδώ βρίσκουν νύχτα, με τα φώτα από τα πανύψηλα καμίνια να λαμπυρίζουν και τις φλόγες να κάνουν μιαν έξοδο φαντασμαγορική από τα στόμια των καμινάδων. Τότε η μαύρη θάλασσα φωτίζεται λευκή και κίτρινη και πορτοκαλιά. Έφτασα χθες, φορούσα τα μαύρα μου, χωρίς όμως την κάπα. Μόνο το κόκκινο ζωνάρι κρατιόταν γύρω απ’ τη μέση. Δεν έκανε κρύο, ούτε τόση ζέστη. Κόσμος περιδιάβαινε τις μεταλλικές κατασκευές. Ακουμπούσαν διαφόροι στους σιδερένιους απαστράπτοντες σωλήνες. Συζητάγαν σε μικρά πηγαδάκια. Παράξενο μέρος. Και κάθε τόσο οι υψικάμινοι να φτύνουν φωτιές, να κουνάει λίγο το νησί απ’τη ρίζα. Έφερνα κι εγώ βόλτες, δε μίλαγα σε κανένα. Ήμουν ακέραιος. Ήμουν θυμωμένος. Ήμουν νεκρός; Στήθηκα τελικά κάτω από ένα μεταλλικό κιγκλίδωμα που περιστοίχιζε μιαν αλουμινένια σκάλα. Κάθισα τον κώλο μου στο έδαφος. Ξέσφιξα το ζωνάρι. Δίπλα μου έπεσε το μαγνητογωνάκι. Το ‘χα ξεχάσει αυτό. Το μοναδικό μου κτέρισμα από τον προηγούμενο κόσμο. Πάτησα το play χωρίς σκέψη, σιωπή, λίγες φωνές γερασμένες στο βάθος κι ύστερα κλαγγές, σκισίματα, γδούποι, πνιχτός πόνος. Το πέταξα στον απέναντι τοίχο. Έσπασε στα δυο. Ήμουν νεκρός συγγραφέας. Σίγουρα. Κι αν τίποτα δεν κατάφερα στη ζωή, ιδού. Ευκαιρία πρώτης τάξης. Ρώτησα καναδυό διαβάτες πού τους έχουν. Αν υπάρχει κάποιος να ρωτήσω. Δε γνώριζαν. Περιπλανήθηκα για ώρες και δε συνάντησα κάποιον που η φάτσα του να μου θυμίζει κάτι, μα το νησί είναι μικρό. Έπρεπε τουλάχιστον να δω ένα νεκρό συγγενή, κάποιον αρχαίο, μια ιστορική φυσιογνωμία. Τίποτα. Κι όσο για τους μεγάλους μάγους της γραφής; Άφαντοι. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αποφάσισα ν’ ανέβω ψηλά. Άλλη εποπτεία έχει κανείς από ‘κει. Σκαρφάλωσα ένα καγκελόφρακτο, έτρεξα στα μεταλλικά διάτρητα σκαλιά, πιάστηκα ν’ανεβαίνω το ψηλό καμίνι. Λίγα μέτρα πιο πάνω έκανε ένα πλάτωμα. Κάθησα. Κοίταγα από ψηλά αυτό το διαφορετικό καρναβάλι. Πολύχρωμο, μια ακατάληπτη βουή στον αέρα, μια μυρωδιά καμμένης σάρκας και φώτα. Τόσα φώτα. Άλλαζαν θέσεις που και που οι ντυμένοι νεκροί, φτιάχναν καινούριες παρέες ή απομονώνονταν, ξάπλωναν μπρούμυτα στο τσιμέντο να κρυφτούν από τα φώτα ή βλαστημούσαν το γραφτό τους. Κι όσο η ώρα περνούσε δεν ξημέρωνε. Μόνο κάποια στιγμή ησύχασε το σμάρι, σα να’ταν ώρα για κατάκλιση και τότε έφτανε ως τ’αυτιά μου ο παφλασμός της υπόγειας θάλασσας στα βράχια του νησιού μας. Θάλασσας σπαρμένης με λευκά κήτη, όλα βαλμένα ανάσκελα. Πελώριοι νεκροί αλμπίνοι. Ακόμη κι αν το νερό μου φτάνει ως τους αστραγάλους, που δε το νομίζω, δε θα τόλμαγα να περπατήσω ανάμεσά τους. Έτσι σκεφτόμουν όταν μου φάνηκε πως άκουσα: «Εδώ ψηλά κάνει πιο πολλή ζέστη, ε;» Όντως. Στην άλλη πλευρά του ατσάλινου μπαλκονιού είχε κουρνιάσει ένας κύριος γύρω στα πενήντα, κάπως παχουλός, αξύριστος, με λεπτό μουστάκι. Το παντελόνι του το’χε ακουμπήσει πιο δίπλα. Ήταν με το σώβρακο. Τα μπούτια του είχαν