Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2009

Lupus requiem



...παραμύθια για ενηλίκους
ΤΟΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΣΤΙΣ ΧΟΥΦΤΕΣ ΤΟΥ και τα νύχια παραχώνονταν στο κίτρινο χαρτί. Βάδιζε με δυσκολία, κόντρα στον αέρα. Οι νιφάδες απ’το χιόνι κολλούσαν στα μουστάκια του, έμπλεκαν στις τρίχες του στήθους του, άφηναν μικρές υγρές κηλίδες στο λεπτό φάκελο. Είχε ρίξει στους ώμους του το κατακόκκινο πανοφώρι της Κοκκινοσκουφίτσας. Το μόνο που του απέμεινε από εκείνη τη θλιβερή ιστορία. Του πήρε μήνες να χωνέψει τις πέτρες που του’βαλαν στην κοιλιά. Τον πνιγμό τον γλίτωσε στο παρά πέντε. Ούτε να το θυμάμαι δε θέλω, έλεγε. Άλλη μια πληγή στο γέρικο κορμί. Άλλη μια φρικτή αποτυχία στο παλμαρέ μου. Το φορούσε ανάποδα, με τη σκούρα φόδρα προς τα έξω. Και το πανοφώρι του ’πεφτε μικρό. Κι όλο δυνάμωνε ο αέρας. Κρύος, κρύσταλλο. Κι αυτό το χιόνι πέφτει ασταμάτητα μια βδομάδα τώρα. Στο διάολο! Ποτέ δε μου ταίριαξε αυτός ο ρόλος. Ξένο δέρμα. Αυτά μονολογούσε. Και τα κιτρινισμένα, απ’το τσιγάρο, νύχια παραχωμένα στον κίτρινο φάκελο. Είχε νοτίσει για τα καλά και το μπλε μελάνι στη μια πλευρά είχε μουντζουρωθεί. Με τα βίας διέκρινε την παιδική γραφή: Προς τον κύριο Κακό Λύκο ή κάτι τέτοιο. Κι ενώ περιπλανιέται ασκόπως σε τούτη την τούνδρα μήνες, κι ενώ κανείς δεν τον έχει βρει να τον ενοχλήσει, ξαφνικά ένα γράμμα. «Κοιμήθηκα κάτω από εκείνο το βράχο», προσπαθεί να θυμηθεί, «πιο πάνω απ’το ποτάμι». «Λίγο υγρό, αλλά απάγκιο. Με ξύπνησε το φως. Το μαρτύριό μου. Κάθε πρωί να μου καίει τα βλέφαρα. Με ξυπνά και δε μ’αφήνει να πλαγιάσω πριν κρυφτεί ξανά αργά τη νύχτα. Για την τούνδρα είναι κακή εποχή, δεκατέσσερεις ώρες μέρα γαμώτο!» Βρίζει. Ένας πρωτότυπος Σίσυφος, ένας νεόκοπος τάλας Προμηθέας. «Ένας δούλος των ανθρώπων, στην υπηρεσία των εκκολαπτόμενων τιμωρών μου, σας πρόσφερα τη φλόγα των παραμυθιών και κάθε μέρα μου ξεριζώνεται η ψυχή». Φαύλος κύκλος. «Τι έλεγα; Α! Κι όπως ανοίγω τα μάτια, δίπλα μου στηριγμένο σε μια πέτρα καλυμένη με βρύα, ένας φάκελος». Παραλήπτης ο ίδιος, ετεροπροσδιοριζόμενος ως Κακός Λύκος. Χωρίς γραμματόσημο, με μια μικρή επιγραφή Εταιρία κοινωνικής εξυπηρέτησης: ο Αχρείαστος τυπωμένη στην πάνω δεξιά γωνία. Δεν έκανε να τον ανοίξει. Του φάνηκε περίεργο, αλλά το αντιμετώπισε όσο αδιάφορα αντιμετώπιζε οτιδήποτε τον τελευταίο καιρό. Πήρε το φάκελο στα χέρια κι άρχισε να βαδίζει. Το αυτό κάθε μέρα, βάδιζε, σταματούσε σ’όποιον τηλεφωνικό θάλαμο πετύχαινε στο δρόμο του, έκανε το καθιερωμένο τηλεφώνημα, ωρυόταν, ξανακρέμαγε απογοητευμένος τ’ ακουστικό στη θέση του, βάδιζε. Μισότρωγε κάτι βρύα και λειχήνες που μεγάλωναν στο κάτω μέρος απ΄τις πέτρες. Με υφή γλοιώδη, χωρίς γεύση. «Δε χορταίνεις μ’ αυτά», σκεφτόταν. «Δε ξέρω όμως αν θέλω να μπήξω τα δόντια μου σε ζωντανή σάρκα ξανά. Τι να πώ; Εκφυλίστηκα. Τι μου μένει;»
