Σάββατο, Μαρτίου 31, 2012

Η εξοικείωση του υποδοχέα



Each of us has his own rhythm of suffering.—Roland Barthes 


Προσπαθούσες να της εξηγήσεις τί πάει να πει εξοικείωση του υποδοχέα. Της ήταν αδύνατο να καταλάβει πως μπορεί κανείς να πάψει να αισθάνεται μια έντονη μυρωδιά, να μην πονούν τα μάτια στο δυνατό φως ή να μουδιάσουν οι κάλυκες της γλώσσας στο πολύ αλάτι.
  'Δεν καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω,' σου έλεγε συνεχώς.
  'Σκέψου αυτό,' της είπες, 'όταν ξαπλώνω στο στήθος σου νιώθεις το βάρος μου;'
  'Ναι.'
  'Μετά από ώρα δεν είναι όμως σαν να μην σε ακουμπά τίποτα;'
  'Ναι.'
  'Αυτό είναι η εξοικείωση του υποδοχέα.'
  'Μα όταν δεν έχω το κεφάλι σου στο στήθος μου μου λείπει,' σου είπε.
  Της χάιδεψες τα μαλλιά και είπες:
  'Όταν δεν θα έχεις πια το κεφάλι μου στο στήθος σου δεν θα σου πάρει πολύ καιρό να συνηθίσεις την απουσία του.'
  'Είναι κι αυτό εξοικείωση του υποδοχέα;', σε ρώτησε.
  'Ναι. Είναι εξοικείωση στην απουσία. Κι ο μεγαλύτερος φόβος μου μαζί.'
  Έχεις να της μιλήσεις σχεδόν δύο μήνες.

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2012

Περί φωτός και άλλων δεινών


Είμαστε σκέψεις, χειρονομίες, σιωπές του Θεού· κάποιες φορές, στα όνειρά μας, γινόμαστε το γέλιο τουΜ. Φάις


-Γιατί τραβάς φωτογραφίες;
-Μ'αρέσει η μυρωδιά του καμμένου από το φως φιλμ.
-Ποιά μυρωδιά;
-Η μυρωδιά της απουσίας. Το φως καίει το φιλμ εκεί που δεν παρεμβάλλεται αντικείμενο. Πατάς το κουμπί, ανοίγει το κλείστρο, εκθέτεις το φιλμ στην απουσία.
-Απαθανατίζεις την απουσία λοιπόν;
-Την αιχμαλωτίζω. Είναι ό,τι έχω.
-Για;
-Για να μη χαθεί.
-Η απουσία;
-Ναι.
-Δεν—
-Μην.

-Γιατί τραβάς φωτογραφίες;
-Για να μη θυμάμαι όταν δεν θέλω να θυμάμαι.
-Και;
-Και είναι αδύνατον. Ούτε το θέλω.

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2012

Χωρίς αδιάβροχο



Τους εαυτούς μας συναντάμε κάθε φορά που επινοούμε μύθουςFrank Kermode


Σηκώθηκες το πρωί, πλύθηκες βαρύθυμα, φόρεσες ό,τι βρήκες πεταμένο σε καναπέδες και καρέκλες από χθες κι από προχθες, τράβηξες την πόρτα πίσω σου να κλείσει και δεν σκέφτηκες να κλειδώσεις. Ανέβηκες στο ποδήλατο και—όπως κάθε μέρα με ομίχλη—πέρασες κάτω από τη  γέφυρα του Ντόνιγκτον για να βρεθείς στο ποτάμι. Η ομίχλη ήταν πυκνή, η υγρασία φορτωνόταν στα κλαδιά των δέντρων κι όταν περνούσες από κάτω ήταν σαν να ψιχαλίζει—τέσσερα χρόνια ήδη εδώ και δεν έχεις αξιωθεί ν' αγοράσεις ένα αδιάβροχο. 
      Πριν την πρώτη τοξωτή γέφυρα σου μίλησε ένας τύπος από την απέναντι όχθη, που έκανε ότι ψάρευε με μια τριχιά για πετονιά και μια εφημερίδα για δόλωμα. Ίσα που μπορούσες να τον διακρίνεις.
     "Δε βλέπεις τη μύτη σου σήμερα," σου φώναξε.
     "Ούτε τα δέντρα που κλαίνε," του απάντησες.
     "Ούτε τους ανθρώπους που κλαίνε," σου απάντησε πριν ξαναπετάξει την τριχιά του στο νερό. Όλη την υπόλοιπη μέρα ήθελες να μπορούσες μείνεις τυλιγμένος στην ομίχλη, να μη σε βλέπει κανείς που κλαις.