μουντζουρωθεί. Είχε ιδρώσει, από πάνω φορούσε μόνο ένα φανελάκι με ξεχειλωμένες τιράντες. Του συστήθηκα. Μου συστήθηκε. Ανταλλάξαμε ιστορίες θανάτου. Κι αν εγώ παραχάραξα τη δική μου, ήμασταν αδελφοί στο θάνατο. Δεν τον γνώρισα αμέσως, αλλά ήταν θύμα μιας εξόρμησής μας. Τσακώνονταν, θυμάμαι, αυτός κι ο εξ αίματος αδελφός του στη μέση του δρόμου, σε κάποιον οικισμό μετά την Πτολεμαΐδα, για κάτι περιουσιακά. Όταν τους ριχτήκαμε παρακάλαγαν για οίκτο αγκαλιασμένοι. Ίσως μάλιστα να ‘μουν εγώ που του κατάφερα το τελειωτικό χτύπημα. Αποσιώπησα τα πάντα. Ούτε και μετά την ύστατη στιγμή αθέτησα τον όρκο σιωπής. Ονόματα δε λέμε. Ξεδίπλωσα λοιπόν τις απορίες μου. Ήταν περισσότερο καιρό από μένα εδώ, κάτι παραπάνω θα’χε να πει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αυτή η άλλη γη», μου εξιστορούσε, «είναι ακριβώς όπως κι η αποπάνω». «Οι όμοιοι πάνε με τους όμοιους. Αυτούς που ζητάς τους έχω δει, κλειστό πηγαδάκι στην πιο μακρινή υψικάμινο, πέρα κοντά στα βράχια της άλλης πλευράς». Έδειξε με το δάχτυλο. «Τους έχουν ακούσει να φλυαρούν συναμεταξύ τους με τις ώρες, όσοι απέμειναν τέλος πάντων. Μόνη διαφορά πως εδώ όλους, συγγραφείς και ποιητές και τσαγκάρηδες και πουτάνες και αγίους, κάποια στιγμή μας ταΐζουν στις υψικάμινους. Θες δε θες έρχεται η σειρά σου. Να τρέφεται η φλόγα, να ζεσταίνεται ο προηγούμενός μας κόσμος από το λίπος, από το κρέας και τα οστά μας», είπε. «Και το συναίσθημά μας», πρόσθεσα εγώ κι άρχισα να κατεβαίνω πάλι στα χαμηλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν πάτησαν τα πόδια μου γη φώναξα δυο τρεις από γύρω να βάλουν ένα χεράκι. Όλοι μαζί ξηλώσαμε το σιδερένιο πλέγμα που περιέβαλε τη σκάλα. Τους ευχαρίστησα, μου ‘γνεψαν με το κεφάλι. Γύρισα με υπομονή μια μια τις σιδερένιες άκρες του σύρματος ώστε να εξέχουν προς τα μπρος κι έντυσα τα χέρια μου μ’αυτό. Έφτανε το τυλιγμένο σύρμα ως τους αγκώνες. Έβγαλα και το μακρύ σωλήνα, που κρατούσε το πλέγμα, από το έδαφος και τον έντυσα κι αυτόν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Γύρισα μέτωπο στην άλλη άκρη του νησιού και ξεκίνησα. Λίγα τα κεφάλια που στράφηκαν στη θέα του μεταμφιεσμένου. Εδώ η κρυπτικότητα δεν είχε αξία. Βάδισα ως την ψηλή υψικάμινο. Την περιστοίχιζαν οι υψηλοί προσκεκλημένοι του νησιού. Ξεχώρισα από μακριά ακόμη τον Πόε και τον Καζαντζάκη, ίσως τον Ελύτη, μπορεί τον Μπάροουζ. Δε μπήκα στον κόπο να τους συστηθώ. Έπεσα με ορμή στη λογοτεχνική τους συντροφιά. Με την αμφίεσή μου και το σωλήνα μου χτυπούσα αλύπητα. «Εγώ ντυμένος φονιάς, εσείς ντυμένοι νεκροί», μουρμούριζα πίσω απ’τα σφιγμένα δόντια. Δεν βρήκαν κάτι ευφάνταστο, βαθιά λογοτεχνικό να πουν ενώ τους διαμέλιζα το κορμί. Τους σύνθλιψα τα γεμάτα ιδέες κρανία, τους έσκισα τα ταλαντούχα χέρια, τους έβγαλα τα μάτια που τόσο προσεκτικά ακτινοσκοπούσαν τους ανθρώπους. Τους έβαψα όλους κόκκινους. Κοίταξα