«Θα βρω επιτέλους ένα θύμα. Να κλείσω τον κύκλο μου μ’επιτυχία. Να επιβεβαιώσω τον ετεροπρσδιορισμό μου. Δεν θα το επιτρέψω να ξαναγίνω το θύμα κανενός γλυκανάλατου παραμυθιού». Έτσι αποφάσισε. Τρεις μέρες πριν. Στήθηκε στο καρτοτηλέφωνο στην άκρη της παγωμένης λίμνης. Άνοιξε το χοντρό τηλεφωνικό κατάλογο, σελίδα τέσσερα τρία επτά, τυχαία. Έβαλε το δάκτυλο σε ένα σημείο της σελίδας: Sterrling, Karl, Sussex, United Kingdom. «Τ’αγγλικά μου είναι χάλια». Ξανά. Σελίδα έξι τρία τρία. Κάτι γραμμένο με ιδεογράμματα. Ξανά. Διαλέγει στην τύχη. Κοιτά: Ζαβλανός Βασίλης, Καλλιθέα, Ελλάδα. Το καλοσκέφτηκε, θα’ναι βράδυ τώρα στη μικρή χώρα της ανατολικής Μεσογείου. Πληκτρολόγησε τον αριθμό. Καλεί. Ένα χτύπημα, δεύτερο, στο τρίτο απάντησε η φωνή μικρού κοριτσιού. Η μικρή Βάλια, το’ξερε. Άστραψε το βλέμμα του. «Είμαι ο Κακός ο Λύκος, θα σε φάω Βάλια! Θα μπήξω τα μεγάλα δόντια μου στην πλάτη σου να τρέξει αίμα! Να με φοβάσαι. Είμαι άγριος, μαύρος, τριχωτός», ξεστόμισε με μανία. Η άγνοια φόβου του παιδιού τον ρώτησε γιατί. «Γιατί; Τι γιατί;» Της ξανασυστήθηκε. Η μικρή του έκλεισε το τηλέφωνο κατάμουτρα. «Φοβήθηκε», μουρμούρισε χαμογελώντας. Ξαναπηρε τηλέφωνο. «Τώρα θα την αποτελειώσω», αποφάσισε. Όταν σήκωσε το τηλέφωνο το ανυπεράσπιστο μειράκιο, εκείνος του απαρίθμησε τους άθλους του κατά τι παραχαραγμένους. Έφαγα τη γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας, ξέσκισα τα μικρά κατσικάκια, έφτιαξα τρυφερά μπριζολάκια από τα τρία γουρουνάκια και άλλα τέτοια. Εκείνη με τη σιγουριά αρματωμένου κυνηγού του γκρέμιζε κάθε εξιστόρηση. Κατέβασε τ’αυτιά του ο Λύκος. Με αργές κινήσεις έβαλε το ακουστικό στη θέση του, χαμήλωσε το κεφάλι, αναστέναξε. Φόρεσε τη στενή κουκούλα να προστατεύσει το ολοένα αραιούμενο τριχωτό της κεφαλής του και άρχισε να βαδίζει στο χιονιά. «Σκατά, ούτε ένα τόσο δα κοριτσάκι δε με φοβήθηκε». Βλαστήμησε προχωρώντας στο κρύο. Χώθηκε σε μια σπηλιά να σκεφτεί. Το νούμερο του τηλεφώνου στριφογύριζε στο μυαλό του. «Δεν το βάζω κάτω», είπε. «Θα δείξω εγώ του μυξιάρικου τι σημαίνει φόβος». Καρτερικά περίμενε να περάσει ένα εικοσιτετράωρο, έπρεπε να είναι βράδυ όταν θα ξανάπαιρνε τηλέφωνο. Με το πλήρωμα του χρόνου ξεκίνησε. Κρύωνε. Ζέσταινε με το χνώτο του τα τριχωτά του χέρια. Στο ξέφωτο πιο πέρα απ’τη σπηλιά βρισκόταν ένας κατακόκκινος βρετανικός τηλεφωνικός θάλαμος. Προσπέρασε τα ξεγυμνωμένα δέντρα, μπήκε βιαστικά στο θάλαμο, σχημάτισε τον αριθμό. «Η μικρή μ’αιφνιδίασε». «Ο Κακός Λύκος;» ρώτησε. Βρήκα πάτημα και της είπα: «Με θυμήθηκες, λοιπόν. Άρα θα θυμήθηκες και το παραμύθι με τα τρία γουρουνάκια. Όπως έφαγα εκείνα θα φάω κι εσένα! Τα είχα κλείσει στο σκοτεινό μου υπόγειο. Τρέμαν απ’το φόβο τους. Έτρωγα ένα κάθε μέρα. Κλαίγανε τα άλλα, με