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2012

Στην απέναντι όχθη




Η ιστορία ξεκινά την πρώτη φορά που την είδε. Ήταν η πρώτη μέρα που χρησιμοποιούσε το καινούριο ποδήλατο. Ένα γκρι Ρίτζμπακ με εικοσιμία ταχύτητες. Ανέβαινε την αριστερή όχθη του ποταμού. Είχε πυκνή ομίχλη εκείνη τη μέρα. Από τη μια μεριά ίσα που διέκρινες την απέναντι. Πέρναγε την πρώτη πεζογέφυρα. Εκείνη περνούσε μπροστά από το λεμβοστάσιο του Μπάλιολ. Ανάμεσά τους ο Τάμεσης. Το ποδήλατό της είχε ένα ψάθινο καλάθι που κρεμόταν από το τιμόνι. Μέσα είχε μια πράσινη πλαστική σακούλα που φωσφόριζε στο πρωινό φως. Για λίγες στιγμές—μια βαθιά ανάσα και μια ορθοπεταλιά για να περάσει την πεζογέφυρα—τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Μετά η πράσινη σακούλα κρύφτηκε στην ομίχλη. Η ανάσα του τέλειωσε και έστρεψε το βλέμμα μπροστά. Άλλα τρία μίλια ως το πανεπιστήμιο.
Τη δεύτερη φορά—είχαν μεσολαβήσει τρεις άδειες ημέρες—που την είδε το ποδήλατο της έστριβε δίπλα από το λεμβοστάσιο στο μονοπάτι της όχθης. Φρέναρε απότομα. Και παρατηρούσε το πλεκτό καλάθι να καθρεπτίζεται στα νερά του Τάμεση. Δεν είχε ιδέα τη χρώμα ήταν τα μαλλιά της ή τί ρούχα φορούσε—δεν είχε σημασία. Καθώς το σκούρο παλτό της έσβηνε στη σκιά της γέφυρας του Ντόνινγκτον, τράβηξε μια θολή φωτογραφία με το κινητό του.
Την τρίτη φορά τον χαιρέτησε. Και του χαμογέλασε πλατιά. Εκείνος—σχεδόν χεσμένος από το φόβο του—αντιχαιρέτησε μόνο με τα ακροδάκτυλα. Χωρίς να αφήσει το τιμόνι από τα χέρια του. Εκείνη χάθηκε πάλι στη σκιά της γέφυρας. Κατάφερε να κάνει μόνο μερικά μέτρα πριν καθίσει σε ένα παγκάκι, δίπλα σε κάποιο τύπο που έπινε μπύρες στις οκτώ το πρωί, για να ξαναβρεί την ανάσα του. Ένιωθε χωρίς δυνάμεις. Τα γόνατά του έτρεμαν. Αναγκάστηκε να σπρώξει το ποδήλατο μέχρι το πανεπιστήμιο. Τρία ολόκληρα μίλια.
Την επόμενη φορά σταμάτησαν κι οι δύο. Ο ένας απέναντι από τον άλλο. Στη μέση το ποτάμι ανακατεμένο. Του φώναξε «good morning!» γελαστά. Της χαμογέλασε και χαιρέτησε με μια πλατιά κίνηση της παλάμης και του βραχίονα. Χωρίς λέξεις. Όταν εκείνη ανέβηκε στο ποδήλατο να φύγει, την έβγαλε μια φωτογραφία με το κινητό. Διέκρινε ξεκάθαρα τα λαμπερά μαλλιά της. Και λίγο από το πλεκτό καλάθι με την πράσινη σακούλα.