γύρω μου, σκουπίζοντας το ακριβό τους αίμα από το πρόσωπό μου. Μέτρησα μια ντουζίνα ποιήματα, νουβέλες και δοκίμια διαμελισμένα. Δεν ξέρω αν σκοτώνει κανείς τους νεκρούς. Διάλεξα μερικά από τα κομμάτια τους, όσα μπορούσα να κουβαλήσω καθώς ανέβαινα στο στόμιο της υψικάμινου δηλαδή, και τα’βαλα κάτω απ΄τη μασχάλη μου. Μπροστά στο φλογοβόλο άνοιγμα μ’έπαιρνε ένας λίβας στο πρόσωπο. Σ’ ετούτη τη φωτιά θέλω να ριχτώ. Αυτό μου πρέπει. Όπως αυτοί. Χωρίς αυτούς.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-8412955573251355962?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/8412955573251355962/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=8412955573251355962' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8412955573251355962'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8412955573251355962'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2007/11/to.html' title='To Καρναβάλι Στις Υψικάμινους'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/Rzq_F62nV4I/AAAAAAAAAA8/0_FR0SQTEMs/s72-c/Lia_exo_04.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-5839665919136307621</id><published>2007-08-27T10:32:00.000+01:00</published><updated>2008-11-13T06:08:27.387Z</updated><title type='text'>Το παράξενο με τη φωτιά είναι...</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RtKdV15zISI/AAAAAAAAAA0/8B7MVN3BVio/s1600-h/fire.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RtKdV15zISI/AAAAAAAAAA0/8B7MVN3BVio/s200/fire.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5103314326336512290" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Το παράξενο με τη φωτιά είναι εκείνο το χρώμα της μέρας. Εκείνο το ρόδινο, το πορτοκαλί της ευθυμίας και της μαστούρας που αποκτά η μέρα. Μια γκρίζα αιθάλη χαμηλά κι από πάνω ένα ρόδινο φίλτρο ευτυχίας. Παίρνεις το δρόμο που διασχίζει την πανεπιστημιούπολη κι όσο ανεβαίνεις προς το βουνό ξεχνάς γιατί πας προς τα εκεί. Ποιά κύτταρα, ποια υλικά, ποιό εργαστήριο. Ξεχνάς τον Παπάγο που καίγεται, ξεχνάς το ερευνητικό του Δημοκρίτου που καίγεται. Ξεχνάς. Μεθυστικό φίλτρο της καταστροφής -μικρή ή μεγάλη δεν έχει σημασία- το χρώμα. κοιτά μ' ένα απόκοσμο χαμόγελο της φλόγες. Είναι σαν πυροτέχνημα της μέρας. Διονυσιάζεσαι. Θα μπορούσες να της κοιτάς για ώρες από το τζάμι του εργαστηρίου, θα μπορούσες να βγεις και να ξαπλώσεις στο περβάζι -20 μέτρα πάνω από τη γη- ξεχνώντας την ακροφοβία σου. Μόνο να χαζεύεις. Να γίνεις κι εσύ ρόδινος, πορτοκαλής, χαρούμενος, διονυσιασμένος, μετέωρος κι ανέπαφος, έτσι κοιτώντας από μακριά. Ούτε ζέστη καταλαβαίνεις. Ο αέρας είναι όσο πρέπει χλιαρός για να ανεβαίνει μια ανατριχίλα ευχαρίστησης τη σπονδυλική σου στήλη, σαν απαλός οργασμός. Το παράξενο με τη φωτιά είναι πως σ' έκανε να κλάψεις μόνο όταν άρχισε να χιονίζει στάχτες -που λίγο πριν ήταν κάτι άλλο- κι μια από δαύτες σου μπήκε στο μάτι, σ' έβγαλε από τη ρόδινη μέθη, σου θύμισε να φοβηθείς. το παράξενο με τη φωτιά είναι ότι χαιρόσουνα κι έκλαιγες μαζί. Κι ύστερα έτρεχες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-5839665919136307621?