παρακαλάγανε να μη τα σκοτώσω. Εγώ όμως τα σκότωσα και τα τρία!» «Τώρα την αποτελείωσες», είπε επιδοκιμαστικά στον εαυτό του. Μειδίασε. Το βρωμόπαιδο όμως του είπε θρασύτατα πως ούτε αυτό ισχύει. Μάλιστα κάτι είπε και για το θάνατό του, το Ράμπο και τέτοια. Όμως δεν μπορούσε να πει με σιγουριά. Κάτι η απογοήτευση, κάτι ένας κόμπος ξαφνικός στο στομάχι, κάτι η κακή γραμμή, δεν άκουσε. Κλείσανε. «Δεν πάει άλλο», είπε αποφασιστικά το παρηκμασμένο σαρκοβόρο. Ξαναπαίρνει τηλέφωνο και πριν καν ακούσει λέξη στην άλλη άκρη του σύρματος, περνά στην επίθεση. «Θα καρφώσω τα δόντια μου στις σάρκες σου, θα σε φάω ζωντανή! Θα φάω τη μαμά και το μπαμπά σου! Είμαι ο Κακός Λύκος! Άγριος! Μαύρος τριχωτός και με μυτερά δόντια!» Στέγνωσε το στόμα του απ’τις φωνές. Ξεροκατάπιε. Σιωπή στο ακουστικό. «Θα κατουρήθηκε απ’το φόβο της», σκέφτηκε. Το τηλέφωνο έκλεισε. Βγήκε απ’το θάλαμο. Κατέβασε τη στενή κουκούλα, αποτίναξε την κάπα απ’τους ώμους, φούσκωσε το στήθος. Κύριος του εαυτού του. Η Αυτού Μεγαλειότης ο Κακός, ο Κάκιστος Λύκος. Του άρμοζε. Άφησε τον αέρα να βγει απ’τα πνευμόνια του. Κοίταξε κλεφτά προς τον κόκκινο θάλαμο να βεβαιωθεί πως δεν χτυπά το τηλέφωνο. Μάζεψε το φτενό πανοφώρι με μια γρήγορη κίνηση και άρχισε να βαδίζει, σα να μη φοβάται το κρύο πια. Βήμα το βήμα, στητός, υπερήφανος, κάκιστος. «Η Αυτού Κακειότης», αναφώνησε. «Ωραίο!» Εκατό μέτρα μετά, διστακτικά, πέρασε το πανοφώρι στους ώμους. «Ψιλοκρύωσα», σκέφτηκε. Παρακάτω φόρεσε την κουκούλα, έσκυψε λιγάκι, μαζεύτηκε να μην τον χτυπά κατάστηθα η χιονοθύελλα. «Δεν έχω και κανένα γαμώτο. Να με δει καμαρωτό, να του διηγηθώ το κατόρθωμά μου». Αυτά αναλογιζόταν. Σιγά σιγά η ατρόμητη φιγούρα του μάζευε, το χαμόγελο στο στόμα έσφιγγε, η σκέψη του σκοτείνιαζε. «Και τι νομίζεις τελικά πως κατάφερες μαλάκα; Έκανες ένα κοριτσάκι τόσο δα να φοβηθεί. Και λοιπόν;» Αυτοανακρινόταν. Βρήκε ένα γυρτό βράχο κοντά στο ποτάμι. Χώθηκε στη σκιά του. Κάθισε ανακούρκουδα. Καθάρισε το χιόνι με τα χέρια του, ίσιωσε την ουρά, ακούμπησε την πλάτη του στο κρύο πέτρωμα, μούντζωσε τον εαυτό του όσο πιο εμφατικά μπορούσε. «Είσαι γελοίος, αυτό είσαι. Επιβεβαίωσες την ανυπαρξία σου. Πάλι καλά που η Ελλάδα απέχει κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα από αυτό το σκατομέρος, αλλιώς θα σου’τρωγε τη σπλήνα ο πατέρας της μικρής. Θα κλαίει τώρα στην αγκαλιά του κι εκείνος θα ετοιμάζεται να κατεβάσει τ’όπλο του από το πατάρι. Θα μπλέξεις, κοίτα να δεις που πάλι θα μπλέξεις», μονολογούσε. Δεν είχε συναντήσει ψυχή ζώσα σ’αυτά τα μέρη. Έγλειψε με τη σκληρή του γλώσσα τον πάγο από την άκρη του βράχου, έτρεξε λίγο νερό στο στόμα του με τα χαλασμένα δόντια. Πονέσαν τα ούλα του, αναπόλησε τους πάλαι ποτέ ένδοξους κυνόδοντές του, μελαγχόλησε πάλι, κουλουριάστηκε κι έκλεισε τα μάτια.