Τις Κυριακές δεν συνήθιζε να δουλεύει. Προτιμούσε να μην κάνει το παραμικρό. Εξατίας της όμως ξύπναγε όπως όλα τα πρωινά. Ντυνόταν, όπως όλα τα πρωινά. Και ξεκίναγε με το ποδήλατο. Όπως όλα τα πρωινά. Οι πορείες τους—με ακρίβεια χαραγμένες στον τετραδιάστατο χάρτη της καθημερινότητας—διασταυρώνονταν πρίν την πρώτη πεζογέφυρα. Έλεγαν «good morning!» εναλλάξ. Mετά την τραβούσε φωτογραφίες. Εκείνη έπαιρνε πόζες. Γεμάτες ντροπή στην αρχή. Όλο αυταρέσκεια αργότερα. Μετά στέκονταν οι δυο τους αμήχανα. Περίμεναν ο ένας τον άλλο να κάνει έξοδο από τη σκηνή. Ήταν πάντα εκείνη που έφευγε πρώτη. Χανόταν στη σκιά της γέφυρας του Ντόνινγκτον. Κι εκείνος επέστρεφε σπίτι. Να δει μία μία τις φωτογραφίες, ξανά και ξανά και ξανά, πίνοντας καφέ.
Τέλη Μάρτη την είδε τελευταία φορά. Πέμπτη πρωί. Τον χαιρέτησε με το ίδιο μαγικό χαμόγελο. Παρασκευή, Σάββατο δεν εμφανίστηκε. Σκέφτηκε ότι θα έκανε λάθος την ώρα. Ότι κάτι της έτυχε—οτιδήποτε μπορεί να της έτυχε. Πέρασε μισή ώρα στην ομίχλη. Περιμένοντας. Δεν κάθισε στο παγκάκι. Έμεινε όρθιος, καβάλα στη σέλα του ποδηλάτου. Δεν έκανε τα τρία μίλια ως το πανεπιστήμιο. Γύρισε πίσω. Να πιεί καφέ σκέτο.
Την Κυριακή σηκώθηκε νωρίτερα απ’ ότι συνήθως. Κατέβηκε στο ποτάμι και περίμενε στο παγκάκι. Δυο κύκνοι πέρασαν μπροστά του και χάθηκαν στην ομίχλη. Μετά άλλοι δύο. Από το λεμβοστάσιο του Μπάλιολ βγήκαν δυο νεαροί κουβαλώντας μια βάρκα, έφεραν τα κουπιά, μπήκαν μέσα και άρχισαν να κωπηλατούν στην αντίθετη φορά. Μακριά από τη γέφυρα του Ντόνινγκτον. Μια ώρα μετά—κι ενώ δεν είχε φανεί το καλάθι της με την πράσινη σακούλα—σηκώθηκε να φύγει. Άκουσε το κουδούνι ενός ποδηλάτου. Ένας κύριος σε αγωνιστικό κράνος και ελαστική φόρμα πέρασε σύριζα δίπλα του με μεγάλη ταχύτητα. Σηκώθηκε να κάνει ορθοπεταλιά. Το πλαστικό πεντάλ υποχώρησε κάτω από το πέλμα του. Γλίστρησε και προσγειώθηκε πάλι στο παγκάκι. 
Κάπου εδώ τελειώνει η ιστορία. Δεν ξαναπήρε το μονοπάτι δίπλα στο ποτάμι. Προτιμούσε, σταθερά πια, να ανεβαίνει ως το πανεπιστήμιο από τη λεωφόρο, ανάμεσα σε δίπατα λεωφορεία και αυτοκίνητα. Για το υπόλοιπο της ζωής του στον ύπνο του έβλεπε το ποδήλατο της—με το καλάθι και την πράσινη πλαστική σακούλα—να βουτάει στα νερά του Τάμεση. Και τον εαυτό του καθισμένο στο ίδιο παγκάκι. Να βγάζει φωτογραφίες τα λαμπερά μαλλιά της καθώς πνίγονται.