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/5839665919136307621/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=5839665919136307621' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/5839665919136307621'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/5839665919136307621'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2007/08/blog-post.html' title='Το παράξενο με τη φωτιά είναι...'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RtKdV15zISI/AAAAAAAAAA0/8B7MVN3BVio/s72-c/fire.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-7527809778955326661</id><published>2007-06-19T08:44:00.000+01:00</published><updated>2008-11-13T06:08:28.672Z</updated><title type='text'>ΜΠΛΕ ΓΥΑΛΙ</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RneJ3KlZqrI/AAAAAAAAAAs/v3YlbAjVUvA/s1600-h/images.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RneJ3KlZqrI/AAAAAAAAAAs/v3YlbAjVUvA/s200/images.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5077678685710559922" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Όπως δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του συγγραφέα Μισέλ Φάις,&lt;br /&gt;στο HOTEL Memory-Ένοικοι Γραφής, και τον ευχαριστώ για την πρόσκληση&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΚΑΤΩ, ΕΥΘΕΙΑ ΚΑΤΩ. Τρίγωνα, πολύγωνα ακανόνιστα, τραπέζια με ασύμμετρες πλευρές. Ανακατεύονται. Πρώτα το ένα, μετά δυο απ’ τ’ άλλα, μετά κάποιο τρίτο. Πάντα ανάκατα, πάντα όμως το ένα να μην ακουμπά τ’ άλλο. Κι όλα μαζί ξεκινούν απ’ την παραλία και στρώνουν δρόμο που διακλαδίζεται στα Ματογιάννια. Έτσι έφτασα μέχρι την άκρη, στη Μικρή Βενετία: ακολουθώντας ευλαβικά τα σχήματα. Ξαπλώθηκα με το πρόσωπο προς τα πάνω. Πρώτη φορά τόσην ώρα. Έπιανα καμιά δεκαριά τρίγωνα και πολύγωνα και τραπέζια. Λίγο μ’ έπαιρνε το νερό απ’ το κύμα στο μάγουλο. Θυμάμαι να τινάζω τις λάσπες απ’ τα μπατζάκια μου. Έβρεχε πριν λίγο. Δε μ’ ένοιαξε. Τώρα με ραντίζει αλατόνερο. Ούτε αυτό με νοιάζει. Κι ύστερα άρχισε η τελετή. Οι γυναίκες ακουμπούσαν ερωτικά γύρω μου τα μπλε διάφανα ποτήρια. Χάμω. Όλο μπλε γυαλί και δυο καράφες μπλε γεμάτες ως τα χείλη. Απ’ τον ουρανό με ραίνουν άνθη ποτισμένα στο οινόπνευμα. Ο ήλιος πέρασε. Ο ήλιος ξανάρθε. Άρχιζε να καψαλίζει το χώμα. Οι άντρες καλύψαν τα μάτια τους με σκούρα γυαλιά, τα μπράτσα τους με λινάρι. Κάποιοι γονατίζουν, ακουμπούν τα χείλη στα μπλε ποτήρια και ρουφούν. Ξανά και ξανά. Σα σκύλοι. Με το ζόρι ξανασηκώνονται. Παραπατούν. Στροβιλίζονται με τα χέρια ανοιχτά μέσα σ’ ένα λευκό νέφος. Σα δερβίσηδες. Παιανίζουν τα σουραύλια, πάλλονται εκκωφαντικά τα τύμπανα. Οι γυναίκες