Όπως κόπασε κάπως ο αέρας κι οι νιφάδες δεν του έμπαιναν στα μάτια είπε να το ανοίξει το γράμμα. Να δει ποιος τον θυμήθηκε. Έκατσε σ’ένα βράχο στην όχθη της παγωμένης λίμνης. Έβαλε τα πόδια του σ’έναν άλλο μικρότερο. Λες να ήταν τυχερός και να’ταν τίποτα εισητήρια γυρισμού; Είχε έρθει μήπως η ώρα ν’αποκατασταθεί η φήμη του, που την καταράκωναν όλα αυτά τα αισχρά παραμύθια; «Ας δούμε», είπε. Έσκισε μ’ευκολία το βρεγμένο φάκελο. Δυσκολεύτηκε να ξεδιπλώσει το χιλιοτυλιγμένο χαρτί. Τα χέρια του τρέμαν τον τελευταίο καιρό. Κάτι το ψύχος, κάτι το γήρας. Το άνοιξε. Το κράτησε με τεντωμένα χέρια όσο μακρύτερα από τα μάτια του. Αρχές πρεσβυωπίας. Άρχισε να διαβάζει. Τα μάτια γούρλωναν καθώς περνούσε τις αράδες. Έτριψε τη μύτη του. Ξανάρχισε από την αρχή. Ξανά και ξανά. «Απίστευτο», ψέλισε. Άλλη μια ανάγνωση και τ’άφησε να πέσει στο χιόνι. «Δεν πιστεύω όσα λες, ξέρω ότι είσαι μόνος και τα βράδια κλαις», σιγομουρμούριζε. «Ξέρω ότι είσαι μόνος και τα βράδια κλαις». Δε σταμάταγε. Μόνο κάποια στιγμή ορθώθηκε, σήκωσε το βράχο που ακούμπαγε τα πόδια του και με δύναμη τον πέταξε στην παγωμένη επιφάνεια της λίμνης. Άνοιξε μια τρύπα στον πάγο. Τη μεγάλωσε λίγο κλωτσώντας. Έκοψε την πατούσα του. Αδιαφόρησε για το αίμα. Σήκωσε το γράμμα από κάτω, τίναξε το χίονι, το κούνησε λίγο στον αέρα σα να’θελε να το στεγνώσει. Σήκωσε και τα κομμάτια του σκισμένου φακέλου. Προσπάθησε να ξαναδιπλώσει το χαρτί και με λεπτές κινήσεις να το ξαναχώσει στο φάκελο. Το τρέμουλο δεν τον βοηθούσε. Κύριος του εαυτού του για μια στιγμή, τα κατάφερε. Έκλεισε το φάκελο όσο καλύτερα μπορούσε και τον απίθωσε στον λείο πάγο. Πήρε στην αγκαλιά του το μεγάλο βράχο στον οποίο μέχρι προ ολίγου καθόταν. Με μικρά μικρά βηματάκια έφτασε ως την τρύπα που έφτιαξε. Κοίταξε το φάκελο. «Ο παραλήπτης δεν κατοικεί σε τούτη τη διεύθυνση πια», είπε με σοβαρή, ατάραχη φωνή και βούτηξε αγκαλιά με το βράχο του στο νερό.