ανοιγοκλείνουν τα χείλη και ρίχνουν τα κεφάλια πίσω εκστασιασμένες. Ανάβουν φωτιές. Κουνάω το κεφάλι δεξιά αριστερά. Όλα τα βλέπω μέσα απ’ το μπλε γυαλί. Διαθλάται η τελετή, στρογγυλεύουν τα κορμιά, θολώνουν τα πρόσωπα. Μετά γίνομαι άνθος κι εγώ. Αλαφρό σα φτερό. Ταλαντεύομαι καθως προσγειώνομαι άτσαλα στις πλάκες τις τρίγωνες και πολύγωνες και τραπέζιες. Παίρνω στο στόμα ένα ένα τα ποτήρια, πετώ το κεφάλι πίσω, τα ξανακουμπώ στη θέση τους. Οι μπλε καράφες αδειάζουν. Τα μπλε ποτήρια ξαναγεμίζουν. Τα χειροκροτήματα γίνονται ρυθμικά. Τα μπλε ποτήρια ξαναδειάζουν. Σε απόλυτη αρμονία με τις μουσικές. Κατεβάζω την τελευταία μου γουλιά όταν εκείνες παύουν πια. Ο ήλιος έχει ανάψει για τα καλά. Πιάνω μια ερωτική γυναίκα απ’ τις γάμπες. Με σπρώχνει. Βρωμάω καπνό και σέρνομαι. Τη βλέπω να περπατά το στενό. Ένα τακούνι σπάει. Τρεκλίζει λάγνα. Θα μείνω εδώ. Βαλμένος τ’ ανάσκελα. Να πιάνω κάμποσες πλάκες. Μια σκούπα με παίρνει λίγο στα πλευρά. Δε με νοιάζει. Σκατά έγινα. Αλοιφή. Με το μπλε γυαλί αγκαλιά. Ένα τέτοιο μάλιστα μου ‘σκισε τη φτέρνα. Πονάω. Όλοι έχουμε το αδύνατο σημείο μας. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βασισμένο στο ποίημα του Ν. Εγγονόπουλου “Ο ΣΕΒΑΧ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ”&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-7527809778955326661?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/7527809778955326661/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=7527809778955326661' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/7527809778955326661'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/7527809778955326661'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2007/06/blog-post_19.html' title='ΜΠΛΕ ΓΥΑΛΙ'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RneJ3KlZqrI/AAAAAAAAAAs/v3YlbAjVUvA/s72-c/images.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-8681902553945149651</id><published>2007-06-04T13:44:00.000+01:00</published><updated>2008-11-13T06:08:28.972Z</updated><title type='text'>Ο ΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RmQJ8pfS_0I/AAAAAAAAAAk/jBorvyKctvU/s1600-h/AES1-BH-3023_520x345x90.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0pt 10px 10px 0pt; float: left; cursor: pointer;" src="http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RmQJ8pfS_0I/AAAAAAAAAAk/jBorvyKctvU/s200/AES1-BH-3023_520x345x90.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5072190017859944258" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Επέστρεφε σπίτι από τα γαλλικά κάνοντας μια ακόμη μακριά βόλτα. Περπατούσε κατα μήκος της κατάφωτης Τσιμισκή. Τρία τέσσερα τετράγωνα πριν την Έκθεση τα κίτρινα φώτα έμοιαζαν να καμπυλώνουν στο χώρο. Να λυγίζουν υπό την πίεση μιας απόκοσμης δύναμης. Να στρίβουν αριστερά σ’ένα στενό. Μπορεί και να μην ήταν εκεί το στενό αυτό χθες. Δεν μπορούσε να το πει με βεβαιότητα. Με ορθάνοικτα μάτια έστριψε. Το στενάκι έμοιαζε να φαρδαίνει όσο προχώραγε. Οι τοίχοι κυρτώνονταν, ζήταγαν ν’απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλον. Περπατούσε με σιγουριά και παρατηρούσε πως τα κίτρινα φώτα δυνάμωναν, παρά το ότι έπρεπε να διαπεράσουν τώρα και το θαλλερό φύλλωμα από τις λεύκες που έφτιαχναν πυκνές συστάδες στα δυο απέναντι πεζοδρόμια. Περπατούσε στη μέση του δρόμου, έφερνε αργές στροφές γύρω από τον άξονα του κορμιού της σαν εκστασιασμένος δερβίσης. Ποιά ταινία εκτυλισσόταν γύρω της; Το σκηνικό ήρθε να συμπληρωθεί απ’το χιόνι. Οι λεύκες έριχναν πυκνές νιφάδες από τα άνθη τους και τα φώτα ανακλώνταν στη στιλπνή τους επιφάνεια. Η Αριάδνη στεκόταν πια στη μέση του κυλινδρικού πηγαδιού που όριζαν οι πρώην αντικρυστοί τοίχοι, με δεκάδες λεύκες να την περιβάλλουν και κίτρινα φώτα να τη λούζουν. Δεν έκλεισε στιγμή τα μάτια. Ένιωθε ανάλαφρη. Λαμπίριζαν τα ανοικτόχρωμα ρούχα της. Ο μίτος κόπηκε. Απόψε δε θα γυρνούσε σπίτι. Τόσο φως.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-8681902553945149651?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/8681902553945149651/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=8681902553945149651' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8681902553945149651'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/8681902553945149651'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2007/06/blog-post.html' title='Ο ΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RmQJ8pfS_0I/AAAAAAAAAAk/jBorvyKctvU/s72-c/AES1-BH-3023_520x345x90.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-6317595087920391077.post-3071535757003409141</id><published>2007-04-30T13:09:00.000+01:00</published><updated>2008-11-13T06:08:29.189Z</updated><title type='text'>Η ΦΩΤΙΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, 2004</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RjXdoeAxJMI/AAAAAAAAAAc/H3e2e5HYDz4/s1600-h/IMG_1401.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0pt 10px 10px 0pt; float: left; cursor: pointer;" src="http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RjXdoeAxJMI/AAAAAAAAAAc/H3e2e5HYDz4/s200/IMG_1401.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5059193443741410498" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Φαντάσου ένα…&lt;br /&gt;-Πώς;&lt;br /&gt;-Απλά, κλείσε τα μάτια και…&lt;br /&gt;-Δεν έχω ανοίξει τα μάτια μου εδώ και οκτώ μήνες, πώς;&lt;br /&gt;-Σκέψου ένα χώρο απέραντο που είσαι μόνος.&lt;br /&gt;-Σ’αυτόν με νιώθω κάθε φορά που ξυπνώ.&lt;br /&gt;-Μα, τώρα δεν είπες πως δεν έχεις ανοίξει τα μάτια σου εδώ και…&lt;br /&gt;-…οκτώ μήνες. Πώς συνδέεις τον ύπνο, το ξύπνημα και την όραση; Δεν καταλαβαίνω.&lt;br /&gt;-Όταν κανείς ξυπνά ανοίγει τα βλέφαρα να δει φως, να καταλάβει το πέρασμα από τ’όνειρο στην πραγματικότητα!&lt;br /&gt;-Όταν ξυπνώ εγώ απλά δε χρειάζομαι να κάνω μια τέτοια μετάβαση. Οι δυο αυτές καταστάσεις μου είναι πια το ίδιο μονότονες, τις βρίσκω απαράλλαχτες.&lt;br /&gt;-Στο τηλέφωνο μου ακούγεσαι σε πλήρη διαύγεια.&lt;br /&gt;-Μάλλον είναι που η σκέψη δεν κοιμάται.&lt;br /&gt;-Αλλά;&lt;br /&gt;-Αλλά αλλάζει ρυθμό και νομίζω πως στη σιωπή του ύπνου κινείται ταχύτερα απ’ότι στη σιωπή του ξύπνιου.&lt;br /&gt;-Νιώθεις σιωπή όταν είσαι ξύπνιος;&lt;br /&gt;-Την επιβάλλω.&lt;br /&gt;-Και τι εικόνες προβάλλεις στη σιωπή σου;&lt;br /&gt;-Έχω ξεχάσει πως είναι να βλέπεις εικόνες.&lt;br /&gt;-Δεν…&lt;br /&gt;-Οι εικόνες που η σκέψη μου γένναγε, ήταν κάθε φορά αυτές που με κράταγαν ξύπνιο όταν έλεγα να κοιμηθώ και υπνωτισμένο όταν ήθελα να ανοίξω τα μάτια.&lt;br /&gt;-Γι’αυτό…&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Πως μπορείς; Δεν…&lt;br /&gt;-Όχι. Δεν αναζητώ τη διαφορά από τη μια κατάσταση του νου στην άλλη. Εξάλλου ο νους μου με κρατούσε αιχμάλωτο στις αναμνήσεις μου. Δε γινόταν να ξεχάσω.&lt;br /&gt;-Επιθυμείς τη λήθη; Οι αναμνήσεις μας τρέφουν.&lt;br /&gt;-Τρέφεται η φωτιά που σε καίει πιο πολύ και σβήνουν τα υπόλοιπα. Δε βρήκα την επιλογή που γύρευα. Δεν ήταν εκεί.&lt;br /&gt;-Και αποφάσισες να…&lt;br /&gt;-…να πρωτοτυπήσω, χωρίς, προφανώς, τη διάθεση να υπερηφανευτώ για την καινοτόμο απόφασή μου.&lt;br /&gt;-Πως;&lt;br /&gt;-Δε θυμάμαι τώρα, έχω ξεχάσει.&lt;br /&gt;-Και εγώ;&lt;br /&gt;-Η δική σου ανάμνηση περπατά στις μύτες των ποδιών…&lt;br /&gt;-…στο απέραντο διάστημα που πλανάσαι;&lt;br /&gt;-Ναι.&lt;br /&gt;-Πως;&lt;br /&gt;-Ξεχνώ.&lt;br /&gt;-Πώς;&lt;br /&gt;-Είναι ότι απέμεινε από τη φωτιά του Αυγούστου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/6317595087920391077-3071535757003409141?l=apapant.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://apapant.blogspot.com/feeds/3071535757003409141/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=6317595087920391077&amp;postID=3071535757003409141' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3071535757003409141'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/6317595087920391077/posts/default/3071535757003409141'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://apapant.blogspot.com/2007/04/2004.html' title='Η ΦΩΤΙΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, 2004'/><author><name>Άκης</name><uri>http://www.blogger.com/profile/18404646123880651045</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='24' height='32' src='http://4.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/SSHB3UVTmCI/AAAAAAAAAEA/Vjl2xbgWfyw/S220/IMG_0041.JPG'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/__OmJAyBwAYE/RjXdoeAxJMI/AAAAAAAAAAc/H3e2e5HYDz4/s72-c/IMG_1401.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry></feed>
